Αγνωστες ανεκπλήρωτες επιθυμίες του Μακαρίου
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΤΟ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΜΙΛΑ ΣΤΗ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ»
.
? Πρώτα Αρχιεπίσκοπος και μετά πρόεδρος ο Μακάριος
? Πότε και πού δάκρυσε ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος
? Οι περιπέτειες και τα θαύματα στη ζωή του
? Η τελευταία πράξη στο Θρονί
Για τον Εθνάρχη Μακάριο έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί τόσα πολλά, σχεδόν τα πάντα. Ισως μόνο ο ιστορικός του μέλλοντος θα μπορέσει να σκιαγραφήσει ολοκληρωτικά την προσωπικότητά του, μετά από ανάλογη έρευνα. Θα μπορέσει να παρουσιάσει τον πρόεδρο Μακάριο, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον πολιτικό Μακάριο. Για μας, στόχος και σκοπός με αυτό το ρεπορτάζ είναι να γράψουμε για τον Άνθρωπο Μακάριο. Για τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό, το όνομά του ταυτίζεται με την ίδια την Κύπρο.
Οδηγός σ’ αυτή μας την απόπειρα ο ανιψιός και ο εκ των στενότερων συνεργατών του Ανδρέας Νεοφύτου, ο άνθρωπος που έζησε μαζί και δίπλα του για πάνω από 20 χρόνια.
«Πρώτες επαφές μαζί του είχα πριν από την εξορία του όταν με τους δικούς μου τον επισκεπτόμασταν στην Παλαιά Αρχιεπισκοπή. Ουσιαστικά όμως έζησα τον Μακάριο μετά την εξορία του το 1953. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς θα πήγαινα για φοίτηση σε σχολείο των Αθηνών. Το Μάρτιο προηγήθηκε η εξορία του Αρχιεπισκόπου και η δική μου αναχώρηση ακυρώθηκε από τους Άγγλους λόγω του επωνύμου μου Χατζηκλεάνθους. Δεύτερη αίτησή μου αργότερα, με το επώνυμο Νεοφύτου, έφερε αποτέλεσμα. Στην Αθήνα, μαζί με το σύνολο του ελληνισμού, υποδέχθηκα τον Μακάριο, όταν έφυγε από τις Σεϋχέλλες. Αρχικά έμενε στη Μεγάλη Βρετανία και ακολούθως η ελληνική κυβέρνηση του ενοικίασε σπίτι στο Παλαιό Ψυχικό. Εκεί έμεινε μαζί του η μητέρα μου κι αδελφή του που βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εγώ έμενα μαζί τους κάθε Σαββατοκύριακο που έφευγα απ’ τη Σχολή. Στο Παλαιό Ψυχικό μπορώ ουσιαστικά να πω ότι γνώρισα τον Αρχιεπίσκοπο. Έκανα ό,τι μπορούσα για να φαίνομαι χρήσιμος. Τον βοηθούσα σε τηλεγραφήματα, σε τηλεφωνήματα, υποδεχόμουνα αυτούς που τον επισκέπτονταν. Ακόμη, τα καλοκαίρια πήγαινα μαζί του σε όλα του τα ταξίδια. Θαυμάσιες και συγκινητικές οι εμπειρίες από τα μέρη που επισκεπτόμασταν, ακόμη όμως πιο θαυμάσιες οι συγκινητικές εκδηλώσεις του κόσμου προς το πρόσωπό του.
Από εκεί ερχόμενος εγώ πίσω στην Κύπρο εργοδοτήθηκα στο Προεδρικό και έζησα δίπλα του μέχρι την τελευταία του στιγμή».
Εθνικό – Ταμείο
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν γνωστός για την απλοχεριά και τη γενναιοδωρία του. Βοηθούσε όλους όσους είχαν ανάγκη, χωρίς να εξετάζει αν οι βοηθούμενοι ήταν υποστηρικτές του ή όχι. Τρανή απόδειξη γι’ αυτό, σύμφωνα με τον κ. Νεοφύτου, ήταν η διαχείριση του Εθνικού Ταμείου, του ταμείου που διαχειριζόταν τα έσοδα από την πώληση των χρυσών τρίλιρων, εξάλιρων και πενηντάλιρων νομισμάτων. «Με εντολή του Μακαρίου διαχειριζόμουνα το ταμείο αυτό, σκοπός του οποίου ήταν να βοηθάει άπορες οικογένειες και νέους ανθρώπους που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν. Ακόμη, χρήματα του ταμείου δίνονταν για κοινωφελείς σκοπούς. Ο Αρχιεπίσκοπος μου έδινε εντολή σε ποιον και πόσα θα δώσω. Εγώ έδινα τα χρήματα και ετοίμαζα ανάλογες αποδείξεις που μου μονόγραφε για σκοπούς αρχείου. Πριν το 1974 οι αντιμακαριακοί τον κατηγορούσαν ότι έδινε βοήθεια μόνο σε υποστηρικτές του. Έτσι, με το πραξικόπημα έψαξαν για τα βιβλία του Εθνικού Ταμείου για να στηρίξουν τις κατηγορίες τους. Τα βιβλία τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο σπίτι μου για αρχειοθέτηση και τα βρήκαν στις έρευνές τους. Νόμιζαν αρχικά ότι βρήκαν τις αποδείξεις που ήθελαν. Τελικά όμως δεν ανακοίνωσαν τίποτα για το Εθνικό Ταμείο προς τα έξω, αφού διαπίστωσαν ότι ο Μακάριος έδινε χρήματα με μόνο κριτήριο την ανάγκη του καθενός και όχι την πολιτική του τοποθέτηση.
Πρώτα Αρχιεπίσκοπος και μετά πρόεδρος
- Κύριε Νεοφύτου, σ’ όλη τη μέχρι τώρα συνομιλία μας, ονομάζετε τον Μακάριο, Αρχιεπίσκοπο και όχι πρόεδρο. Είναι τυχαίο αυτό;
«Όχι. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι είναι πρώτα Αρχιεπίσκοπος και μετά πρόεδρος της Δημοκρατίας. Άλλωστε αυτή του τη θέση την αποδείκνυε με τον τρόπο ζωής του. Αν υπήρχε μια Κυριακή που δεν θα βρισκόταν σε κάποια εκκλησία της Κύπρου, το πρωινό του θα το περνούσε στο ιερό του Αγίου Ιωάννη. Ακόμη έστω και αν αρνήθηκε ραντεβού σε κάποιον λόγω φόρτου εργασίας, σε ιερωμένο δεν αρνήθηκε ποτέ. Τέλος, δεν έμεινε ποτέ το βράδυ στο Προεδρικό. Πάντοτε πήγαινε στην Αρχιεπισκοπή τόσο το μεσημέρι για φαγητό όσο και το βράδυ για ύπνο».
Βοήθα Παναγία μου
- Πολλοί υποστηρίζουν ότι γλίτωσε από τις εναντίον του απόπειρες λόγω άνωθεν προστασίας.
- «Αυτό πιστεύω κι εγώ. Πιστεύω ότι η Παναγία έσωσε τον Μακάριο και μαζί του σωθήκαμε και εμείς που τον ακολουθήσαμε».
Ο κ. Νεοφύτου ήταν μαζί με τον Μακάριο στις 15 του Ιούλη. Τα γεγονότα της ημέρας εκείνης εξελίχθηκαν σαν άνοστο και κακόγουστο αστείο. Ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν στο σαλόνι του προεδρικού με πολλά παιδιά γύρω του. Στους πρώτους πυροβολισμούς ο κ. Νεοφύτου είδε το τανκ μέσα στο Προεδρικό. Πάει στο σαλονάκι και βλέπει τα παιδιά τρομοκρατημένα γύρω από τον Αρχιεπίσκοπο. Όλο το προσωπικό τον παρακαλεί να φύγει, χωρίς αυτός να δέχεται. Τελικά φεύγει από το Προεδρικό, αφού πρώτα ήρεμα και ήσυχα τακτοποίησε το γραφείο του. Φεύγοντας βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα φυλλαράκια των παραθύρων τους να ζητούν να τον κρύψουν, πράγμα όμως πολύ επικίνδυνο. Οι συνοδοί χωρίς κανένα σχέδιο υπόψιν ψάχνουν διαφυγή. Ο Μακάριος μη πιστεύοντας ακόμη την έκταση των γεγονότων, ζητά να πάει στο Μετόχι του Κύκκου. Ο αγώνας διαφυγής είχε αρχίσει και η Παναγιά παρούσα. Έφυγαν από το Προεδρικό χωρίς να τους συλλάβουν οι πραξικοπηματίες.
Στο Μετόχι του Κύκκου πέρασαν από δίπλα τους τα τανκ, χωρίς να αντιληφθούν ότι στο μικρό αναπηρικό αυτοκίνητο βρισκόταν ο Μακάριος. Πάνε στο Στρόβολο και αποκεί στην Κλήρου, από όπου φεύγουν για τα βουνά. Περνούν από τον Καρβουνά και στον Αμίαντο συναντούν την κυρία Λυσσαρίδη που κατέβαινε στη Λευκωσία. Φθάνουν στο Τρόοδος, μετά στον Κύκκο, όπου και πληροφορούνται ότι η κυρία Λυσσαρίδη συνελήφθη στον Καρβουνά 2-3 λεπτά μετά που πέρασαν αυτοί. Από τον Κύκκο φεύγουν για την Πάφο και την επόμενη γλιτώνουν από το βομβαρδισμό της ακταιωρού. Από εκεί πάνε σε ανθρώπους των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίοι και τους βοηθούν να φύγουν στο εξωτερικό. Ο κ. Νεοφύτου είναι απόλυτα πεπεισμένος. Η Παναγία γλίτωσε τον Μακάριο και μαζί του γλίτωσαν και αυτοί.
Μετά τον ερχομό του στην Κύπρο, μετά την τουρκική εισβολή, η καρδιά του ράγισε. Το μυαλό του δεν χωρούσε το μέγεθος της καταστροφής και η καρδιά του δεν άντεχε να μην μπορεί να βοηθήσει όσο θάθελε. «Μπήκαμε από την πίσω πόρτα της Αρχιεπισκοπής, θυμάται ο κ. Νεοφύτου, και τον είδα να δακρύζει. Το κτίριο καταστρεμμένο και ο ψυχικός του κόσμος το ίδιο. Μαζί με τον θάνατο του πατέρα του ήταν οι μόνες στιγμές που είδα δάκρυα στα μάτια του Αρχιεπισκόπου. Από τότε δεν κατάφερε να ξαναβρεί τον εαυτό του. Αντιλαμβανόταν αφενός το μέγεθος της καταστροφής και αφετέρου τις περιορισμένες δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στιγμές μεγαλύτερης θλίψης για τον Μακάριο, ήταν οι συναντήσεις του με τις μάνες των αγνοουμένων. Να βλέπει από τη μια φωτογραφίες νέων σε χέρια ικετεύοντα και από την άλλη να θέλει τόσο πολύ να βοηθήσει και να ξέρει ότι δεν μπορεί…»
Το σπίτι στο Θρονί
Μια Κυριακή του 1976 ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν στον Κύκκο. Μετά τη λειτουργία ζήτησε και πήγαν στο Θρονί. Προσκύνησε, αλλά δεν έλεγε να φύγει. Κοιτούσε προσεκτικά την περιοχή. «Αναρωτήθηκα, αφηγείται ο κ. Νεοφύτου, και αργότερα κατάλαβα τι συνέβαινε. Δεν τούπα τίποτα. Στο δρόμο για το Τρόοδος μου λέει «κατάλαβες τι κάνω;» «Εν πράματα τούτα να τα σκέφτεστε που τα τώρα, έτσι γλήορα; τον ρώτησα. «Να ξέρω πού θα με βάλετε» ήρθε με χιούμορ η απάντηση. Λίγο καιρό μετά αφού άκουσε ότι διανυκτέρευσα στον Κύκκο το προηγούμενο βράδυ, με κάλεσε και με ρώτησε αν πήγα από το Σπίτι. Ήθελε να μάθει μέχρι πού έφτασαν τα έργα. Του υποσχέθηκα ότι την επόμενη Κυριακή θα πήγαινα με φωτογραφική μηχανή στο Θρονί και θάφερνα φωτογραφίες του τάφου του. Έκανα όπως του υποσχέθηκα. Πήγα στο Θρονί, τράβηξα τις φωτογραφίες. Τελικά δεν χρειάστηκαν. Την επομένη ο Αρχιεπίσκοπος έπαθε καρδιακό επεισόδιο και πέθανε».
Ο Μακάριος αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Του άρεσε να παίζει μαζί τους και πολλές φορές στις επισκέψεις συγγενών του, περνούσε την περισσότερη ώρα με τα εγγόνια του. Η αγάπη του για τα μικρά παιδιά φάνηκε και με τους μικρούς του φιλοξενούμενους την ημέρα του πραξικοπήματος. Έγνοια του καθ’ όλη τη διαδρομή της διαφυγής ήταν η τύχη των μικρών του επισκεπτών. Ησύχασε μόνο όταν έμαθε ότι δεν έπαθαν τίποτα.
Άλλο γνώρισμα του Μακαρίου, ήταν η περηφάνεια του για επιτυχίες Κυπρίων στο εξωτερικό. Μόλις πληροφορείτο κάτι τέτοιο, με τη χαρά και την περηφάνεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, διηγείτο στους συγγενείς του τα κατορθώματα του συμπατριώτη μας στο εξωτερικό.
Πέραν των πολλών πολιτικών και θρησκευτικών καθηκόντων του, ο Μακάριος ενδιαφερόταν για την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή και την απώλεια ανάμεσα σ’ άλλα και έργων της λαϊκής μας κληρονομιάς, ζήτησε και αγόρασε για την Αρχιεπισκοπή πολλά μπαούλα και καθρέφτες σκαλιστούς με στόχο να διαφυλαχθούν για τις επόμενες γενεές.
Μια άγνωστη ίσως και ανεκπλήρωτη τελικά επιθυμία του Μακαρίου ήταν η συγγραφή των απομνημονευμάτω
ν του, σύμφωνα με τον ανιψιό του Ανδρέα Νεοφύτου. «Ένα σαββατόβραδο στην Αρχιεπισκοπή μούπε ότι ήθελε να βρει ένα ήσυχο και απόμερο χώρο για ξεκούραση.Του υποσχέθηκα να ψάξω και αυτός μου τόνισε ότι το μέρος έπρεπε να ήταν απόμερο για να μην ενοχλεί κόσμο. Το μέρος που επιλέγηκε ήταν το Μαρί, όπου και η Προεδρική Φρουρά ζήτησε και έκτισε αφιλοκερδώς το εξοχικό. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι εκεί ήθελε να αποσύρεται για να ασχοληθεί με τα απομνημονεύματά του. Ήδη είχε αρχίσει να μαζεύει τις ομιλίες του, καθώς επίσης και φωτογραφίες από τα διάφορα μέρη που έζησε. Ήθελε να δημιουργήσει κατ’ αρχήν μια φωτογραφική συλλογή και αργότερα να αρχίσει να γράφει. Τελικά η επιθυμία του αυτή δεν ολοκληρώθηκε αφού στο Μαρί δεν πρόλαβε να πάει περισσότερες από 3-4 φορές. Τελικά το εξοχικό στο Μαρί έμεινε ανεκμετάλλευτο, αφού τα αρχικά μας σχέδια, μετά τον θάνατο του Μακαρίου, για δημιουργία παιδικής εξοχής δεν υλοποιήθηκαν».
Φυλάξαμε για το τέλος της συνέντευξης δύο ερωτήματα στο συνομιλητή μας. Το κατά πόσον έχει αγιάσει ο Μακάριος, στο οποίο δεν απάντησε λέγοντας ότι είναι συγγενής του και δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη. Και το πώς θα σκιαγραφούσε τον άνθρωπο Μακάριο, στο οποίο απάντησε με τις τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου.
«Μόλις πληροφορήθηκα ότι αρρώστησε, έτρεξα στο δωμάτιό του. Ξάπλωνε με κλειστά τα μάτια. Όταν πλησίασα με κοίταξε και με παρακάλεσε «Αντρέα, πάρε μια πετσέτα σε παρακαλώ και σκούπισέ με». Του σκούπισα το πρόσωπο και τα πόδια. Και εκεί που αρνιόμουνα από τη μια να δεχθώ αυτό που αντιλαμβανόμουνα να έρχεται και από την άλλη έψαχνα λόγια για να τον ευχαριστήσω για όλα όσα μου πρόσφερε, ήρθε η φράση του που για μένα δείχνει και το μεγαλείο του ανθρώπου Μακαρίου «Σ’ ευχαριστώ Αντρέα».
? Πότε και πού δάκρυσε ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος
? Οι περιπέτειες και τα θαύματα στη ζωή του
? Η τελευταία πράξη στο Θρονί
Για τον Εθνάρχη Μακάριο έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί τόσα πολλά, σχεδόν τα πάντα. Ισως μόνο ο ιστορικός του μέλλοντος θα μπορέσει να σκιαγραφήσει ολοκληρωτικά την προσωπικότητά του, μετά από ανάλογη έρευνα. Θα μπορέσει να παρουσιάσει τον πρόεδρο Μακάριο, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον πολιτικό Μακάριο. Για μας, στόχος και σκοπός με αυτό το ρεπορτάζ είναι να γράψουμε για τον Άνθρωπο Μακάριο. Για τον άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό, το όνομά του ταυτίζεται με την ίδια την Κύπρο.
Οδηγός σ’ αυτή μας την απόπειρα ο ανιψιός και ο εκ των στενότερων συνεργατών του Ανδρέας Νεοφύτου, ο άνθρωπος που έζησε μαζί και δίπλα του για πάνω από 20 χρόνια.
«Πρώτες επαφές μαζί του είχα πριν από την εξορία του όταν με τους δικούς μου τον επισκεπτόμασταν στην Παλαιά Αρχιεπισκοπή. Ουσιαστικά όμως έζησα τον Μακάριο μετά την εξορία του το 1953. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς θα πήγαινα για φοίτηση σε σχολείο των Αθηνών. Το Μάρτιο προηγήθηκε η εξορία του Αρχιεπισκόπου και η δική μου αναχώρηση ακυρώθηκε από τους Άγγλους λόγω του επωνύμου μου Χατζηκλεάνθους. Δεύτερη αίτησή μου αργότερα, με το επώνυμο Νεοφύτου, έφερε αποτέλεσμα. Στην Αθήνα, μαζί με το σύνολο του ελληνισμού, υποδέχθηκα τον Μακάριο, όταν έφυγε από τις Σεϋχέλλες. Αρχικά έμενε στη Μεγάλη Βρετανία και ακολούθως η ελληνική κυβέρνηση του ενοικίασε σπίτι στο Παλαιό Ψυχικό. Εκεί έμεινε μαζί του η μητέρα μου κι αδελφή του που βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εγώ έμενα μαζί τους κάθε Σαββατοκύριακο που έφευγα απ’ τη Σχολή. Στο Παλαιό Ψυχικό μπορώ ουσιαστικά να πω ότι γνώρισα τον Αρχιεπίσκοπο. Έκανα ό,τι μπορούσα για να φαίνομαι χρήσιμος. Τον βοηθούσα σε τηλεγραφήματα, σε τηλεφωνήματα, υποδεχόμουνα αυτούς που τον επισκέπτονταν. Ακόμη, τα καλοκαίρια πήγαινα μαζί του σε όλα του τα ταξίδια. Θαυμάσιες και συγκινητικές οι εμπειρίες από τα μέρη που επισκεπτόμασταν, ακόμη όμως πιο θαυμάσιες οι συγκινητικές εκδηλώσεις του κόσμου προς το πρόσωπό του.
Από εκεί ερχόμενος εγώ πίσω στην Κύπρο εργοδοτήθηκα στο Προεδρικό και έζησα δίπλα του μέχρι την τελευταία του στιγμή».
Εθνικό – Ταμείο
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν γνωστός για την απλοχεριά και τη γενναιοδωρία του. Βοηθούσε όλους όσους είχαν ανάγκη, χωρίς να εξετάζει αν οι βοηθούμενοι ήταν υποστηρικτές του ή όχι. Τρανή απόδειξη γι’ αυτό, σύμφωνα με τον κ. Νεοφύτου, ήταν η διαχείριση του Εθνικού Ταμείου, του ταμείου που διαχειριζόταν τα έσοδα από την πώληση των χρυσών τρίλιρων, εξάλιρων και πενηντάλιρων νομισμάτων. «Με εντολή του Μακαρίου διαχειριζόμουνα το ταμείο αυτό, σκοπός του οποίου ήταν να βοηθάει άπορες οικογένειες και νέους ανθρώπους που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν. Ακόμη, χρήματα του ταμείου δίνονταν για κοινωφελείς σκοπούς. Ο Αρχιεπίσκοπος μου έδινε εντολή σε ποιον και πόσα θα δώσω. Εγώ έδινα τα χρήματα και ετοίμαζα ανάλογες αποδείξεις που μου μονόγραφε για σκοπούς αρχείου. Πριν το 1974 οι αντιμακαριακοί τον κατηγορούσαν ότι έδινε βοήθεια μόνο σε υποστηρικτές του. Έτσι, με το πραξικόπημα έψαξαν για τα βιβλία του Εθνικού Ταμείου για να στηρίξουν τις κατηγορίες τους. Τα βιβλία τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο σπίτι μου για αρχειοθέτηση και τα βρήκαν στις έρευνές τους. Νόμιζαν αρχικά ότι βρήκαν τις αποδείξεις που ήθελαν. Τελικά όμως δεν ανακοίνωσαν τίποτα για το Εθνικό Ταμείο προς τα έξω, αφού διαπίστωσαν ότι ο Μακάριος έδινε χρήματα με μόνο κριτήριο την ανάγκη του καθενός και όχι την πολιτική του τοποθέτηση.
Πρώτα Αρχιεπίσκοπος και μετά πρόεδρος
- Κύριε Νεοφύτου, σ’ όλη τη μέχρι τώρα συνομιλία μας, ονομάζετε τον Μακάριο, Αρχιεπίσκοπο και όχι πρόεδρο. Είναι τυχαίο αυτό;
«Όχι. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι είναι πρώτα Αρχιεπίσκοπος και μετά πρόεδρος της Δημοκρατίας. Άλλωστε αυτή του τη θέση την αποδείκνυε με τον τρόπο ζωής του. Αν υπήρχε μια Κυριακή που δεν θα βρισκόταν σε κάποια εκκλησία της Κύπρου, το πρωινό του θα το περνούσε στο ιερό του Αγίου Ιωάννη. Ακόμη έστω και αν αρνήθηκε ραντεβού σε κάποιον λόγω φόρτου εργασίας, σε ιερωμένο δεν αρνήθηκε ποτέ. Τέλος, δεν έμεινε ποτέ το βράδυ στο Προεδρικό. Πάντοτε πήγαινε στην Αρχιεπισκοπή τόσο το μεσημέρι για φαγητό όσο και το βράδυ για ύπνο».
Βοήθα Παναγία μου
- Πολλοί υποστηρίζουν ότι γλίτωσε από τις εναντίον του απόπειρες λόγω άνωθεν προστασίας.
- «Αυτό πιστεύω κι εγώ. Πιστεύω ότι η Παναγία έσωσε τον Μακάριο και μαζί του σωθήκαμε και εμείς που τον ακολουθήσαμε».
Ο κ. Νεοφύτου ήταν μαζί με τον Μακάριο στις 15 του Ιούλη. Τα γεγονότα της ημέρας εκείνης εξελίχθηκαν σαν άνοστο και κακόγουστο αστείο. Ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν στο σαλόνι του προεδρικού με πολλά παιδιά γύρω του. Στους πρώτους πυροβολισμούς ο κ. Νεοφύτου είδε το τανκ μέσα στο Προεδρικό. Πάει στο σαλονάκι και βλέπει τα παιδιά τρομοκρατημένα γύρω από τον Αρχιεπίσκοπο. Όλο το προσωπικό τον παρακαλεί να φύγει, χωρίς αυτός να δέχεται. Τελικά φεύγει από το Προεδρικό, αφού πρώτα ήρεμα και ήσυχα τακτοποίησε το γραφείο του. Φεύγοντας βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα φυλλαράκια των παραθύρων τους να ζητούν να τον κρύψουν, πράγμα όμως πολύ επικίνδυνο. Οι συνοδοί χωρίς κανένα σχέδιο υπόψιν ψάχνουν διαφυγή. Ο Μακάριος μη πιστεύοντας ακόμη την έκταση των γεγονότων, ζητά να πάει στο Μετόχι του Κύκκου. Ο αγώνας διαφυγής είχε αρχίσει και η Παναγιά παρούσα. Έφυγαν από το Προεδρικό χωρίς να τους συλλάβουν οι πραξικοπηματίες.
Στο Μετόχι του Κύκκου πέρασαν από δίπλα τους τα τανκ, χωρίς να αντιληφθούν ότι στο μικρό αναπηρικό αυτοκίνητο βρισκόταν ο Μακάριος. Πάνε στο Στρόβολο και αποκεί στην Κλήρου, από όπου φεύγουν για τα βουνά. Περνούν από τον Καρβουνά και στον Αμίαντο συναντούν την κυρία Λυσσαρίδη που κατέβαινε στη Λευκωσία. Φθάνουν στο Τρόοδος, μετά στον Κύκκο, όπου και πληροφορούνται ότι η κυρία Λυσσαρίδη συνελήφθη στον Καρβουνά 2-3 λεπτά μετά που πέρασαν αυτοί. Από τον Κύκκο φεύγουν για την Πάφο και την επόμενη γλιτώνουν από το βομβαρδισμό της ακταιωρού. Από εκεί πάνε σε ανθρώπους των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίοι και τους βοηθούν να φύγουν στο εξωτερικό. Ο κ. Νεοφύτου είναι απόλυτα πεπεισμένος. Η Παναγία γλίτωσε τον Μακάριο και μαζί του γλίτωσαν και αυτοί.
Μετά τον ερχομό του στην Κύπρο, μετά την τουρκική εισβολή, η καρδιά του ράγισε. Το μυαλό του δεν χωρούσε το μέγεθος της καταστροφής και η καρδιά του δεν άντεχε να μην μπορεί να βοηθήσει όσο θάθελε. «Μπήκαμε από την πίσω πόρτα της Αρχιεπισκοπής, θυμάται ο κ. Νεοφύτου, και τον είδα να δακρύζει. Το κτίριο καταστρεμμένο και ο ψυχικός του κόσμος το ίδιο. Μαζί με τον θάνατο του πατέρα του ήταν οι μόνες στιγμές που είδα δάκρυα στα μάτια του Αρχιεπισκόπου. Από τότε δεν κατάφερε να ξαναβρεί τον εαυτό του. Αντιλαμβανόταν αφενός το μέγεθος της καταστροφής και αφετέρου τις περιορισμένες δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στιγμές μεγαλύτερης θλίψης για τον Μακάριο, ήταν οι συναντήσεις του με τις μάνες των αγνοουμένων. Να βλέπει από τη μια φωτογραφίες νέων σε χέρια ικετεύοντα και από την άλλη να θέλει τόσο πολύ να βοηθήσει και να ξέρει ότι δεν μπορεί…»
Το σπίτι στο Θρονί
Μια Κυριακή του 1976 ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν στον Κύκκο. Μετά τη λειτουργία ζήτησε και πήγαν στο Θρονί. Προσκύνησε, αλλά δεν έλεγε να φύγει. Κοιτούσε προσεκτικά την περιοχή. «Αναρωτήθηκα, αφηγείται ο κ. Νεοφύτου, και αργότερα κατάλαβα τι συνέβαινε. Δεν τούπα τίποτα. Στο δρόμο για το Τρόοδος μου λέει «κατάλαβες τι κάνω;» «Εν πράματα τούτα να τα σκέφτεστε που τα τώρα, έτσι γλήορα; τον ρώτησα. «Να ξέρω πού θα με βάλετε» ήρθε με χιούμορ η απάντηση. Λίγο καιρό μετά αφού άκουσε ότι διανυκτέρευσα στον Κύκκο το προηγούμενο βράδυ, με κάλεσε και με ρώτησε αν πήγα από το Σπίτι. Ήθελε να μάθει μέχρι πού έφτασαν τα έργα. Του υποσχέθηκα ότι την επόμενη Κυριακή θα πήγαινα με φωτογραφική μηχανή στο Θρονί και θάφερνα φωτογραφίες του τάφου του. Έκανα όπως του υποσχέθηκα. Πήγα στο Θρονί, τράβηξα τις φωτογραφίες. Τελικά δεν χρειάστηκαν. Την επομένη ο Αρχιεπίσκοπος έπαθε καρδιακό επεισόδιο και πέθανε».
Ο Μακάριος αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Του άρεσε να παίζει μαζί τους και πολλές φορές στις επισκέψεις συγγενών του, περνούσε την περισσότερη ώρα με τα εγγόνια του. Η αγάπη του για τα μικρά παιδιά φάνηκε και με τους μικρούς του φιλοξενούμενους την ημέρα του πραξικοπήματος. Έγνοια του καθ’ όλη τη διαδρομή της διαφυγής ήταν η τύχη των μικρών του επισκεπτών. Ησύχασε μόνο όταν έμαθε ότι δεν έπαθαν τίποτα.
Άλλο γνώρισμα του Μακαρίου, ήταν η περηφάνεια του για επιτυχίες Κυπρίων στο εξωτερικό. Μόλις πληροφορείτο κάτι τέτοιο, με τη χαρά και την περηφάνεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, διηγείτο στους συγγενείς του τα κατορθώματα του συμπατριώτη μας στο εξωτερικό.
Πέραν των πολλών πολιτικών και θρησκευτικών καθηκόντων του, ο Μακάριος ενδιαφερόταν για την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή και την απώλεια ανάμεσα σ’ άλλα και έργων της λαϊκής μας κληρονομιάς, ζήτησε και αγόρασε για την Αρχιεπισκοπή πολλά μπαούλα και καθρέφτες σκαλιστούς με στόχο να διαφυλαχθούν για τις επόμενες γενεές.
Μια άγνωστη ίσως και ανεκπλήρωτη τελικά επιθυμία του Μακαρίου ήταν η συγγραφή των απομνημονευμάτω
ν του, σύμφωνα με τον ανιψιό του Ανδρέα Νεοφύτου. «Ένα σαββατόβραδο στην Αρχιεπισκοπή μούπε ότι ήθελε να βρει ένα ήσυχο και απόμερο χώρο για ξεκούραση.Του υποσχέθηκα να ψάξω και αυτός μου τόνισε ότι το μέρος έπρεπε να ήταν απόμερο για να μην ενοχλεί κόσμο. Το μέρος που επιλέγηκε ήταν το Μαρί, όπου και η Προεδρική Φρουρά ζήτησε και έκτισε αφιλοκερδώς το εξοχικό. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι εκεί ήθελε να αποσύρεται για να ασχοληθεί με τα απομνημονεύματά του. Ήδη είχε αρχίσει να μαζεύει τις ομιλίες του, καθώς επίσης και φωτογραφίες από τα διάφορα μέρη που έζησε. Ήθελε να δημιουργήσει κατ’ αρχήν μια φωτογραφική συλλογή και αργότερα να αρχίσει να γράφει. Τελικά η επιθυμία του αυτή δεν ολοκληρώθηκε αφού στο Μαρί δεν πρόλαβε να πάει περισσότερες από 3-4 φορές. Τελικά το εξοχικό στο Μαρί έμεινε ανεκμετάλλευτο, αφού τα αρχικά μας σχέδια, μετά τον θάνατο του Μακαρίου, για δημιουργία παιδικής εξοχής δεν υλοποιήθηκαν».
Φυλάξαμε για το τέλος της συνέντευξης δύο ερωτήματα στο συνομιλητή μας. Το κατά πόσον έχει αγιάσει ο Μακάριος, στο οποίο δεν απάντησε λέγοντας ότι είναι συγγενής του και δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη. Και το πώς θα σκιαγραφούσε τον άνθρωπο Μακάριο, στο οποίο απάντησε με τις τελευταίες στιγμές του Αρχιεπισκόπου.
«Μόλις πληροφορήθηκα ότι αρρώστησε, έτρεξα στο δωμάτιό του. Ξάπλωνε με κλειστά τα μάτια. Όταν πλησίασα με κοίταξε και με παρακάλεσε «Αντρέα, πάρε μια πετσέτα σε παρακαλώ και σκούπισέ με». Του σκούπισα το πρόσωπο και τα πόδια. Και εκεί που αρνιόμουνα από τη μια να δεχθώ αυτό που αντιλαμβανόμουνα να έρχεται και από την άλλη έψαχνα λόγια για να τον ευχαριστήσω για όλα όσα μου πρόσφερε, ήρθε η φράση του που για μένα δείχνει και το μεγαλείο του ανθρώπου Μακαρίου «Σ’ ευχαριστώ Αντρέα».
Σχόλια