Πεινώντας τον Θεό


2000 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

.

Η πιο τραγική ίσως διάσταση της πτωτικότητάς μας είναι ο χρόνος. Ο χρόνος, όπως τον γνωρίζουμε, είναι μια από τις συνέπειες του γεγονότος ότι σε κάποια στιγμή πάψαμε να είμαστε πολίτες του Παραδείσου. Από εκείνη τη στιγμή το χρονόμετρο άρχισε να μετρά και η φθορά του σώματός μας να προχωρεί λεπτό με λεπτό, οδηγώντας μας απαρέγκλιτα προς το θάνατο. Ο χρόνος είναι μια καταδίκη που θα ήταν αιώνια, αν ο Θεός δεν επενέβαινε δυναμικά μέσα στην κλειστή μας πτωτικότητα. Η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή είναι μια κίνηση που ανατινάζει τη φυλακή του χρόνου και αλλάζει άρδην τα δεδομένα. Με τη σάρκωση του Χριστού το αιώνιο εισέρχεται στην ιστορία. Η δε ιστορία αποκτά δυνατότητα μετοχής στο αιώνιο και μετατρέπεται από πορεία φθοράς σε πορεία σωτηρίας. Το ΄Εσχατον μπαίνει μέσα στον χρόνο και η ιστορία αξιώνεται να μετέχει των Εσχάτων. Ο χρόνος από κατάρα γίνεται εργαλείο Θεώσεως και ο άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει τον Χριστό, του οποίου το αναστημένο σώμα, που έζησε τον φθαρτό χρόνο βρίσκεται στους κόλπους της Τριάδος.
Δεν υφίσταται ο χρόνος

Όταν λοιπόν εμείς οι Χριστιανοί μιλούμε για τα χρόνια, τους αιώνες και τις χιλιετίες, δεν μιλούμε για ένα αριθμητικό σύστημα που διαγράφει μια αλληλουχία θανάτου. Ο χρόνος πλέον για μας, δεν υφίσταται ως παρελθόν παρόν και μέλλον, αλλά ως ένα λειτουργικό Σήμερον. Η Εκκλησία μας, που αποτελεί προέκταση της Σαρκώσεως μέσα στην ιστορία, μας δίνει να ζήσουμε έναν άλλον χρόνο, που δεν έχει να κάμει με τον χρόνο των ρολογιών. Μας δίνει τον αναστημένο χρόνο, τον χρόνο των Εσχάτων, τον χρόνο τον λειτουργικό. Στην Εκκλησία τα χρόνια δεν χωρίζουν τους ανθρώπους των παλιών καιρών από τους σημερινούς, ούτε υπάρχει διάκριση μεταξύ πεθαμένων και ζωντανών, νέων και γέρων. Στην Εκκλησία όλα τελούνται «σήμερον». Κι όταν λέμε «σήμερον» δεν εννοούμε τη μέρα που τοποθετείται μετά από το χθες και πριν από το αύριο. «Σήμερον» σημαίνει πάντοτε και σημαίνει αιωνίως τώρα. Νυν και αεί. Είναι, νομίζω, χρήσιμο να ξαναθυμόμαστε αυτές τις αλήθειες κάθε Πρωτοχρονιά, και ιδιαίτερα φέτος που κλείνει η δεύτερη από γεννήσεως Χριστού χιλιετία και παρατηρείται παγκοσμίως ένας γενικός αναβρασμός ενόψει της αλλαγής του αιώνα. Αυτός ο αναβρασμός και η διάχυτη σύγχυση αγγίζουν πια και τον δικό μας χώρο της μικρής Κύπρου.
Η κοινωνία της Κύπρου

Το ότι το μικρό μας νησί είναι πια έκθετο και ανοικτό σε όλες τις παγκόσμιες διεργασίες, και επομένως ανησυχίες, είναι πια ένα γεγονός αναντίστρεπτο. Πράγματι, αν κάνουμε μια αναδρομή, θα δούμε ότι μέχρι και τα μέσα αυτού του αιώνα που φεύγει η κοινωνία της Κύπρου παρέμενε σχεδόν ακίνητη, διατηρώντας αναλλοίωτες τις δομές της από τους προηγούμενους και ακόμα και από τους πιο μακρινούς αιώνες. Κοινωνία ριζωμένη στην παράδοση, στη φτώχεια και τον μόχθο, ανεπηρέαστη από τις μπόρες του κόσμου, τους πολέμους, τις ιδεολογικές και τεχνολογικές επαναστάσεις, με μια λαϊκή ευσέβεια που δεν την άγγιζε ο χρόνος. Ο εικοστός αιώνας, όμως, έμελλε να σημάνει το τέλος αυτού που για αιώνες ήταν η κυπριακή κοινωνία. Η ταχύτητα με την οποίαν αλλάζουν πλέον τα πράγματα στον τόπο μας είναι ιλιγγιώδης -το ξέρουμε και το νοιώθουμε όλοι. Με τον ερχομό του νέου αιώνα τίποτα πια δεν θα θυμίζει την Κύπρο του ’50 και τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά.
Να επιπλεύσει η Εκκλησια

Οι επιδράσεις και οι παντός είδους εισροές που δέχεται ο τόπος παίρνουν μορφή μανιασμένων κυμάτων που σκάνε πάνω στη μικρή νήσο και μας κόβουν την ανάσα. Μέσα σ’ αυτή την τρικυμία του σύγχρονου κόσμου, με τους ανέμους των παντοειδών προκλήσεων που θα ενταθούν κατά τον νέο αιώνα, καλείται και η Εκκλησία της Κύπρου -όχι να δώσει μαρτυρία, όπως συνηθίζουμε να λέμε- αλλά πρώτ’ απ’ όλα να επιπλεύσει η ίδια και αφού επιπλεύσει, να περισυλλέξει ναυαγούς. Αλλά για να επιπλεύσει η Εκκλησία της Κύπρου, για να μην την καταπιούν τα κύματα, θα πρέπει, όπως κάθε καράβι, να πετάξει σαβούρα. Να πετάξει τη σαβούρα και να κρατήσει τα ουσιώδη. Και η σαβούρα είναι ό,τι την κρατά καθηλωμένη στο παρελθόν, ό,τι την ταυτίζει με κάτι στατικό, είτε είναι κοινωνική μορφή είτε ιδεολογία, ό,τι της αφαιρεί το μυστήριο και μωραίνει το αλάτι της, που αλατίζει τον κόσμο. Θα ήταν τραγικό να εκπέσει η Εκκλησία μας σε απολογητή του παρελθόντος ή να ταυτιστεί με τα λεγόμενα «εθνικοθρησκευτικά» ιδεώδη κάποιας εποχής, ή να γίνει ένας εύρωστος, έστω, φιλανθρωπικός οργανισμός. Θα ήταν ακόμα πιο τραγικό να χάσει η Εκκλησία την επαφή της με τον σύγχρονο άνθρωπο, να μην μπορεί να καταλάβει τον λόγο του, τα μηνύματα που εκπέμπει μέσα από τη δημιουργία του ή ακόμα και μέσα από την εξέγερσή του.
Η πείνα του Θεού

Ο σημερινός κόσμος της Κύπρου κοιτάζει εναγωνίως προς την Εκκλησία του γεμάτος προσδοκία. Και δεν προσδοκεί κάποια σωστή ιδεολογική τοποθέτηση, ή κάποιο θρησκευτικό δόγμα. Δεν περιμένει να του αναλύσουν μια άψογη ηθική. Ο σύγχρονος άνθρωπος πεινά τον Θεό κι αυτή η πείνα δεν μπορεί να χορτάσει με λόγια, αλλά με στερεά τροφή. Αναμένει ακόμα να δει τον Χριστό να σαρκούται σ’ έναν πολιτισμό, με μια κουλτούρα σε μια κοινωνία, όχι σε λόγια του αέρα. Δεν είναι ντροπή να έρχονται να γεμίζουν αυτό το κενό του πολιτισμού οι τράπεζες και άλλα ιδρύματα, ενώ η Εκκλησία να ψάχνεται μερικές δεκαετίες πίσω;
Η Εκκλησία οφείλει να συνεχίσει την κίνηση προς τον άνθρωπο, την οποία εγκαινίασε ο Χριστός με τη γέννησή του. Όπως ο Χριστός, μετά την πτώση μας, δεν έμεινε στον ουρανό να αγάλλεται δικαιωμένος και θιγμένος από την απιστία μας, αλλά πήρε το δρόμο και ήρθε στον κόσμο για να μας αναζητήσει και ενδύθηκε το σχήμα μας, έτσι και η Εκκλησία, προεκτείνοντας τη σάρκωση, οφείλει να αναζητήσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν την τρομάζουν οι τόποι όπου περιπλανιέται ο άνθρωπος. Δεν ξυνίζει τα μούτρα μπροστά στη γλώσσα του, την ηθική του, τη μουσική του, την κουλτούρα του. Δεν την απασχολούν τα βάρη με τα οποία είναι φορτωμένος. Κι όταν πηγαίνει στα άγονα μέρη όπου ζει ο άνθρωπος, δεν πάει για να του εξηγήσει το ορθόν και το πρέπον. Δεν σηκώνει το δάκτυλο για να τον επιπλήξει και να του κάνει τον δάσκαλο ή τον δικαστή. Πάει αδύναμη ως βρέφος. Ως παιδίον μέσα σε στάβλο και φάτνη ταπεινώσεως. Ενδύεται το σχήμα της ταλαιπωρίας του, και του προσφέρει ξανά δρόμο και φως, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Επανασύνδεση με τα μυστήρια

Νοιώθουμε ιδιαίτερα ευτυχείς και τυχεροί που βλέπουμε τον τελευταίο αυτό χρόνο του αιώνα, στη μικρή αυτή και ημικατεχόμενη Μητρόπολη της Μόρφου, να έχει ξεκινήσει και ήδη να ανδρώνεται ένας αθόρυβος αγώνας, για να διακονηθεί αυτό το μέγα μυστήριο της συνέχισης της σαρκώσεως μέσα στους σύγχρονους καιρούς και να προσφερθεί στον σύγχρονο άνθρωπο μια τροφή ικανή να κορέσει την πείνα του. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε, όπως έπρεπε να ξεκινήσει, από το εν ου εστί χρεία, δηλαδή από την προώθηση μιας λειτουργικής και λατρευτικής ευαισθητοποίησης. Με την έμφαση πρώτα στη λατρεία, στη λειτουργική τάξη, στη σωστή ψαλμωδία, στην ορθόδοξη εικόνα. Με την επανασύνδεση του κόσμου με τα μυστήρια και τους αγίους, με την επανεύρεση του κάλλους στην εκκλησιαστική ζωή. Μέρος της προσπάθειας αυτής είναι και η φροντίδα για τη διάσωση-διατήρηση της λατρευτικής κληρονομιάς και μνήμης. Ως έργα των ανθρώπων οι αριστουργηματικές αρχαίες εκκλησίες, οι πανάρχαιες εικόνες, οι τοιχογραφίες, τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, τα ιερά σκεύη, έχουν ανάγκη της δικής μας στήριξης και φροντίδας για ν’ αντιμετωπίσουν τη φθορά του χρόνου. Από τη άλλη όμως, ως ποιήματα φωτισμένων χειρών, τα έργα αυτά κλείνουν μέσα τους ανάσα Θεού. Έτσι, προσεγγίζοντάς τα με το πρόσχημα της συντήρησης εντέλει συντηρούμαστε εμείς οι ίδιοι ενάντια στη φθορά, αφουγκραζόμενοι τον λόγο τους. Πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή για διαφύλαξη των θησαυρών της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και λατρευτικής τέχνης μέσα στον αιώνα που έρχεται θα έχει καρπούς που θα ξεπερνούν τα πλαίσια της μικρής αυτής Μητρόπολης, ακόμα και της Κύπρου, γιατί η χάρη που σιωπηλά κουβαλούν μέσω των αιώνων αφορά τους ανθρώπους όλου του κόσμου. Και η προσπάθεια συντήρησης, διαφύλαξης και προβολής τους που γίνεται τώρα θα αφήσει τη χάρη τους να μιλήσει πέρα από τη Μόρφου. Σε μερικά θρησκευτικά περιβάλλοντα υπάρχει ακόμα μια επιφύλαξη όταν γίνεται λόγος για την τέχνη και την κουλτούρα. «Κοσμικά πράγματα αυτά», λένε, σαν να υπάρχει οποιαδήποτε δραστηριότητα που να είναι εκ φύσεως ή εκ των προτέρων καλή ή κακή. Αν τέτοια όμως είναι η αντιμετώπισή μας και αν δεν έχουμε να προτείνουμε τίποτα στο επίπεδο του πολιτισμού, τότε αυτό το κενό θα το γεμίσει αυτομάτως η εισαγόμενη υποκουλτούρα αμερικανικής συνήθως προελεύσεως.
Η ειλικρινής κουλτούρα

Η κουλτούρα, όταν είναι ειλικρινής, ακόμα και η μη χριστιανική, αποτελεί ένα κατώφλι του μυστηρίου. Γι’ αυτό και πρέπει η Εκκλησία να την αγκαλιάσει, να την στηρίξει, να της δώσει κίνητρα. Αυτό βλέπουμε να γίνεται με τις διάφορες πρωτοβουλίες της Μητρόπολης, τις παιδικές χορωδίες, τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις σε διάφορα χωριά της περιφέρειας, την αναβίωση των παραδοσιακών καλάντων, την επικέντρωση της κατασκήνωσης του Λαμπαδιστή στην παραδοσιακή μουσική. Δεν είναι μια παρηγοριά αυτό, ειδικά όταν τις μέρες αυτές βομβαρδιζόμαστε από παντού από «κάρολς» και τετραφωνικές χορωδίες;
Ελπίζουμε στη συνέχεια να δούμε και μουσικές παραγωγές και, γιατί όχι, μια μουσική σχολή που να εισάγει τους νέους στα μυστικά των μουσικών μας παραδόσεων.
Πολιτισμός και οικονομία
Πέρα από την τέχνη ο πολιτισμός είναι και οικονομία. Η Εκκλησία πρέπει να είναι σε θέση να προτείνει μεταξύ άλλων κι έναν εναλλακτικό τρόπο παραγωγής που να σέβεται τόσο το περιβάλλον όσο και τον άνθρωπο και να μην έχει σαν μοναδικό κίνητρο την ύψιστη υπεραξία και το κέρδος. Είναι ευτυχής η συγκυρία γιατί με τον νέο αιώνα η Μητρόπολη ξεκινά τη λειτουργία μιας τέτοιας μονάδας οικολογικών καλλιεργειών με τη βοήθεια ειδικών στα θέματα αυτά. Μέσα από τα λίγα δείγματα που ανέφερα ενδεικτικά, βλέπουμε στη Μητρόπ
oλη Μόρφου να ξεκινά μια πορεία προς τον άνθρωπο του σήμερα. Χωρίς ψευδαισθήσεις και βαρειά σκευή. Χωρίς πολλά λόγια και χωρίς να απεμπολείται η ευθύνη της Εκκλησίας να μιλήσει εκεί όπου χρειάζεται. Και αν αναφέρθηκα σε κάποιες δραστηριότητες, ας μην γίνει η παρεξήγηση και να νομισθεί ότι υπάρχει εδώ κάποιο βαρύγδουπο κοινωνικό πρόγραμμα ή ότι τα έργα τίθενται ως αυτοσκοπός. Υπάρχει ένα όραμα. Και υπάρχει η πεποίθηση ότι όσο κρατούμε την αλήθεια, δηλαδή τον Χριστό, όλα διαποτίζονται από την αλήθεια και καρποφορούν. Και όσο είμαστε ανοιχτοί στο μυστήριο τόσο οι πράξεις και τα έργα μας φωτίζονται. Από το περιοδικό της Ιεράς Μητρόπολης Μόρφου «Αγιος Μάμας».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις