Η αρμονία της παραφωνίας
.
Κυριακή πρωί και το κρύο "τρυπούσε κόκαλα". *Έλα, ρε φίλε, εδώ στο μικρό χωριό που ήλθες, θα πάμε να απολαύσουμε Θεία Λειτουργία…
* Είσαι καλά, του λέω, εδώ χωρίς καλλίφωνους ψαλτάδες και χωρίς μουσικούς παπάδες, θα καταλάβουμε τίποτα…
* Μην είσαι δύσπιστος, έλα να πάμε και αν δεν σου αρέσει φεύγουμε στη μέση.
Περπατήσαμε λίγα λεπτά στα στενά δρομάκια να φθάσουμε στη μικρή εκκλησούλα του χωριού, η οποία δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερη από ένα μικρό διαμέρισμα του ενός υπνοδωματίου.
Καλά, λέω, δικέ μου την πάτησες… αλλά δεν πειράζει πάμε να δούμε…μια ακόμη περιπέτεια…
Μπαίνουμε μέσα, πάμε στο παγκάρι και ο επίτροπος μάς λέει ένα ζεστό καλημέρα…
Καλημέρα, ανταπαντάμε, σίγουρα με λιγότερη θέρμη και πάμε και στεκόμαστε σε ένα στασίδι.
Η μία έκπληξη έφερε την άλλη αφού στον αριστερό, υποτιθέμενο, χορό, βρισκόταν μία γριά, η οποία εκτελούσε χρέη ψάλτου.
Στο δεξιό χορό, βρισκόταν ένα ασπρομάλλης παππούλης με μαύρα γυαλιά, αυτά της πρεσβυωπίας, ο οποίος προσπαθούσε να βρει τη σελίδα του βιβλίου… λίγα δευτερόλεπτα ησυχία και τότε αρχίζει την ανάγνωση του Αποστόλου…
Εδώ ήταν που έπαθα την πλάκα μου… πεντακάθαρη φωνή, περιγραφικότατη, χωρίς επιτηδεύσεις, γλυκιά και γάργαρη σαν το διπλανό ρυάκι που περνούσε λίγα μέτρα παρά δίπλα…
Η μία έκπληξη έφερε την άλλη, όταν ο Παπάς άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο… αργά και καθαρά, λέξη και νόημα, απαγγελία ψυχής και όχι χειλιών…
Τα αναγνώσματα τέλειωσαν και άρχισε ο Χερουβικός Ύμνος, τον οποίο πρέπει να πω ότι δεν πέτυχε να εκτελέσει όπως έπρεπε ο ψάλτης, ενώ χαμηλότερο βαθμό επιτυχίας είχε η κυρία ψάλτης…
Παρόλα αυτά, όλοι οι ύμνοι καρφώνονταν στο μυαλό μου, σε μία μυστική μουσική πανδαισία, που ήταν μάλλον μυσταγωγία. Σε μια στιγμή το μυαλό μου ξέφυγε και κατέβηκε στους σπουδαίες ψάλτες και τους καλλίφωνους παπάδες της πόλης, αλλά γρήγορα, επέστρεψε στα καλύτερα… * Εδώ δεν ακούω αλλά συμμετέχω, εδώ είμαι ένα κομμάτι του όλου μυστηρίου, εδώ ζω, είπα από μέσα μου.
Το μυστήριο συνεχίστηκε και η απόλυση του παπά έφερε το τέλος της Θείας Λειτουργίας, αλλά όχι το τέλος του μυστηρίου που συνεχίστηκε στην αυλή της εκκλησίας.
Ο γιορτάρης με το κρασί και τη ζιβανία να κερνά, από ένα μικρό ποτηράκι. Όλοι από το ίδιο ποτήρι, όπως συνέβη πριν λίγα λεπτά και με τη Θεία Κοινωνία, με το Αίμα και το Σώμα του Χριστού. Δίπλα από τον γιορτάρη, η σύζυγός του, η γιορτάρενα, με την πίττα και τα κόλλυβα να συμπληρώνει…
* Τι κάνετε, πώς είστε… κοπιάστε να φάμε το μεσημέρι… έτσι απλά…
Σε λίγο βγήκε από την Εκκλησία και ο Παπάς, ο παππούλης με τα σεβάσμια άσπρα γένια και το πλατύ χαμόγελο…
* Καλωσορίσατε, πώς είστε, τι κάνετε… να έχετε την ευχή του Χριστού και της Παναγίας…
Η ζέστα των ευχών σκόρπισε την ψύχρα της ημέρας. Η κουβέντα συνεχίστηκε λίγο αργότερα στο διπλανό καφενείο συνοδεία του καφέ…
* Εδώ, παιδιά μου, εμείς δεν κάνουμε τίποτα… καλλιεργούμε τα χωράφια μας και τρέφουμε τα ζώα μας…
Έτσι απλά, αλλά τα λόγια του έσταζαν μέλι… * Η Παναγία του χωριού μας, μας φροντίζει… Μας στέλλει τα πάντα… δεν έχουμε παράπονο. Εμείς παρακαλούμε μέρα και νύκτα για όλο τον κόσμο και για τα παιδιά μας…
Έχουμε τα προβλήματά μας, έχουμε τις δυσκολίες μας, αλλά η Παναγία δεν μας εγκαταλείπει. Κάμνει και πολλά θαύματα. Όσοι την παρεκάλεσαν δεν έφυγαν ζημιωμένοι. Η Παναγία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους δείχνει το δρόμο…
Τελικά βρήκαμε και εμείς το δρόμο… ο οποίος ήταν πλέον πιο σύντομος για το μακρινό χωριό και ο καλός φίλος δεν είχε πλέον παράπονο ότι τον ξεχάσαμε…
Πάντως το μυστήριο συνεχίστηκε και σε άλλα επίπεδα, τα οποία όπως και να τα περιγράψεις πάντα θα αποτυγχάνεις… Βρήκαμε τελικά φως στο σκοτεινό εκκλησάκι, αρμονία ψυχής στη δυσαρμονία των ήχων, βρήκαμε τον παράδεισο στη μοναξιά της εγκατάλειψης, βρήκαμε το Θεό… στη σοφία του αγράμματου Παπά… και ο δρόμος ήταν πλέον πολύ κοντινός για όλα…
Σχόλια