Η κακότυχη


Κύπρον ου μ εθέσπισεν οικείν…

Ένα παραμύθι της γιαγιάς Χρυσής


Μια βολά κι ένα καιρό είχε ένα βασιλιά με τη βασίλισσα και δεν εκάμνασι παιδί. Ερωτώντας από εκεί, ερωτώντας από δω, εγυρίσαν τους μάγους ούλλους. Ε, εκαταφέραν τα κι αγκαστρώθη η βασίλισσα. Έμπα καιρός έβγα καιρός, εγέννησεν, έκαμε μια κορούδα. Ήταν όμως κακότυχη. Από την ημέρα που την εκάμασι, πίσω, πίσω, πίσω, πίσω, ήταν χαζίρι να διακονούσι. Λαλεί της ο βασιλιάς της βασίλισσας:
- Βρα, μα είμαστε βασιλιάδες κι εκαταντήσαμε και θα πεινάσωμε. Δεν κρατούμε μια μπακίρα μεσ' στο πουγγί μας, δεν έχωμεν ένα βούκο ψουμίν έσω μας...
Θα πεινούμε; Τι θα κάμωμε;
- Μα ξέρω τι θα κάμωμε;
- Θα πάω να ερωτήσω ένα μάγο να δούμεν ίντα δουλειά ένι.
Επήγεν, ερώτησε. Λαλεί του:
- Έκαμες μιαν κορούδα τώρα τελευταία;
- Ναι.
- Είναι κακότυχη και να πάεις να την πολογιάσεις. Να την εδιώξεις, να την εβγάλεις από το σπίτι σου κι αν την αφήσεις ακόμα κανένα μήνα έσω, θα βγεις έξω εσύ να διακονάς. Και πού θα πάεις να διακονίσεις βασιλιάς άνθρωπος να σου δίνουσιν ένα βούκο ψουμί να τρώεις;
Να πάεις γρήγορα να την πολογιάσεις.
Έρχεται, είπεν το της βασίλισσας κι εκάτσαν κι εκλαίασι. Ερχεται η κορούδα - επήγαινε σχολείο - θωρεί τους κι εκλαίαν.
-Μα ήντα 'χετε και κλαίετε παπά;
Ίντα 'χετε και κλαίετε μάμα;
Από τες πολλές βολές που τους ερώτησε λαλούν της:
- Κόρη μου να σου το πούμε. Τι θα κάμουμε; Έτσι κι έτσι δουλειά ένι.
Αφ' ής σε κάμαμε εφτωχύναμε, εφτωχύναμε, ήταν να διακονήσωμε. Κι είπαν μας, αν σ' αφήκωμεν έσω μας θα διακονούμε και πρέπει να σε πολογιάσωμε. Κιάρωμεν να σε πολογιάσωμε;
Εκάημαν να σε κάμωμεν.
- Θα φύγω μόνη μου.
Πεχαλί να με πολογιάσετε σεις; Θα φύγω εγώ μόνη μου να μην μαραζώνετε.
Πιάνει ένα μποξούδι ρούχα κι ετοιμάζεται. Εκάτσαν, εκλαίαν κι ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Έφυγεν η κορούδα, δεν έμεινε. Επήγεν, επήγε κάμποσον τόπο, εκόντεψε να μπει σε μια πόλη. Λέγει, θ' αναγκαστώ να μπω μέσα σε τούτη την πόλη να μην νυχτωθώ μεσ' τα στενά. Ενέβηκε. Θωρεί, είχε κάμποσες κυρίες κι εκάμνασι περίπατο. Μια κυρία είχεν ένα μωρό μέσα στην αμαξούδα, εκυλούσεν το κι επήγαινε. - Θωρείτε, ίντα κοπελλούδα έρχεται από δω. (Ηταν και όμορφη). Μα ίντα κοπελλούδα έρχεται από κει, ίντα ωραία κοπέλλα!
Ήρθε κοντά τους.
- Μα πόθεν είσαι κόρη;
- Είμαι από μακριά
- Ε, πού πάεις;
- Γυρεύω δουλειά να ζήσω. Δεν έχω μήτε μάνα μήτε κύρη, είμαι ορφανή και πεινώ μεσ' το χωριό μου.
- Πάεις μαζί μας;
- Ε, πάω.
- Να την πάρωμε, λαλεί του αντρός της η κυρία εκείνη, ζαττίν θέλωμε μια δούλα να σάζει και το μωρό και όλα. Κύλα το μωρό, λαλεί της, να πάμε.
Έπιασε κι εκείνη την αμαξούδα κι επήγασιν έσω. Είχασιν μαγειρεμένα κι εστάθη και επεριποιήθην τους. Εκουμάνταρε κιόλας αφού ήταν κόρη του βασιλιά. «Μα ίντα κουμαντάρει, ελαλούσαν, ά!»
Ε, επεριποιήθην τους, εφάγασι, έφαγε και εκείνη σιγά - σιγά κι εγέμωσε την κοιλιά της. Εδείξαν της μια καμαρούδα κι επήγε κι έπεσε να πνάσει.
Εξημέρωσεν ο Θεός το πορνό, εσηκώστη με το χάραμα, έσασε τις δουλειές της και εξέβην έξω. Λέγει της η κυρία της.
- Είναι τα γενέθλια του μωρού μας σήμερον και θα 'ρτουν οι γειτόνισσες μας να τους κεράσουμε και θα μας βοηθήσεις και εσύ.
- Θα σας βοηθήσω.
Εκατέβησαν, ήρταν οι γειτόνισσες της, οι κουμέρες της, οι φιλενάδες της. Ενέβησαν από κει στη σάλα κι εκάτσαν. Η κυρία και η δούλα εσάσαν το δίσκο και εγεμώσαν τον γλυκίσματα, καφέδες, ποτά. Έπιασεν τον η κορούδα να τον πάρει στη σάλα να τρατάρει τις κυρίες. Μόλις και πάει στην πόρτα γλιάζει, μάνα μου, ήρτε χαμαί. Πάει και ο δίσκος, έπεσε μεσ' στα πόδια των γυναικών. Επετάχτησαν πάνω, έχωσεν τες μέσα.
- Βρα πατσαβούρα, βρα πατσαβούρα... Πιάνει την η κυρία της, έδωσέν της, έδωσέν της κάμποσες.
- Δεν πειράζει, δεν πειράζει, λαλούν της οι κυρίες.
- Δεν πειράζει;
Δεν πειράζει; Έχωσε σας μέσα και δεν πειράζει; Έδωσέν της, έδωσέν της όσες εσήκωνε. Γρήγορα να φύγεις από το σπίτι μου και να μην εξαναπατήσεις.
Άτε, πάει, πιάνει το μποξούδι της κι ελάμνησε. Αφού ήταν κακότυχη. Λάμνε, λάμνε, λάμνε, λαλεί: δε θα μείνω μεσ' τούτη την πόλη να το μάθουν πως έπαθα έτσι. Θα πάω αλλού. Πάει, πάει, πάει, ηύρε μιαν άλλη πολιτεία. Άμα κοντόφτασεν ηύρε κάτι πλάσματα.
- Μα πού πάεις κόρη;
- Ε, είμαι από μακριά και γυρεύω δουλειά να ζήσω.
- Έλα μαζί μας κι έχωμε δουλειές πολλές.
Επήγαν στο σπίτι, εμαγειρέψαν, εσερβίραν το φαΐ, επεριποιήθην τους καλά. Ύστερα έφαγε κι εκείνη η φτωχή σιγά - σιγά, εγέμωσε την κοιλιά της. Εδείξαν της τόπο κι εκοιμήθην εκεί.
Εσηκώστην από το ξεφώτιν η κυρία της και εσύναξε τα ρούχα να πλύνει. "Τώρα που ηύραμε τη δούλα, λαλεί του αντρός της, να βγάλω και τα σεντόνια και τ' αποκατωσέντονα να με βοηθήσει να τα πλύνω", "Ε, πλύνε τα".
Επήγεν εις το γραφείον ο άντρας της. Βγάλει και εκείνη τα σεντόνια και τ' αποκατωσέντονα και τα σκλουβέρια και τους γυρούς των κρεβατιών και ό,τι είχε και δεν είχε τα έκαμε βουνάρι εκεί χαμαί. Επήγεν ηύρε κι άλλα, ώσπου ανακάτωνεν εύρισκε. Εκουβάλησεν τα όλα να τα πλύνει, η δούλα, τώρα που ηύρε δούλα. Εβουνάρωσέν τα όλα εκεί χαμαί. Είχεν ένα βαρέλι γεμάτον αλουσίβα κι επιάσαν κι εγεμώσαν το χαλκούδι κι άναψαν φωτιά να βράσει, ν' αρχινίσουν να πλένουν. Λαλεί της η κυρία της: "έλα έσω να πιούμεν ένα τσάι, ώσπου να βράσει η αλουσίβα".
Επήγε μέσα η κοπελλούδα να πιει το τσάι της κι άφησε τα ρούχα μόνα των. Ώσπου να πιουν το τσάι τους πετάσσεται μια αζίνα από τη φωτιά, επήραν τα ρούχα. Έκρουσεν κι εκάη κείνο το λαόνι τα ρούχα κι εγίνησαν σταχτός.
- Ου, βρα πατσαούρα, βρα πατσαούρα κι ετιτσίρωσές με, ετιτσίρωσές με. Και τα κρεβάτια μου και τες μονάδες μου και ούλα μου και τα παιδιά μου και το σπίτι μου, δεν μ' άφηκες τίποτε. (Σάκκι κι έφταιγεν εκείνη μόνο). Πιάνει ένα ζαυλόν από τη φωτιά, βάλλει την ομπρός, δώσ' της, δώσ' της, δώσ' της με το ζαυλόν έκαμεν την τουλούμι.
- Ε, πού θα πάω τώρα;
(Και νηστική. Ήπιεν ένα τσάι μόνο). Θα πάω μέσα στο δάσος, να μείνω μεσ' το όρος που δεν έχει κανένα να με δει, να μη με κλάψει... πέρκι βγουν τα θηρία και με φαν και ποσπαστώ.
Ελάμνισεν, επήγεν – επήγεν έτσι σκοτωμένη με το ζαυλό και κατσουρισμένη κι ενέβη μεσ' στο δάσος. Μέσα καλά εύρεν ένα σπηλάδι κι ενέβη μέσα κι εκούρρωσεν εκεί. Κάμνει τσιμπίν, ήταν δείλις, ανέφανε μια γυναίκα. Μια γυναίκα κι έσερνε τες σαγιές της χαμαί κι ήρτε κοντά.
- Ίντα κάμνεις κόρη μέσα 'δω; λαλεί της.
- Ίντα κάμνω; Κάμνω και τίποτε;
- Άνου πάνω γρήγορα να 'βρεις πόλη να μπεις και θα νυχτώσει τώρα και θα βγουν τα θηρία και θα σε φάσι.
- Ίντα είναι για να με φαν τα θηρία που ήρτα και λαλείς μου να πάω να νοικοκυρευτώ;
Ή μήπως είσαι συ που θα με φάεις;
- Γιατί να σε φάω;
Ξέρεις ποια είμαι γω;
- Όχι, δεν ηξέρω.
- Είμαι η τύχη σου.
- Είσαι η τύχη μου;
Και δεν αντρέπεσαι και θα μου το πεις κιόλας; Έτσι είναι που θα μ' έχεις; Ήμουν στο σπίτιν ελυσσάξαν οι γονιοί μου από την πείνα, εσύραν με έξω.
Επήγα κι ενέβηκα σ' ένα σπίτι δούλα, έδωσα χαμαί κι έσπασά τους τα όλα. Επιάσαν με, εσκοτώσαν με. Σηκώνομαι από κει επήγα αλλού. Ενέβηκα σ' άλλο σπίτι, επήγα πως θα τους τανίσω να πλύνουν τα ρούχα τους έκρουσά τους τα , έκαμά τους τα ζαυλί. Αρπάσουν το ζαυλόν, εσκοτώσαν με. Η τύχη μου είναι έτσι; Είσαι η τύχη μου και θα το πεις κιόλας;
- Σήκου κι ετελειώσαν τα κακά σου.
Να πάεις τώρα στην πόλη και θα κάμεις τύχη.
- Ίντα μου λαλείς;
Θα κάμω τύχη;
Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της εκείνη η γυναίκα κι έβγαλε ένα κουβάρι κλωστή.
Μια πράσινη κουβαρίστρα κάτι όμορφη!
- Νάτο, λαλεί της, έπαρε τούτο το κουβάρι της κλωστής κι άμα σου το ζητήσουν πούλα το και θα σαστείς.
- Ε, πόσα θα το πουλήσω και θα σαστώ;
- Όχι να σου δώσουν πέντε λίρες και να το δώσεις ή δέκα λίρες ή είκοσι... Όσα βαρεί! Να το βάλεις μεσ' στη ζυγαριά κι όσα βαρεί να σου δώσουν.
- Μα θα βαρήσει και πολλά;
- Δεν είναι δουλειά σου. Να πάεις και θα βαρήσει. Ετάραξεν η τύχη σου ολάν.
Πιάνει, το λοιπόν, η κοπελούδα κείνο το κουβάρι το νήμα, ελάμνησε. Λάμνε, λάμνε, λάμνε ήταν χαζίρι να δύσει ο ήλιος, ενέβη σε μια πόλη. Είχε μια γυναίκα κι εκάθετο πάνω στο πεζούλι, μια γριά. Λαλεί της:
- Κόρη.
- Όρισε, λαλεί της η κορούδα. - Έλα δω να δούμε πόθεν έρχεσαι και πού υπάγεις, γιατί καταλάβω σε πως είσαι ξένη.
- Είμαι ξένη, θειούλα μου, καλό.
- Ε, ίντα γυρεύεις εδώ;
- Γυρεύω και γώνι ζήση. Ένα σπίτι να μπω να τρώω ένα κομμάτι ψωμί και δεν έχω μήτε μάνα μήτε κύρη, μήτε τίποτε.
- Έλα δω κοντά μου, λαλεί της η γριά ώσπου να ξημερώσει ο Θεός και θα σου βρω εγώ σπίτι να μπεις.
Επήγεν η κοπελλούδα, εμπήκεν έσσω, έμεινε με τη γριά. Το πορνό μόλις εξημέρωσεν εσηκώστησαν, όσον κι εχάραξε το φως.
Η κορούδα εσκούπισε το σπίτι, έσασε τα κρεβάτια... Αγροικά έξω ανακατωσιά. Λαλεί της:
- Θεια, μα μαλλώνουν;
- Όχι κόρη μου, δεν μαλλώνουν. Πιε το τσάι σου και να βγούμεν έξω να δεις και συ ίντα ένι. Ήπιαν το τσάι τους και εβγήκαν έξω στη γειτονιά. Είχεν ένα ραφείον κι είχε μέσα δυο ράφτες κι έραβαν τα ρούχα του γιου του βασιλιά. Ήταν χαρτωμένος κι επήρεν τες αλλαγές του μέσα κει να τες ράψει. Κι έλειψε το νήμα και δεν ευρίσκασι το ίδιο να μοιάζει με τες αλλαγές, τα γαμπρικά του γιου του βασιλιά. Κι έτσι επεριμέναν να σαστεί πλοίο να πάει έξω το βασιλοπαίδι να πάρει δείγμα να δούμεν αν εύρει το ίδιο νήμα να ράψει τα ρούχα του. Επήγαν κι εκείνες κι ενέβησαν έσω.
- Δεν ήβρετε, γιε μου; λαλεί τους η κοτζιάκαρη.
- Δεν ηύραμε, δεν ηύραμε. Θωρείς ίσα περιμένει το βασιλοπαίδι να ξεκινήσει το πλοίο να πάει έξω να δούμε αν εύρει.
Μπήγει και κείνη το χέρι της μεσ' στην πούγκα της, έβγαλε κείνη την κουβαρίστρα που της έδωκεν η τύχη της. Παρατηρεί, ήταν το ίδιον. Λαλεί τους:
- Μήπως είναι σαν τούτο που θέλετε;
- Ε ... πού το 'βρες, κόρη; λαλεί της ο ράφτης, κι άρπαξέν το που το χέρι της.
- Εδώσαν μου το οι γονιοί μου όταν θα έφευγα από το χωριό μου. Είμαι κι εγώ βασιλοπούλα. Μα, αν σας κάμνει δίνω σας το κι εγώ τα δικά μου ράβω τα με το μπάκαρι...
- Μηνάτε του βασιλοπαιδιού να 'ρτει, μηνάτε να 'ρτει. Εφωνάζαν οι ράφτες. Εμηνύσαν του, ήρτεν.
- Έλα κι ηύραμε το νήμα που θέλαμε.
- Πού το 'βρετε;
- Εβάσταν το τούτη η κοπελλούδα. Εστάθη κι εκείνος κι εθώρεν την έσω κι έξω.
- Ε, πού το 'βρες κόρη; λαλεί της.
- Έφερά το που το σπίτι μου. Εδώσαν μου το οι γονιοί μου κι εμένα να ράβω τα ρούχα μου. Είμαι κι εγώ βασιλοκόρη.
- Ε, πόσα κάμνει κόρη; Πόσα ένι η τιμή του;
- Όσα βαρεί.
- Μα βαρεί και πολλά;
- Δεν με πειράζει, όσο βαρεί.
Βάλλουν το πάνω στη ζυγαριά και γεμώνει μια δράκα λίρες χρυσές και βάλλει τες στην άλλη κούπα, τίποτε. Γεμώνει άλλη μια, τίποτε. Γεμώνουν τη ζυγαριάν ως τα χείλη, το κουβαρούδι δεν ταράσσει.
- Κόρη, μα ίντα ένι;
- Ε, μα είπαμεν όσα βαρεί. Αφού έχω διαταγήν από τον πατέρα μου.
- Πήγαινε, λαλεί του δούλου του έσω και γέμωσε ένα ντενεκέ λίρες και φερ' τον.
Πάσι, γεμώνουν ένα ντενεκέ λίρες χρυσές κόκκινες όχι χάρτινες. Βάλλει τον εις τον ώμον κείνος ο δούλος, εκόπην το ζινίχιν του ώσπου να το φέρει. Βάλλουν τον ντενεκέ πάνω στη ζυγαριά, το κουβαρούδι δεν ταράσσει τίποτε.
- Ίντα που θα κάμωμεν τωρά;
Ενευρίασεν ο ράφτης, πατεί ενέβη μεσ' στη ζυγαριά, χορεύει πάνω, τραβά κάτω, τίποτε. Επερνούσαν κι άλλα πλάσματα, είδαν τη φασαρία κι ήρταν κοντά. Τι συμβαίνει; Το και το. Φύγετε όλοι να δούμε. Βαίνει ο ένας πάνω, πατεί ο άλλος πάνω, ενέβησαν όλοι μεσ' στη ζυγαριά. Το κουβαρούδι τίποτε.
- Παναγία μου, λαλεί το βασιλοπαίδι, μα ίντα 'ρχεται να πει;
Πατεί πάνω στη ζυγαριάν, εσωζύγιασε. Εσωζύγιασε με το γιο του βασιλιά, εγίνην ίσια – ίσια.
- Ε, τώρα; λαλεί της.
- Ε, τώρα δεν θέλω γω τον γιον του βασιλιά. Δωσ' μου ένα πράμα να ισοβαρίσει με το νήμα μου και δεν θέλω τίποτε άλλο.
Βγαίνει άλλος δεν σωζυγιάζει, βγαίνει άλλος, τίποτε, βγαίνει άλλος ...επηγαίναν – έρχοντο, τίποτε, έβγαινε το βασιλοπαίδι πάνω εσωζύγιαζε, εγένετο ίσια – ίσια.
- Μα, λαλεί ο γιος του βασιλιά εκεί που θα γλιτώσω το ντενεκέ με τες λίρες να τες πάρω έσω και να πιάσω και το νήμα μούχτι να ράψω τα ρούχα μου και να πιάσω και την κοπέλλα δεν γένεται;
Είναι πεχαλί να πάρω κείνην που είναι και παρά χωριού; – η χαρτωμένη του. Τούτη είναι κάλλιον δέκα κι ένα. (Λαλεί του δούλου του). Πιασ' τον ντενεκέ με τες λίρες γρήγορα. Έπιασε τον ντενεκέ κι ελάμνησε. Πιάνει και το βασιλοπαίδι την κόρην από το χέρι και το νήμαν επήγαν έσω. Επήρεν την έσω του κι εμηνύσαν του κυρού της να 'ρτει γρήγορα στην τάδε πολιτεία και θα στεφανωθεί η κόρη του.
Ήρτασι κι η μάνα της και ο κύρης της κι εστεφανώσαν τους κι αρμάσαν τους κι εκάμασι χαρές μεγάλες.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις