Κάποτε οι τουρκοκύπριοι ζητούσαν να βαπτιστούν


Κάποτε οι τουρκοκύπριοι ζητούσαν να βαπτιστούν

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Ο εθνικισμός άρχισε να εμφανίζεται στην Κύπρο περί τα τέλη του 19ου αιώνα, ως φυσικό επακόλουθο της διαδικασίας που ονομάζεται εκσυγχρονισμός. Λόγω της απουσίας μια αστικής τάξης ή άλλου αξιόπιστου θεσμού, η ιδεολογία του εθνικισμού βρίσκει ως κύριο όχημα την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Κύπρου. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, αρχίζει ως αλυτρωτισμός να εισέρχεται στο σώμα της και λίγο αργότερα, περί τα μέσα του αιώνα, ταυτίζεται πλήρως μαζί της. Η Μικρασιατική Καταστροφή του ’22, που είχε ως αποτέλεσμα να αποκοπεί η Κύπρος από το φυσικό της χώρο, από τη γειτονιά της, και να αποκτήσει στενότερη επαφή με την Αθήνα, επιτάχυνε τα πράγματα. Ο ανώτερος κλήρος της Κύπρου, οι μελλοντικοί ηγούμενοι των μεγάλων μονών, αντί να σπουδάζουν πλέον στη Χάλκη, την Αλεξάνδρεια ή τα Ιεροσόλυμα, στρέφονται προς την Αθήνα. Από εκεί, από το «εθνικό κέντρο», όπως ονομάζεται πλέον, μέσω του κλήρου και των λιγοστών σπουδαγμένων, μεταλαμπαδεύονται στο νησί τα εθνικά ιδεώδη.

Η άρνηση

Αναφέρω ένα γεγονός που συνέβη στις αρχές του εικοστού αιώνα, για να σχηματίσουμε μια άποψη για την βαθιά μετάλλαξη πνευμάτων που συντελείτο τότε. Ένα γεγονός που προαγγέλλει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την πορεία που θα ακολουθούσε η Ιεραρχία της Κύπρου στη συνέχεια: ομάδες τουρκοκυπριακών χωριών, ζητούν από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου να βαπτιστούν μαζικά. Εκείνος αρνείται να τους δεχτεί στο σώμα του Χριστού, για να μη νοθευτεί η καθαρότητα της φυλής.
Λόγω της απόστασης που μας χωρίζει από τα γεγονότα αυτά, αλλά και λόγω των ματαιώσεων που υπέστη ο εθνικισμός μας με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, μπορούμε σήμερα νομίζω εμείς οι Κύπριοι ιεράρχες να κάνουμε μια αυτοκριτική και να δούμε το παρελθόν στις σωστές, τις θεολογικές, του διαστάσεις. Η ταύτιση της κυπριακής Ορθοδοξίας με το έθνος μπορεί να ωφέλησε το έθνος (και σίγουρα τις πολιτικές  δυνάμεις που έχτισαν πάνω στην ιδέα του έθνους) αλλά —σήμερα μπορούμε να το λέμε χωρίς φόβο και πάθος— ότι δεν ωφέλεσε την ιεραρχία, τον κλήρο και τον πιστό λαό της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η μητέρα πατρίδα


Γεγονότα όπως αυτό που ανέφερα, δείχνουν ότι το ανήκειν στο ελληνικό έθνος, συχνά τέθηκε πάνω από το ανήκειν στο σώμα του Χριστού ή εν πάση περιπτώσει θεωρήθηκε ως ισοδύναμο. Και όχι μόνο αυτό. Πολλές φορές, στο πλαίσιο της εθνοκεντρικής οπτικής, η Εκκλησία εννοήθηκε ως ένα παρελκόμενο της εθνικής ταυτότητας, ένας μακραίωνος θεσμός που δουλεύει για το μεγαλείο του έθνους. Έτσι λοιπόν, φτάσαμε κάποια στιγμή στο τραγικό σημείο —το οποίο και οι εξ Ελλάδος αδελφοί καλώς γνωρίζουν, βλέπε το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και όχι μόνον— φτάσαμε στο σημείο η πίστη στον Χριστό να θεωρείται ως πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης. Έτσι,  η πίστη θεωρήθηκε όχι ως οδός προς τον Λυτρωτή Χριστό, αλλά σαν δρόμος που οδηγεί σε κάτι μεγαλύτερο, στην Ένωση με τη μητέρα πατρίδα, την  Ελλάδα, ή εν γένει προς την πραγμάτωση των εθνικών ιδεωδών.
Με την ανάλωση δυνάμεων στον εθνικό αλυτρωτισμό, η Εκκλησία αντί να κάνει αυτό που έκανε πάντα, αντί δηλαδή να αποκαλύπτει στο ποίμνιο της ποιο είναι το νόημα της ζωής και του θανάτου, να μαθαίνει τους ανθρώπους πώς να αγαπούν, πώς να χαίρονται, πώς να προσεύχονται και πώς να γνωρίζουν τον Θεό, όλα αυτά τ’ άφησε κάπως στο περιθώριο και επιδόθηκε στα πάρεργα. Όμως, μια Εκκλησία που δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα ουσιώδη, που έχει αφήσει το «εν ού εστί χρεία» (Λουκ. 10, 42) έχει ήδη χάσει «την αγαθήν μερίδα», δηλαδή τον κύριο στόχο της.

Δεν παραγνωρίζω, βέβαια, πως όλα αυτά πρέπει να τα δούμε σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη εποχή και τις προσλαμβάνουσες που επικρατούσαν τότε. Ούτε και θέλω να υπονοήσω ότι η Εκκλησία πρέπει να παραμένει αδιάφορη για τα εθνικά θέματα. Βεβαίως και ενδιαφέρεται αφού, ως στρατευόμενη, βρίσκεται πάντα ανάμεσα στη Βασιλεία του Θεού και το βασίλειο του Καίσαρα. Υπάρχει όμως ένα λεπτό όριο, το οποίο έθεσε ο ίδιος ο Χριστός, με τη στάση Του και τον λόγο Του, όσον αφορά στη σχέση της Εκκλησίας με την πολιτική σφαίρα αυτού του κόσμου: «τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Μαρκ. 12, 17).

(Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτη Μόρφου Νεοφύτου στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Μητρόπολης Δημητριάδος)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις