Ο «γουμάς» της Λύσης
.
"Νάτουν η Σκάλα μάλι σου, τζαι να μου τη χαρίσης, εν την αλλάσω φίλε μου με ένα γουμάν της Λύσης", τραγουδά ο λαικός ποιητής Παύλος Λιασίδης, και οι αλλόθρησκοι αττίλες βάλθηκαν να κάνουν το "καμάρι της μεσαρκάς" κατά τον άλλο λαϊκό ποιητή της Λύσης Γιακουμή Ατσίκκο, από χώρο μεγαλοπρέπειας, ομορφιάς και λαμπρότητας σε πραγματικό χώρο κατοικίας άλογων ζώων....
Τα χρόνια πέρασαν και η εξιδανίκευση του χαμένου τόπου ήλθε και ο μύθος κάλυψε την πραγματικότητα. Η Λύση 25 χρόνια μετά, έγινε διεθνώς γνωστή για τις κλεμμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, ενώ και οι άνθρωποι της, διασκορπισμένοι σΆ όλη την Κύπρο, παινεύονται για την καταγωγή και τα χαμένα μεγαλεία της Λύσης?
Η προσπάθεια να αγγίξω το φαινόμενο «Λυσιώτες» είναι σίγουρα υποκειμενική, αλλά ίσως θα πρέπει κάποτε να περάσουμε από τον «όμορφο μύθο της τελειότητας», στην κοινωνική ανάλυση και τη αντικειμενική μελέτη? αν βεβαίως θέλουμε να μην χαθούμε από την κούραση των αντικατοχικών και μάλλον φολκλορικών εκδηλώσεων που χρόνο με το χρόνο μοιραία και νομοτελειακά θα οδηγηθούν στην παρακμή?
Ήταν όντως η Λύση, και οι άνθρωποι της, μεγάλοι και τρανοί, όπως τουλάχιστον θέλουν κάποιοι να τους παρουσιάζουν ή η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική?
Πριν μερικά χρόνια, στην Αθήνα άκουγα τις περιγραφές μια γριούλας από την Σμύρνη, η οποία έλεγε και έλεγε για τα μεγαλεία της χαμένης πόλης, αλλά και για τις «κακές» Αθηναίες που ζήλευαν? τις «τολμηρές και κοσμοπολίτικες Σμυρνιές που τους έκλεβαν τους άντρες?»
Έλεγε, η γιαγιά με τα σπινθηροβόλα μάτια, για τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα και την πνευματική άνθιση της Μικρασιατικής πόλης, ενώ στόλιζε με τα αντιστοίχως ανάλογα επίθετα τους Αθηναίους, που ζούσαν κατά την Σμυρνιά σε μια κατάσταση «ημιάγρια»? Και οι συνειρμοί πήγαν στους φιλόξενους · μη πρόσφυγες · οι οποίοι χαρακτήριζαν τους Λυσιώτες ως «Εβραίους» -αφού έθεταν πάνω απΆ όλα το χωριό τους- αλλά και όλο μιλούσαν για τα κατορθώματα τους?
Ξεχώριζαν όντως οι κάτοικοι της Λύσης από τους άλλους πρόσφυγες, ή θέλαμε οι ίδιοι να πιστεύουμε ότι είμαστε το «άλας της Κύπρου»?
Το σίγουρο είναι ότι η κοινωνία της Λύσης, ήταν «κοινωνία των άκρων» ήταν ένας πνευματικός χώρος, με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα και πραγματικότητα την καλλιτεχνική δημιουργία?
Η εμμονή των κατοίκων του χωριού να παντρεύονται μεταξύ τους, παραπέμπει στην Παλαιά Διαθήκη και σε άλλες πρωτόγονες φυλές, αλλά ταυτόχρονα δείχνει μια εγωιστική προσέγγιση «καθαρότητας» που μάλλον υπόβοσκε, μέσα από την έντονη συλλογική κοινωνική βίωση του Θεού, η οποία όμως δεν συνοδευόταν πάντα από την προσωπική άνοδο και αλλαγή του ανθρώπου. Ακόμη και σήμερα για κάποιες παλαιότερες γενιές, θεωρείται μεγάλη προσβολή και μεγάλη «κατάντια» ο γάμος με μη Λυσιώτη?
Η κοινωνική συνείδηση επέβαλλε και ο άνθρωπος κλεισμένος, στα δεσμά του κοινωνικού ελέγχου ακολουθούσε καταπιεστικά?
Η θρησκευτική εμπειρία, η βίωση του Θεού, μέσα από την Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας, αλλά και μέσα από την ζωντανή βιωτή των ανθρώπων, ήταν η ζωογόνος δύναμη του τόπου? Οι κοσμοκαλόγεροι και οι κοσμοκαλογριές ήταν μια άλλη πραγματικότητα, που μέσα στα δύσκολα πράγματι χρόνια της φτώχιας, έδιδαν διέξοδο? ήταν μια αναγκαία λύση?
Ταυτόχρονα το φαινόμενο αυτό αποτελούσε και αιτία κοινωνικής απόρριψης, όσων για τους δικούς τους λόγους δεν ακολουθούσαν ή δεν τολμούσαν να εκδηλωθούν?
Τα λόγια του ποιητή, για την Σκάλα, την Λάρνακα μπορεί να ακούγονται «αλαζονικά», αλλά για τους περισσότερους Λυσιώτες είναι φυσιολογικά? είναι κάτι σαν την αίσθηση του Αριστοτέλη, ότι οι δούλοι είναι ήταν άνθρωποι.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι μέσα, στο μεγαλείο της πολιτιστικής δημιουργίας τους και των περίλαμπρων δημιουργημάτων τους, οδηγήθηκαν στην ύβρη και τελικά στην καταστροφή με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ενώ δεν είναι λίγοι οι Λυσιώτες που μέσα σε κρίσης ειλικρινείας, παραδέχονται ότι έφερε και καλά η εισβολή, αφού παραμέρισε την «αίρεση των καθαρών» που μάστιζε για κάποιους το χωριό? ή αποτελούσε το μεγαλείο για άλλους?
Πάντως καλώς η κακώς το γεγονός είναι ένα, ότι στη Λύση υπήρχε δημιουργία, υπήρχε κίνηση, υπήρχε δράση? και κακά τα ψέματα μόνο οι νεκροί δεν κάνουν λάθη?
Τα χρόνια πέρασαν και η εξιδανίκευση του χαμένου τόπου ήλθε και ο μύθος κάλυψε την πραγματικότητα. Η Λύση 25 χρόνια μετά, έγινε διεθνώς γνωστή για τις κλεμμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, ενώ και οι άνθρωποι της, διασκορπισμένοι σΆ όλη την Κύπρο, παινεύονται για την καταγωγή και τα χαμένα μεγαλεία της Λύσης?
Η προσπάθεια να αγγίξω το φαινόμενο «Λυσιώτες» είναι σίγουρα υποκειμενική, αλλά ίσως θα πρέπει κάποτε να περάσουμε από τον «όμορφο μύθο της τελειότητας», στην κοινωνική ανάλυση και τη αντικειμενική μελέτη? αν βεβαίως θέλουμε να μην χαθούμε από την κούραση των αντικατοχικών και μάλλον φολκλορικών εκδηλώσεων που χρόνο με το χρόνο μοιραία και νομοτελειακά θα οδηγηθούν στην παρακμή?
Ήταν όντως η Λύση, και οι άνθρωποι της, μεγάλοι και τρανοί, όπως τουλάχιστον θέλουν κάποιοι να τους παρουσιάζουν ή η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική?
Πριν μερικά χρόνια, στην Αθήνα άκουγα τις περιγραφές μια γριούλας από την Σμύρνη, η οποία έλεγε και έλεγε για τα μεγαλεία της χαμένης πόλης, αλλά και για τις «κακές» Αθηναίες που ζήλευαν? τις «τολμηρές και κοσμοπολίτικες Σμυρνιές που τους έκλεβαν τους άντρες?»
Έλεγε, η γιαγιά με τα σπινθηροβόλα μάτια, για τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα και την πνευματική άνθιση της Μικρασιατικής πόλης, ενώ στόλιζε με τα αντιστοίχως ανάλογα επίθετα τους Αθηναίους, που ζούσαν κατά την Σμυρνιά σε μια κατάσταση «ημιάγρια»? Και οι συνειρμοί πήγαν στους φιλόξενους · μη πρόσφυγες · οι οποίοι χαρακτήριζαν τους Λυσιώτες ως «Εβραίους» -αφού έθεταν πάνω απΆ όλα το χωριό τους- αλλά και όλο μιλούσαν για τα κατορθώματα τους?
Ξεχώριζαν όντως οι κάτοικοι της Λύσης από τους άλλους πρόσφυγες, ή θέλαμε οι ίδιοι να πιστεύουμε ότι είμαστε το «άλας της Κύπρου»?
Το σίγουρο είναι ότι η κοινωνία της Λύσης, ήταν «κοινωνία των άκρων» ήταν ένας πνευματικός χώρος, με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα και πραγματικότητα την καλλιτεχνική δημιουργία?
Η εμμονή των κατοίκων του χωριού να παντρεύονται μεταξύ τους, παραπέμπει στην Παλαιά Διαθήκη και σε άλλες πρωτόγονες φυλές, αλλά ταυτόχρονα δείχνει μια εγωιστική προσέγγιση «καθαρότητας» που μάλλον υπόβοσκε, μέσα από την έντονη συλλογική κοινωνική βίωση του Θεού, η οποία όμως δεν συνοδευόταν πάντα από την προσωπική άνοδο και αλλαγή του ανθρώπου. Ακόμη και σήμερα για κάποιες παλαιότερες γενιές, θεωρείται μεγάλη προσβολή και μεγάλη «κατάντια» ο γάμος με μη Λυσιώτη?
Η κοινωνική συνείδηση επέβαλλε και ο άνθρωπος κλεισμένος, στα δεσμά του κοινωνικού ελέγχου ακολουθούσε καταπιεστικά?
Η θρησκευτική εμπειρία, η βίωση του Θεού, μέσα από την Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας, αλλά και μέσα από την ζωντανή βιωτή των ανθρώπων, ήταν η ζωογόνος δύναμη του τόπου? Οι κοσμοκαλόγεροι και οι κοσμοκαλογριές ήταν μια άλλη πραγματικότητα, που μέσα στα δύσκολα πράγματι χρόνια της φτώχιας, έδιδαν διέξοδο? ήταν μια αναγκαία λύση?
Ταυτόχρονα το φαινόμενο αυτό αποτελούσε και αιτία κοινωνικής απόρριψης, όσων για τους δικούς τους λόγους δεν ακολουθούσαν ή δεν τολμούσαν να εκδηλωθούν?
Τα λόγια του ποιητή, για την Σκάλα, την Λάρνακα μπορεί να ακούγονται «αλαζονικά», αλλά για τους περισσότερους Λυσιώτες είναι φυσιολογικά? είναι κάτι σαν την αίσθηση του Αριστοτέλη, ότι οι δούλοι είναι ήταν άνθρωποι.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι μέσα, στο μεγαλείο της πολιτιστικής δημιουργίας τους και των περίλαμπρων δημιουργημάτων τους, οδηγήθηκαν στην ύβρη και τελικά στην καταστροφή με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ενώ δεν είναι λίγοι οι Λυσιώτες που μέσα σε κρίσης ειλικρινείας, παραδέχονται ότι έφερε και καλά η εισβολή, αφού παραμέρισε την «αίρεση των καθαρών» που μάστιζε για κάποιους το χωριό? ή αποτελούσε το μεγαλείο για άλλους?
Πάντως καλώς η κακώς το γεγονός είναι ένα, ότι στη Λύση υπήρχε δημιουργία, υπήρχε κίνηση, υπήρχε δράση? και κακά τα ψέματα μόνο οι νεκροί δεν κάνουν λάθη?
Σχόλια