Ο γέρο-Παναής είχε ένα πρόσωπο γιομάτο καλοσύνη…… Ένα βλέμμα γαλήνιο, γιομάτο καλοσύνη, ένα πρόσωπο παιδικό π’ όλο γελά με μια ουράνια μακαριότητα. Και τα λόγια, βγαλμένα απ’ τα βάθη της καρδιάς, χύνουν βάλσαμο στους πονεμένους, δίνουν ανατολή κι ελπίδα Αυτοί, όμως, πού τη βρίσκουνε, από πού αντλούν το κουράγιο τους, τώρα πού ή Λύση στέκει μακριά τους; Φύγανε κι αυτοί μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων. Ταλαιπωρηθήκανε. Και τώρα βρίσκουν για να ξαποστάσουν ένα συνοικισμό των Αγίων Αναργύρων. Δύο παππούδες μαζί με την αδελφή τους, την Τρυφωνούν, μια γλυκύτατη γυναίκα, με το μακρύ φουστάνι της Λυσιώτισσας και το μαντήλι στο κεφάλι. Τούς γνοιάζεται, τούς πονά. Ό γέρο – Παναής ήτανε καντηλανάφτης στην Παναγία της Λύσης. Σπίτι του κι οικογένεια του ή εκκλησία της Παναγίας. Της αφιέρωσε τη ζωή του. Τα βράδια μάζευε άντρες και γυναίκες και διάβαζαν το Απόδειπνο και τα συναξάρια της Εκκλησίας. Φύτευε το σπόρο του Ευαγγελίου στις καρδιές των Λυσιωτών… κι αυτός κυοφορήθηκε και βλά...