Η αυτονόμηση της σεξουαλικότητας



.

Η Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο «άρσεν και θήλυ». Άρα αν πάρουμε χωριστά τον άνδρα και τη γυναίκα δεν έχουμε τον άνθρωπο. Ο λόγος αυτής της διάκρισης των φύλων είναι σαφής. «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον». Ο άλλος λοιπόν είναι η αφετηρία για την αυτεκπλήρωση, την ολοκλήρωσή μου. Η υπέρβαση της ατομικότητας, η κίνηση από τον εαυτό μου προς τον άλλο, επιτυγχάνεται με τον έρωτα. Ο έρωτας είναι ενωτική δύναμη της κοινωνίας, προϋπόθεση της ζωής. Δια μέσου της αγάπης τους ο Αδάμ και η Εύα, ο άνδρας και η γυναίκα, γεύονται τους καρπούς του παραδείσου, που είναι η αλληλοσυμπλήρωση και η αμοιβαία αποδοχή. Υπερβαίνοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του, ανακαλύπτοντας τον άλλο, το Συ, αισθάνεται την έκπληξη μπροστά στην ομορφιά της αγάπης: «Τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου». Η αγαπητική αυτή σχέση είναι η μόνη σχέση που αρμόζει στους ανθρώπους και στην κτίση. Τα πάντα έτσι είναι «καλά λίαν».
Αλλά αφού η αγάπη δίνεται ελεύθερα υπάρχει και η δυνατότητα, ο πειρασμός της άρνησής της. Έτσι παρουσιάζεται ο διάβολος που (σε αντίθεση με το σύμβολο που ενώνει) είναι αυτός που διασπά, που χωρίζει. Και ενώ ο Θεός απευθυνόταν πάντα στο ζευγάρι, ο διάβολος τεμαχίζει την ενότητα, απευθύνεται μόνο στον ένα: «Και είπεν ο όφις τη γυναιξί…». Δεχόμενος ο άνθρωπος τον χωρισμό από τον σύντροφό του, δεχόμενος το προβάδισμα του εγώ, εκπίπτει. Το προπατορικό αμάρτημα είναι η στροφή του ανθρώπου στον εαυτό του, το ταμπούρωμα στον εγωκεντρισμό.
Η πρωταρχική σχέση αλλάζει. Αφού λείπει η αγάπη ο άλλος δεν είναι ο σύντροφος, ο αγαπημένος. Γίνεται κάποιος ξένος. Δημιουργείται πλέον η απόσταση. Η απουσία της αγάπης υποβιβάζει τον άλλο σε αντικείμενο, χρήσιμο για ατομική χρήση και ηδονή. Ο άλλος μετατρέπεται σε μέσο για τη δική μας ικανοποίηση, γίνεται όργανο στις εγωιστικές μας επιδιώξεις. Όπως αναφέρεται στη βιβλική διήγηση, ο Αδάμ και η Εύα «έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν». Όταν δεν υπάρχει κοινωνία προσώπων και αγαπητική σχέση, όταν ο άλλος υποβιβάζεται από πρόσωπο σε αντικείμενο, όταν οι σχέσεις γίνονται εχθρικές, η γυμνότητα και η ντροπή εμφανίζονται για να προστατεύσουν από την απειλή που είναι ο άλλος. Η έχθρα ανάμεσα στα φύλα αρχίζει. Τώρα δεν υπάρχει αγαπητική σχέση ανδρός και γυναικός. Τώρα υπάρχει η σεξουαλική εκμετάλλευση αρσενικού και θηλυκού. Η σεξουαλικότητα αποχωρισμένη από την αγάπη εμπλέκει τον άνθρωπο στη διάλυση.
Έτσι, ο πουριτανός άνθρωπος θεωρεί τη σεξουαλικότητα, και κατ’ επέκταση το ανθρώπινο σώμα και την ύλη, ως την έδρα του κακού και την πηγή της αμαρτίας. Η σεξουαλικότητα είναι μια κατώτερη ορμή που ο συνετός άνθρωπος οφείλει να τιθασεύσει, ακόμα καλύτερα να εξαλείψει αν αυτό είναι δυνατό. Ο έρωτας, χωρισμένος από το σώμα, θεωρείται και βιώνεται ως μια ιδεαλιστική και εγκεφαλική σχέση. Αλλά όταν δεν υπάρχει η αγαπητική αναφορά προς τον άλλο, η έκσταση μπροστά στο συγκεκριμένο σύζυγο, τότε ο έρωτας χάθηκε και το μυστήριο του γάμου έχει παραμορφωθεί. Αποτέλεσμα οι άχαρες και ανέραστες πουριτανές υπάρξεις που αποκλείονται από το βαθύτερο νόημα του έρωτα και της ζωής, για να μείνουν μόνες με τον εαυτό τους.
Ο άνθρωπος, του καταναλωτικού σεξουαλισμού θεωρεί τη σεξουαλικότητα σαν μια απλή βιολογική λειτουργία, που η ικανοποίηση και η όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόλαυσή της συνιστά απελευθέρωση και αναφαίρετο δικαίωμα του ατόμου. Ο έρωτας, χωρισμένος από το πνεύμα, εκλαμβάνεται ως μια φυσιολογική σωματική εκτόνωση. Η εμπορευματοποίηση του σώματος, η αντικειμενικοποίηση της γυναίκας, η χυδαιότητα της καταναλωτικής κενότητας, είναι οι μορφές της ανθρώπινης χρεοκοπίας. Η απάρνηση της πιστότητας στο ένα, μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο σημαίνει ταυτόχρονα την ισοπέδωση των αισθημάτων και των βαθύτερων αναγκών της ψυχής. Αποτέλεσμα, οι τραγικές και δυστυχισμένες υπάρξεις, που αποκλείονται από τα ουσιώδη νοήματα της ζωής, για να μείνουν μόνες με τον εαυτό τους.
Συνοψίζει ο Ν. Μπερντιάεβ: «Εάν βασικό γνώρισμα της σεξουαλικότητας είναι ο στοιχειώδης και απρόσωπος χαρακτήρας της, εκείνο που κατεξοχήν χαρακτηρίζει τον έρωτα και την αγάπη είναι το στοιχείο του ιδιαίτερου, του προσωπικού. Εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά, η τεράστια απόσταση που υπάρχει μεταξύ τους. Ο έρωτας, η αγάπη, έχουν ως αντικείμενο τους ένα συγκεκριμένο και ανεπανάληπτο άτομο, ένα μοναδικό πρόσωπο. Στον έρωτα δεν είναι καν διανοητή η αντικατάσταση ενός προσώπου από άλλο. Η ουσία του έρωτα, της αγάπης, είναι ακριβώς η ανακάλυψη της μοναδικότητας ενός προσώπου, η παραδοχή και η βίωση αυτής της αλήθειας, η συμμόρφωση προς αυτό το γεγονός. Ο έρωτας είναι η συνάντηση και αναγνώριση του ανεπανάληπτου, του μοναδικού. Είναι δηλαδή, το αντίθετο της σεξουαλικής έλξεως. Η σεξουαλική έλξη είναι «μετατρέψιμη». Συμβιβάζεται άριστα με τη μεταφορά της επιθυμίας και της προτίμησής μας από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Ο έρωτας αναζητά το συγκεκριμένο πρόσωπο, η σεξουαλική έλξη ενδιαφέρεται για τα απρόσωπα και κοινά στοιχεία του φύλου. Κύρια αποστολή της είναι όχι η επίτευξη μιας κοινωνίας προσώπων, αλλά η διέγερση και η ώθηση του ατόμου, ώστε να εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι του βιολογικού του είδους. Γι’ αυτό, ενώ ο έρωτας μπορεί να θεωρηθεί κατάσταση κατεξοχήν ανθρώπινη, προσωπική, ένα από τα βασικότερα στοιχεία που διακρίνουν τον άνθρώπο από το ζώο, η σεξουαλική ζωή αντίθετα μπορεί ευκολότατα να αποδειχθεί αιτία παλινδρομήσεως, πηγή αναστολής της εξανθρωπήσεως του ανθρώπου».
Γνωρίζοντας αυτά, η Εκκλησία δεν παρασύρεται στο μέγα σφάλμα: την αυτονόμηση της σεξουαλικότητας από τον έρωτα. Γι’ αυτό και γνωρίζει την τραγικότητα όσων διαπράττουν αυτό το σφάλμα: «Ο πουριτανός άνθρωπος προσπαθούσε να αισθάνεται αγάπη χωρίς να έχει σεξουαλική εμπειρία. Ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να έχει σεξουαλική εμπειρία χωρίς να αισθάνεται αγάπη». Το πρόβλημα βρίσκεται στο κλείσιμο της σεξουαλικότητας στο άτομο, που εγωιστικά ζητά να πάρει και μόνο να πάρει. Για την Εκκλησία η σεξουαλικότητα, όπως και κάθε άλλη έκφραση του ανθρώπου, είναι οργανικά συνδεδεμένη με ολόκληρο τον άνθρωπο. Και αν ο άνθρωπος καταξιώνεται όταν βρίσκεται σε αγαπητική σχέση με τον συνάνθρωπο, τότε φαίνεται καθαρά η πραγματική φύση και η καίρια αποστολή της σεξουαλικότητας του ανθρώπου. Η Εκκλησία είδε τη σεξουαλικότητα που ολοκληρώνεται στον έρωτα και στην αγάπη, ως έξοδο από το εγώ και τον ατομικισμό για να επιτευχθεί η κοινωνία της αγάπης με τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους.
Μπροστά στη σύγχρονη σεξουαλική αποχαύνωση, η Εκκλησία προβάλλει το μήνυμά της για το αληθινό νόημα του έρωτα καλώντας όσους πεινούν και διψούν για πραγματική αγάπη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις