Το τάμαν και το όραμαν του Ρωμιού
Η επίσκεψη στην Αγιά Σοφιά και το παραμύθι της φυλής
.
Είναι μία βδομάδα τώρα που νιώθω τα μάτια μίας Παναγιάς να με καρφώνουν.
Τα μάτια της Παναγιάς που αν δάκρυζε θα ’σταζε αίμα.
Τα μάτια της Παναγιάς που η αυστηρή της όψη αγγίζει την άπειρη μεγαλοπρέπεια.
Τα μάτια μίας Παναγιάς «παράνομης». Εκείνης, που αν χαμηλώσει το βλέμμα θα συναντήσει τον Αλλάχ και λίγο αν γυρίσει το κεφάλι δεξιά θα αγγίξει με τα βλέφαρα τον Προφήτη. Αυτής που τρόμαξε τους Αβάρους πετώντας στα Θεοδοσιανά τείχη.
Αυτής που κάτω από το πέπλο της έσμιξαν ο Παλαιολόγος, οι Ενετοί, οι Γενουάτες και ο λαός, το βράδυ της εικοστής ογδόης προς εικοστή ενάτη Μαΐου του 1453. Αυτής που πήρε -νομίζω- το σφαγιασμένο σώμα του τελευταίου Αυτοκράτορα από την Πύλη του Ρωμανού, το παρέδωσε στην αιωνιότητα και στο θρύλο και στη συνέχεια πήρε τη θέση της κάτω από τον μεγάλο τρούλο και πάνω από το Ιερό. Και έκτοτε από εκεί οδηγεί τους Ρωμιούς με την ευχή της και την υπομονή της. Έναν ολόκληρο λαό σαν το μοναχογιό της που τον κρατεί στα γόνατα.
Όταν η οχλοβοή είχε κοπάσει και όταν πια το «Εάλω η Πόλις» δεν υπήρχε στόμα να το φωνάξει, ο Πορθητής μπήκε έφιππος στην Αγιά Σοφιά. Ο θρύλος λέει πως μπροστά στο Ιερό, το Αραβικό του άλογο αφήνιασε και λίγο έλειψε να τον γκρεμίσει. Όσοι έτυχε να δουν τη Χάρη, τη Δύναμη, την Ομορφιά της Παναγιάς της Αγιάς Σοφιάς ξέρουν γιατί. Είναι και το φως. Ο ήλιος που κάνει τον κύκλο του, μόνο και μόνο για να φωτίζει το πρόσωπο, στέλνοντας τις δέσμες των αχτίνων του να τυλίγουν σε ένα δεύτερο φωτοστέφανο τη Βρεφοκρατούσα.
Θυμάμαι πως κάποτε ο δάσκαλός μου ο Χαρίσιος όταν μας μιλούσε για την Αγιά Σοφιά, για να μας πείσει για τη μεγαλοπρέπειά της, τα περιέγραφε όλα τεράστια. Ακούγαμε για τον τρούλο, τις κολώνες, τις εικόνες, λες και ήταν δημιούργημα του Σεβάχ. Ο δάσκαλος δεν είδε ποτέ την Αγιά Σοφιά. Την ζούσε όμως. Μετά ήρθε η πιο συνειδητοποιημένη γνώση: Οι Βαράγγοι στέκονται στη Μεγάλη Πύλη και κτυπούν τα κοντάρια την ώρα που ο Ιουστινιανός περνάει για πρώτη φορά από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό. Πήρε ήδη περνώντας την πύλη την ευλογία του Χριστού. Η λειτουργία αρχίζει. Ο Πατριάρχης πρώτος και ίσος δίπλα στον Αυτοκράτορα, ο Ιουστινιανός νίκησε τον Σολωμόντα και ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος χαζεύουν τα μάτια των πιστών που ψάχνουν στον Τρούλο το μυστικό της εξαΰλωσης της μάζας. Η ορθοδοξία γίνεται Οικουμενική και η πρώτη χριστιανική Αυτοκρατορία απέκτησε το σύμβολό της.
Ένας Σκοτσέζος ιστορικός, ο Στήβεν Ράνσιμαν, μαγεύεται και με σέρνει στο παραμύθι. Οι περιγραφές του μου θυμίζουν τον δάσκαλό μου. Νιώθεις πως αυτός ο άνθρωπος σταμάτησε να γράφει για την Πόλη και το Ναό, μόνο και μόνο γιατί τα δάκρυα δεν τον άφηναν. Οργίζεται και οργίζεσαι μαζί του όταν το αριστούργημα γυμνώνεται στις εικονομαχίες. Διαισθάνεται το τέλος όταν ο Ρωμανός συλλαμβάνεται στο Ματζικέρτ, βρίζει τους δυτικούς όταν πατούν την Πόλη, αναθαρρεί και αναθαρρείς όταν μέσα από τις στάχτες πετιέται ένας νέος Βυζαντινός Πολιτισμός. Σπαράζει και σπαράζεις μαζί του, όταν το Σύμβολο κινδυνεύει να χαθεί από την ιστορία.
Και τώρα, είναι η ώρα του τάματος. Ο τρούλος χαϊδεύει τον ουρανό και ο μιναρές του λογχίζει τα πλευρά. Οι Βαράγγοι δεν είναι στη Μεγάλη Πύλη όταν περνάω. Δύο βαθουλώματα στο μάρμαρο μαρτυρούν πως κάποτε στέκονταν εκεί με τη βαριά τους πανοπλία για χίλια χρόνια. Οι τοίχοι είναι γυμνοί και ένα σύμπλεγμα σκαλωσιών προσποιείται την αναστήλωση. «Τριάντα χρόνια είναι εδώ οι σκαλωσιές και τίποτε δεν γίνεται», παραδέχεται ο Τούρκος συνοδός που ντρέπεται για την παρένθεση. Στο γυναικωνίτη ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ο Κομνηνός και η σύζυγός του Ειρήνη παρουσιάζουν τον διάδοχο. Ψηφίδες με ψυχή, τα μάτια τους σε αναζητούν: «Κατάλαβες πού βρίσκεσαι, ακούς την ψαλμωδία, βλέπεις το πορφυρό χαλί, ακούς τους ψιθύρους θαυμασμού των βαρβάρων Πρέσβεων;». Η Παναγιά είναι μάρτυρας αφ’ υψηλού.
Οι Κομνηνοί μόλις παρέδωσαν την εξουσία και ο Παλαιολόγος δεν είναι στη θέση του μπροστά και δεξιά από το Ιερό. Το σπαθί του Μωάμεθ έχει χαράξει την κολώνα ακριβώς πίσω του. Ευτυχώς είχε ήδη φύγει και δεν έζησε την ιεροσυλία.
Η ιστορία όμως είναι εδώ και ποτέ δεν θα φύγει. Την οσφραίνεσαι, την αγγίζεις, την γνωρίζεις.
Και χαίρεσαι και αγαλιάσαι σαν να βγήκες τώρα μόλις από το «όρομαν του Ρωμιού», του Βασίλη Μιχαηλίδη. Σαν να ’σαι ναύτης στο πλήρωμα του καραβιού που ναύλωσε ο ποιητής για να μπει στην Πόλη. Ο «γρουσός ατός φτεροπετά» πάνω από το καράβι, τα φτερά του πλαταγίζουν στα κύματα του Βοσπόρου, ανοίγει ουρανός και γης, Ρωμιοί και Τούρκοι προσκυνούν τον ιδιοκτήτη και το «ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια» φθάνει στις Βλαχέρνες.
Τα ψάρια επέστρεψαν στη στέρνα τους.
Σε ευχαριστώ που με αξίωσες...
Τα μάτια της Παναγιάς που αν δάκρυζε θα ’σταζε αίμα.
Τα μάτια της Παναγιάς που η αυστηρή της όψη αγγίζει την άπειρη μεγαλοπρέπεια.
Τα μάτια μίας Παναγιάς «παράνομης». Εκείνης, που αν χαμηλώσει το βλέμμα θα συναντήσει τον Αλλάχ και λίγο αν γυρίσει το κεφάλι δεξιά θα αγγίξει με τα βλέφαρα τον Προφήτη. Αυτής που τρόμαξε τους Αβάρους πετώντας στα Θεοδοσιανά τείχη.
Αυτής που κάτω από το πέπλο της έσμιξαν ο Παλαιολόγος, οι Ενετοί, οι Γενουάτες και ο λαός, το βράδυ της εικοστής ογδόης προς εικοστή ενάτη Μαΐου του 1453. Αυτής που πήρε -νομίζω- το σφαγιασμένο σώμα του τελευταίου Αυτοκράτορα από την Πύλη του Ρωμανού, το παρέδωσε στην αιωνιότητα και στο θρύλο και στη συνέχεια πήρε τη θέση της κάτω από τον μεγάλο τρούλο και πάνω από το Ιερό. Και έκτοτε από εκεί οδηγεί τους Ρωμιούς με την ευχή της και την υπομονή της. Έναν ολόκληρο λαό σαν το μοναχογιό της που τον κρατεί στα γόνατα.
Όταν η οχλοβοή είχε κοπάσει και όταν πια το «Εάλω η Πόλις» δεν υπήρχε στόμα να το φωνάξει, ο Πορθητής μπήκε έφιππος στην Αγιά Σοφιά. Ο θρύλος λέει πως μπροστά στο Ιερό, το Αραβικό του άλογο αφήνιασε και λίγο έλειψε να τον γκρεμίσει. Όσοι έτυχε να δουν τη Χάρη, τη Δύναμη, την Ομορφιά της Παναγιάς της Αγιάς Σοφιάς ξέρουν γιατί. Είναι και το φως. Ο ήλιος που κάνει τον κύκλο του, μόνο και μόνο για να φωτίζει το πρόσωπο, στέλνοντας τις δέσμες των αχτίνων του να τυλίγουν σε ένα δεύτερο φωτοστέφανο τη Βρεφοκρατούσα.
Θυμάμαι πως κάποτε ο δάσκαλός μου ο Χαρίσιος όταν μας μιλούσε για την Αγιά Σοφιά, για να μας πείσει για τη μεγαλοπρέπειά της, τα περιέγραφε όλα τεράστια. Ακούγαμε για τον τρούλο, τις κολώνες, τις εικόνες, λες και ήταν δημιούργημα του Σεβάχ. Ο δάσκαλος δεν είδε ποτέ την Αγιά Σοφιά. Την ζούσε όμως. Μετά ήρθε η πιο συνειδητοποιημένη γνώση: Οι Βαράγγοι στέκονται στη Μεγάλη Πύλη και κτυπούν τα κοντάρια την ώρα που ο Ιουστινιανός περνάει για πρώτη φορά από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό. Πήρε ήδη περνώντας την πύλη την ευλογία του Χριστού. Η λειτουργία αρχίζει. Ο Πατριάρχης πρώτος και ίσος δίπλα στον Αυτοκράτορα, ο Ιουστινιανός νίκησε τον Σολωμόντα και ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος χαζεύουν τα μάτια των πιστών που ψάχνουν στον Τρούλο το μυστικό της εξαΰλωσης της μάζας. Η ορθοδοξία γίνεται Οικουμενική και η πρώτη χριστιανική Αυτοκρατορία απέκτησε το σύμβολό της.
Ένας Σκοτσέζος ιστορικός, ο Στήβεν Ράνσιμαν, μαγεύεται και με σέρνει στο παραμύθι. Οι περιγραφές του μου θυμίζουν τον δάσκαλό μου. Νιώθεις πως αυτός ο άνθρωπος σταμάτησε να γράφει για την Πόλη και το Ναό, μόνο και μόνο γιατί τα δάκρυα δεν τον άφηναν. Οργίζεται και οργίζεσαι μαζί του όταν το αριστούργημα γυμνώνεται στις εικονομαχίες. Διαισθάνεται το τέλος όταν ο Ρωμανός συλλαμβάνεται στο Ματζικέρτ, βρίζει τους δυτικούς όταν πατούν την Πόλη, αναθαρρεί και αναθαρρείς όταν μέσα από τις στάχτες πετιέται ένας νέος Βυζαντινός Πολιτισμός. Σπαράζει και σπαράζεις μαζί του, όταν το Σύμβολο κινδυνεύει να χαθεί από την ιστορία.
Και τώρα, είναι η ώρα του τάματος. Ο τρούλος χαϊδεύει τον ουρανό και ο μιναρές του λογχίζει τα πλευρά. Οι Βαράγγοι δεν είναι στη Μεγάλη Πύλη όταν περνάω. Δύο βαθουλώματα στο μάρμαρο μαρτυρούν πως κάποτε στέκονταν εκεί με τη βαριά τους πανοπλία για χίλια χρόνια. Οι τοίχοι είναι γυμνοί και ένα σύμπλεγμα σκαλωσιών προσποιείται την αναστήλωση. «Τριάντα χρόνια είναι εδώ οι σκαλωσιές και τίποτε δεν γίνεται», παραδέχεται ο Τούρκος συνοδός που ντρέπεται για την παρένθεση. Στο γυναικωνίτη ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ο Κομνηνός και η σύζυγός του Ειρήνη παρουσιάζουν τον διάδοχο. Ψηφίδες με ψυχή, τα μάτια τους σε αναζητούν: «Κατάλαβες πού βρίσκεσαι, ακούς την ψαλμωδία, βλέπεις το πορφυρό χαλί, ακούς τους ψιθύρους θαυμασμού των βαρβάρων Πρέσβεων;». Η Παναγιά είναι μάρτυρας αφ’ υψηλού.
Οι Κομνηνοί μόλις παρέδωσαν την εξουσία και ο Παλαιολόγος δεν είναι στη θέση του μπροστά και δεξιά από το Ιερό. Το σπαθί του Μωάμεθ έχει χαράξει την κολώνα ακριβώς πίσω του. Ευτυχώς είχε ήδη φύγει και δεν έζησε την ιεροσυλία.
Η ιστορία όμως είναι εδώ και ποτέ δεν θα φύγει. Την οσφραίνεσαι, την αγγίζεις, την γνωρίζεις.
Και χαίρεσαι και αγαλιάσαι σαν να βγήκες τώρα μόλις από το «όρομαν του Ρωμιού», του Βασίλη Μιχαηλίδη. Σαν να ’σαι ναύτης στο πλήρωμα του καραβιού που ναύλωσε ο ποιητής για να μπει στην Πόλη. Ο «γρουσός ατός φτεροπετά» πάνω από το καράβι, τα φτερά του πλαταγίζουν στα κύματα του Βοσπόρου, ανοίγει ουρανός και γης, Ρωμιοί και Τούρκοι προσκυνούν τον ιδιοκτήτη και το «ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια» φθάνει στις Βλαχέρνες.
Τα ψάρια επέστρεψαν στη στέρνα τους.
Σε ευχαριστώ που με αξίωσες...
Σχόλια