Ο μύθος των προνομίων του Αρχιεπισκόπου


Ο μύθος των προνομίων του Αρχιεπισκόπου




Ένα χρόνο μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους, το 1572, αποκαταστάθηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία στο νησί, η οποία κατά την προηγούμενη περίοδο της Λατινοκρατίας (1192-1571) είχε απολέσει την ανεξαρτησία της.
Στην τέχνη της νήσου, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1571-1878), για πρώτη φορά, διασώζονται πορτραίτα των αρχιεπισκόπων Κύπρου. Στις απεικονίσεις αυτές οι αρχιεπίσκοποι φέρουν, όχι σπάνια, τα σύμβολα εξουσίας των αυτοκρατορικών προνομίων που τους δόθηκαν σύμφωνα με την παράδοση, η οποία έχει ως εξής: Το 478 ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ανθέμιος, κατόπιν οράματος, βρήκε νότια της Σαλαμίνας τον τάφο και το λείψανο του Αποστόλου Βαρνάβα, ο οποίος θεωρείται ως ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου.
Στο στήθος του αποστολικού λειψάνου υπήρχε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος πρόσφερε στον αυτοκράτορα Ζήνωνα. Ο αυτοκράτορας παραχώρησε τα γνωστά τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο Κύπρου: Να υπογράφει με κιννάβαρι, να φέρει κατά τις ιεροτελεστίες πορφυρό μανδύα και να κρατεί αντί της επισκοπικής πατερίτσας αυτοκρατορικό σκήπτρο.

Αρχιεπίσκοπος Νικηφόρος


Ήδη από το πρώτο μισό του 11ου αιώνα γίνεται μια προσπάθεια να διευκρινιστούν και να καταγραφούν τα προνόμια αυτά. Σημαντική φαίνεται να υπήρξε η συμβολή του αρχιεπισκόπου Κύπρου Νικηφόρου (1641-1674), όχι μόνο στον καθορισμό, αλλά και στην εικονογράφηση των προνομίων λ-χ. στην αργυρή λειψανοθήκη του 1641 από τη Μονή του Αγίου Ιωάwη του Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη.
Παράλληλα, απεικονίζεται ο μύθος της απόκτησης των προνομίων σε συνάρτηση με το κατοχυρωμένο Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου από την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431.
Στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Λευκωσία η παράδοση αυτή θα πάρει την εικαστική της μορφή σε τοιχογραφία του α' μισού του 18ου αιώνα, στο νότιο τοίχο του ναού, δίπλα στον αρχιεπισκοπικό θρόνο: Απεικονίζονται με τρόπο αφηγηματικό, σε τέσσερα επεισόδια, η παράδοση των προνομίων.


Απόστολος Βαρνάβας


Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικονογραφίας των προνομίων φαίνεται ότι έπαιξε και η εικονογραφία του Αποστόλου Βαρνάβα ως πρώτου αρχιεπισκόπου Κύπρου, να φορεί στις αρχαιότερες απεικονίσεις του επισκοπικό ωμοφόριο π.χ. σε βυζαντινά μνημεία (ναοί Αγίων Αποστόλων στο Πέρα Χωριό [β' μισό 12ου], Παναγία του Άρακος στα Λαγουδερά [1192]) καθώς και σε μνημεία και εικόνες της Λατινοκρατίας (τοιχογραφίες ναών Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτη [1494] και Παναγίας στα Κούρδαλη [α' μισό 16ου αι.], φορητή εικόνα με τον Απόστολο Βαρνάβα και επίσκοπο δωρητή από το ναό του Αγίου Λουκά Λευκωσίας [α' μισό 16ου αι.].
Στην αρχιεπισκοπική περιφέρεια στην οποία υπάγεται το μοναστήρι και ο τάφος του Αποστόλου Βαρνάβα είθισται από το 11' αιώνα, να τοποθετούνται στους δεσποτικούς θρόνους των ναών, εικόνες του Αποστόλου Βαρνάβα αντί του Χριστού. Δύο από αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Σε εικόνα του 1673, από το ναό του Αγίου Γεωργίου Λευκωσίας, ο Απόστολος Βαρνάβας συνοδεύεται από χάρτη της Κύπρου, ενώ στην άλλη εικόνα του 1691 από το καθολικό της Μονής Παναγίας Παλλουριωτίσσης παριστάνεται ως δωρητής ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιάκωβος Α' (;-1691-1692-;).
Στις γραπτές πηγές της εποχής, όπως στην ακολουθία του Αποστόλου Βαρνάβα που εξέδωσε στη Βενετία το 1752 ο Αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος (1734-1759), επισημαίνεται ότι τα προνόμια δόθηκαν από τους αυτοκράτορες Ζήνωνα και Ιουστινιανό. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογούσαν και την φήμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου ως νέας Ιουστινιανής, δηλαδή της Κωνσταντίας (Σαλαμίνας) σύμφωνα με τον Αρχιμανδρίτη Κυπριανό.


Τουρκοκρατία

Για την εποχή της Τουρκοκρατίας ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου, όπως συμβαίνει και με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, έχει θέση δεσπότου, δηλαδή αυτοκράτορα και με τον τρόπο αυτό δανείζεται και χρησιμοποιεί σύμβολα εξουσίας μιας αναγνωρισμένης αρχής, στην περίπτωση αυτή της βυζαντινής, η οποία πλέον δεν υπήρχε και η Εκκλησία ως ο μόνος θεσμός που επιβίωσε παρουσιάζεται συνεχιστής.
Ο αρχιεπίσκοπος χρησιμοποιώντας τα σύμβολα αυτά στην συγκεκριμένη εποχή θα ένοιωθε ασφαλής, αλλά και ούτε θα είχε το φόβο ότι θα επέσυρε την οργή του αυτοκράτορα που δεν υπήρχε, αφού η χρήση των αυτοκρατορικών εμβλημάτων εθεωρείτο έγκλημα καθοσιώσεως στο Βυζάντιο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις