Από το «Τη Υπερμάχω» στην «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τον Πιερή Ζαρμά
Από το «Τη Υπερμάχω» στην «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τον Πιερή Ζαρμά
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ
Ήταν Ιούλης του 1994 όταν μια διαφορετική δημοσιογραφική διάσκεψη ελάμβανε χώρα στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Ο αείμνηστος Πιερής Ζαρμάς παρουσίαζε το βιβλίο του «Πηγές της Κυπριακής Δημοτικής Μουσικής» έκδοση του Κέντρου Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου. Μετά τα τυπικά και εν πολλοίς άχαρα, άρχισαν τα καλά με τον μοναδικό Πιερή Ζαρμά. Έδειξε ή καλύτερα απέδειξε στην πράξη, την ιστορική συνέχεια της μουσικής από τους Αρχαίους Έλληνες, μέχρι τις μέρες μας. Με την βροντώδη φωνή του, έψαλλε το «Τη Υπερμάχω» και τη συνέχεια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, υποδεικνύοντας ότι η μουσική είναι η ίδια και το μόνο που άλλαξε ήταν τα λόγια. Προχώρησε και σε άλλα παραδείγματα, καθηλώνοντας πραγματικά όλους τους δημοσιογράφους, οι οποίοι άκουαν ή καλύτερα απολάμβαναν τον Πιερή Ζαρμά.
Πριν από μερικούς μήνες, «τύχη αγαθή» συμμετείχα σε ένα αληθινό συμπόσιο, με τον Πιερή Ζαρμά και τον Κώστα Χαραλαμπίδη. Συνφάγαμε ένα βραδάκι σε ψαροταβέρνα της Λευκωσίας, όπου με το καλό κρασί και τους πλούσιο φαγητό, άνοιξε η ψυχή του μακαριστού Πιερή Ζαρμά και ξεχύθηκαν οι απίστευτες περιπέτειες της ζωής του. Από τα δύσκολα παιδικά χρόνια στην Ακανθού, μέχρι τις δόξες και τις τιμές στα μέγαρα μουσικής, του Μιλάνου, της Βόννης και πολλών άλλων πόλεων της Ευρώπης. Βεβαίως όταν ανοίγουν οι ψυχές, φανερώνονται και τα δύσκολα, αποκαλύπτονται οι «προσωπικοί σταυροί» που σηκώνουν όλοι οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο. Πέραν τούτου, ο πόνος της προσφυγιάς, πλήγωνε κυριολεκτικά τον Πιερή Ζαρμά, ο οποίος μιλούσε για το χωριό του και δάκρυζε. Ένα κομμάτι αυτού του πόνου, άφησε να φανεί στο ντοκιμαντέρ για τον μακαριστό παγκοσμίους φήμης βαρύτονο, του Κώστα Χαραλαμπίδη, για λογαριασμό του ΡΙΚ.
Μνημείο λόγου και τέχνης
Ο Πιερής Ζαρμάς στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του ή καλύτερα του επιστημονικού του πονήματος, «Πηγές της Κυπριακής Δημοτικής Μουσικής» σημειώνει μεταξύ άλλων ότι τα Δημοτικά Τραγούδια, κατέχουν εξέχουσα θέση στο πάνθεο των μνημείων του λόγου και της τέχνης του Ελληνικού λαού. Μέσα από την απλότητα και φραστική δύναμη τους, στη ρυθμική και αρμονική τους δομή, αντικατοπτρίζεται η μυθοπλαστική διάπλαση του κυπριακού λαού. Απώτερος στόχος της έρευνας είναι η απόδειξη της Ελληνικότητας της Κύπρου από μουσικολογικής πλευράς.
Κίονες της έρευνας είναι τα διάφορα τονικά συστήματα των Αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών, των Αραβοπερσών, η ανάλυση και η συσχέτιση μεταξύ τους και η σύγκριση με τους «τρόπους» που συναντούμε στην Κυπριακή Δημοτική Μουσική. Η έρευνα για τα μουσικά όργανα της Κύπρου, διά μέσου των αιώνων και η θέση των οργάνων αυτών στην καθημερινή κοινωνική ζωή των Κυπρίων, αποτελούν επιστέγασμα της μελέτης. Όπως η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα του Κυπριακού λαού, έτσι και τα μουσικά όργανα των Κυπρίων, μαζί με τους διάφορους ρυθμούς και χορούς, αποτελούν άρρηκτους δεσμούς της Κύπρου, με το Βυζάντιο και την Αρχαία Ελλάδα.
Όχι στην πολυφωνία
Ο Πιερής Ζαρμάς, αναφέρεται ειδικότερα στην υμνωδία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία, όπως γράφει, διακρίνεται σε ωδές, ειρμούς, κανόνες, τροπάρια, καταβασίες, απολυτίκια, καθίσματα, κοντάκια, αναβαθμούς, οίκους και υπακουές. Όλα τα είδη ασμάτων ακούονται στους Ιερούς Ναούς χωρίς τη συνοδεία μουσικού οργάνου. Είναι γνωστό ότι οι Εβραίοι χρησιμοποιούσαν στις τελετές τους μουσικά όργανα, τα οποία απαγόρευσαν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Ένας από τους πιο αρχαίους ύμνους είναι ο επιλύχνιος «Φως Ιλαρόν» ο οποίος «από των Αποστόλων εις ημάς τούτο κατήλθε». Επίσης οι ύμνοι «Δόξα Πατρί» «Δεύτε προσκυνήσωμεν» και ο «Τρισάγιος Ύμνος» είναι τεκμήρια πανάρχαιης εκκλησιαστικής υμνωδίας.
Κατά την Βυζαντινή Περίοδο η Δημοτική Μουσική και τα Δημοτικά Τραγούδια, ήταν επέκταση της εκκλησιαστικής μουσικής ζωής. Όπως μας πληροφορεί ο θείος Χρυσόσομος: «Η φύσις ημών ηδέως έχει προς τα άσματα και τα μέλη. Και τα βρέφη με τραγούδια αποκοιμούνται και οι οδοιπόροι την μεσημβρίαν με τραγούδια οδηγούν τα υποζύγια αυτών, με την μουσική εκείνην παραμυθούμενοι και οι τρυγώντες αμπέλους και οι ληνοβατούντες και οι οποίοι άλλην εργασίαν κάμνοντες τραγουδούν και οι ναύται όταν κωπηλατούν, κάμνουν το ίδιο και οι γυναίκες, όταν υφαίνουν, ψάλλουν είτε μόναι των, είτε όλαι μαζί. Όλοι δε ούτοι, ακούοντες τα τραγούδια, κάμνουν εύκολα την εργασίαν των.»
Οι Αρχαίοι Έλληνες, όπως και οι Βυζαντινοί, απέκρουαν την πολυφωνία, γι αυτό το λόγο προσπάθειες για εναρμόνιση της Βυζαντινής Μουσικής, όπως οι τετράφωνες λειτουργίες του Αγαπίου και του Κατακουζηνού, απέτυχαν. Κύριος λόγος για την αποτυχία αυτή είναι οι τεράστιες δυσκολίες, που εγείρονται στην εξεύρεση του «Γένους» και του «Ηχου» στον οποίο ανήκει μια μελωδία. Από την εργασία αυτή και μόνο, θα γίνει η εκλογή των συγχορδιών για την επένδυση της.
Για να μπορέσει όμως να εκπληρώσει το σκοπό της μια τέτοια εναρμόνιση, πρέπει να ακολουθήσει πιστά τα Βυζαντινά αισθητικά κριτήρια, τα οποία απέχουν από τη μουσική αισθητική της εποχής μας, που η εμπορευματοποίηση και μηχανοποίηση της μουσικής σήμερα είναι κάθε άλλο παρά Βυζαντινή παράδοση.
Εις μνήμη Πιερή Ζαρμά
ΕΦΥΓΕ από τη ζωή στις 8/4/2007 ο διακεκριμένος Κύπριος βαρύτονος Πιερής Ζαρμάς, ο οποίος τις τελευταίες δέκα ημέρες νοσηλευόταν σε νοσοκομείο της Βόννης. Ο Πιερής Ζαρμάς γεννήθηκε το 1933 στο χωριό Ακανθού της επαρχίας Κερύνειας. Ο Πιερής Ζαρμάς σπούδασε στο εξωτερικό φωνητική, πιάνο, θεωρητικά και διδάχθηκε μουσική στο Μιλάνο από κορυφαίους μαέστρους. Εμφανίστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά σταθμός στη σταδιοδρομία του ήταν η πρόσληψή του το 1965 ως πρώτου βαρύτονου στην όπερα της Βόννης, όπου εργάστηκε για πολλά χρόνια. Ξεχώρισε για την ερμηνεία του στα έργα «Ο κουρέας της Σεβίλλης», «Γάμοι του Φίγκαρο», «Φάλσταφ», «Ριγκολέτο», «Οθέλλος», «Δον Ζουάν». Σπούδασε επίσης φιλοσοφία, γλωσσολογία και λαογραφία στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, του οποίου το 1975 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Κείμενα του εκλιπόντος φιλοξενήθηκαν και στον ΠΟΛΙΤΗ.
Σχόλια