Από τον εθνικισμό, στην ιδεολογία, έως τη προσγείωση του 1974


Από τον εθνικισμό, στην ιδεολογία, έως τη προσγείωση του 1974

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ


Στο παρελθόν, η  Εκκλησία της Κύπρου κλήθηκε να αναλάβει έναν εθναρχικό ρόλο τον οποίο και έπαιξε με επιτυχία στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Και υπήρξαν πολλά παραδείγματα φωτισμένης εθναρχίας, μεταξύ των οποίων μνημονεύω εδώ δύο Αρχιεπισκόπους, τον Χρύσανθο, επί Τουρκοκρατίας, και τον Κύριλλο τον Γ΄, επί Αγγλοκρατίας. Άνθρωποι χαμηλών τόνων και οι δύο, αλλά με μεγάλες ψυχικές δυνάμεις, στήριξαν τον σκλαβωμένο λαό, ενίσχυσαν την παιδεία και τα γράμματα σε κείνους τους δύσκολους καιρούς και με το ποιμαντικό τους έργο στάθηκαν πραγματικοί πατέρες για το λαό τους.
Από ένα σημείο και μετά, όμως, η Ιεραρχία της Κύπρου άρχισε να χάνει αυτή τη χρυσή τομή, αυτή την ευλογημένη ισορροπία ανάμεσα στα δύο βασίλεια. Τρόπον τινά, από τη Θεανθρωπότητα του Σώματός της, προέκρινε το αθρώπινον, παραγκωνίζοντας το Θείον. Αντί να προσλάβει και να λογοποιήσει την ανθρώπινη σάρκα —στην προκειμένη περίπτωση το έθνος— εντέλει σαρκοποίησε τον λόγο της. Έτσι, από το 1930 και μετά, η Εκκλησία παρουσιαζόταν λίγο πολύ ως ένας πολιτικός οργανισμός, που το κύριο του έργο ήταν κατ’ αρχήν το εθνικό και όλα τα άλλα μπορούσαν και να λείπουν, ή τελοσπάντων ακολουθούσαν ως δευτερεύοντα.


Αυτοεγκλεισμός


Επιβιώσεις αυτού του ήθους, βλέπουμε ακόμα και στις μέρες μας, παρ’ όλο που οι καιροί άλλαξαν. Συναντούμε για παράδειγμα, το εξής οξύμωρο: άνθρωποι που δηλώνουν άθεοι, που δεν κοινωνούν ποτέ, ή που τελοσπάντων είναι πλήρως αδιάφοροι για το πραγματικό περιεχόμενο της Εκκλησίας, να θεωρούν ότι η Εκκλησία έχει έναν σοβαρό πολιτικό ρόλο να διαδραματίσει στα εθνικά θέματα. Απογοητευμένοι από τα πολιτικά κόμματα, στρέφονται προς την Εκκλησία αναμένοντας να ακούσουν τον ορθό εθνικό λόγο, όχι τον λόγο της αληθείας.
Το αποτέλεσμα του αυτοεγκλεισμού της κυπριακής Εκκλησίας στην ιδεολογία, ήταν να  αφήσει να περάσουν ανεκμετάλλευτες δύο μεγάλες ευκαιρίες που της πρόσφερε η ιστορία: από τη μια να γίνει ο καταλύτης στην επαφή της κοινωνίας μας με την Δύση· να φιλτράρει δηλαδή μέσα από θεολογικό λόγο τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη, ώστε αυτή η συνάντηση να γινόταν δημιουργικά. Από την άλλη, απέτυχε να αξιοποιήσει την ευκαιρία που της δόθηκε από την ιστορία για μια ειρηνική, έμπρακτη συμβίωση με ανθρώπους μιας άλλης θρησκείας, τους Μουσουλμάνους  της Κύπρου. Οι οποίοι, σημειωτέον, σε πολλές περιπτώσεις ήσαν εξ ανάγκης Μουσουλμάνοι και όχι εκ πεποιθήσεως και που εν τω μεταξύ έχουν καταλήξει να είναι αγνωστικιστές περισσότερο παρά οτιδήποτε άλλο.


Ανώμαλη προσγείωση

Σήμερα, που η ιστορία μάς προσγείωσε ανώμαλα και η πραγματικότητα στο νησί μας μάς πιέζει απ’ όλες τις πλευρές, βλέπουμε ακόμα εντονότερα τις λυπηρές συνέπειες που άφησε αυτή η πορεία από το 1930 μέχρι το 1974:
Α) τη μη τακτική προσεύλευση στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας
Β) την απουσία συγχωρητικού ήθους
Γ) τη λανθασμένη κατανόηση του μυστηρίου της θείας Εξομολογήσεως
Έπρεπε να υποστούμε την ιδεολογική και όχι μόνο, ματαίωση του 1974, για να αρχίσει μια άλλη πορεία στα θέματα αυτά. Αλλά,  διαπιστώνουμε καθημερινά και από την ποιμαντική μας εμπειρία, υπάρχει ακόμα μια κάποια δυσκολία να πεισθεί ο πιστός να προσέρχεται συχνά στη Θεία Κοινωνία ή να προεκτείνει τη Λειτουργία μέσα στη ζωή του. Κι αυτό είναι κατανοητό, αφού από το 1930 και μετά, προείχε η λατρεία της Ελλάδος, ενώ η λατρεία του Χριστού ήταν απλώς το συμπλήρωμα. Επίσης, βλέπουμε πόσο απέχουμε ακόμα από του να εμπεδωθεί το ορθόδοξο ήθος, που είναι ταυτόχρονα ασκητικό, λειτουργικό και συγχωρητικό. Όμως, πώς θα φτάσουμε να συγχωρήσουμε τους άλλους αν δεν αναγνωρίσουμε τα λάθη που διαπράξαμε ως Χριστιανοί; Ακόμα και η λεγόμενη φιλοκαλική αναγέννηση που παρατηρήθηκε μετά το ’70, προερχόμενη και πάλι από την Ελλάδα —η οποία ήταν μάλλον μια εκδοτική αναγέννηση παρά οτιδήποτε άλλο— προώθησε την έννοια μιας νοεράς προσευχής που αποσκοπεί να θηρεύσει το ατομικό βίωμα, την κατάνυξη, την αίσθηση ότι τα βρίσκω με τον Θεό μου. Εξακολουθεί να απουσιάζει η συγχωρητική προσευχή, η προσευχή για τον εχθρό, γι’ αυτόν που μας αδικεί. Βλέπουμε κόσμο που ενώ τηρεί ανελλιπώς τα «θρησκευτικά του καθήκοντα», όπως κατάντησαν παλαιότερα να ονομάζουν τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, σκανδαλίζεται σφόδρα όταν του ζητήσεις να συγχωρέσει το σύζυγο, το γείτονα, τον αδελφό που του έφταιξε.


Φόβος

Πρέπει λοιπόν η σημερινή ποιμένουσα Εκκλησία της Κύπρου να βοηθήσει τον σύγχρονο απογοητευμένο και φοβισμένο άνθρωπο να ανακαλύψει την εσώτερη του ταυτότητα, όχι αυτήν που αναγράφεται στα δελτία πολιτικών ταυτοτήτων. Θα πρέπει να του δείξει δρόμους κατάφασης, που είναι τόσο αναγκαίοι για κάθε πνευματική ανάπτυξη.
Όσον αφορά τη σχέση με τους μη-Ορθοδόξους, τους Τουρκοκύπριους, αλλά και τις άλλες θρησκευτικές μειονότητες της Κύπρου, τους Μαρωνίτες, τους Αρμένιους, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί την ταυτότητα σαν μέσο χωρισμού. Τον χωρισμό, μάς τον επιβάλλει η ιστορία. Η ιστορία του Ηρώδη και του Πιλάτου. Η Εκκλησία όμως φέρει εντός της ιστορίας μια αντι-ιστορία, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι: «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην» (Ματθ. 5, 5), «μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» (Ματθ. 5, 9). Ή ακόμα: «άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. 5, 24).


@@@@@@@@@@@@@@@@


(Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτη Μόρφου Νεοφύτου στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Μητρόπολης Δημητριάδος)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις