Στη ζεστασιά του Αγίου Νικολάου της Ορούντας


Στη ζεστασιά του Αγίου Νικολάου της Ορούντας
.

Απόγευμα Σαββάτου, η θερμοκρασία συνωστιζόταν γύρω στους μηδέν βαθμούς Κελσίου και η άσπρη μαγεία του χιονιού απλωνόταν σε απόσταση αναπνοής, από το γραφικό, ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου της Ορούντας.
Ώρα του εσπερινού αλλά στην πλακόστρωτη αυλή της μονής, δεν υπήρχε άνθρωπος, ενώ κλειστή ήταν και η πόρτα της μικρής εκκλησούλας του Αγίου Νικολάου. Ωστόσο, τα κεριά στον υπαίθριο νάρθηκα της μονής άναβαν, δίνοντας το στίγμα της ζωής στη παγωμένη ατμόσφαιρα.
Ένα απαλό σπρώξιμο της πόρτας της εκκλησούλας, και η χαμηλή φωνή της αναγνώστριας - μιας νεαρής κοπελίτσας - που διάβαζε εκείνη την ώρα την «ενάτη ώρα» σε καλωσόριζε, στον άλλο κόσμο της ουράνιας γαλήνης. Τα καντήλια μπροστά στον Χριστό, την Παναγία και τους άλλους αγίους τρεμόπαιζαν, φωτίζοντας τα μεταρσιωμένα πρόσωπα στις βυζαντινές εικόνες. Το βλέμμα πλανήθηκε στο χώρο, για να αντικρίσει τη συνέχεια των προσώπων των αγίων, στη μαύρη φιγούρα μια λυγερόκορμης καλογριάς. Κρυμμένη μέσα στα ράσα και στο κουκούλι της κεφαλής, μπαινόβγαινε στο ιερό βήμα, είτε για να θυμιάσει, τους αγίους και τους ανθρώπους, είτε για να τακτοποιήσει άλλες εργασίες που επέβαλε το τυπικό του εσπερινού.
Τα στασίδια στο ναό, ήταν σχεδόν άδεια, αφού μόνο δύο με τρία νεαρά άτομα, στέκονταν ευλαβικά παρακολουθώντας την απογευματινή μυσταγωγία. Στο ψαλτήρι όμως τα στασίδια δεν χωρούσαν τις νεαρές, δόκιμες μοναχές ή άλλες ψάλτριες, που υμνούσαν με τις αγγελικές τους φωνές, το Θεό και τους αγίους.
Έτσι, απλά και ταπεινά, χωρίς μικρόφωνα, χωρίς μεγάφωνα, χωρίς προβολείς, χωρίς φωνές και παραφωνίες, χωρίς επιδείξεις και μικρότητες. Μια νεαρή, όπως τις άλλες, προΐστατο του χορού και οι άλλες ακολουθούσαν. Τα αναγνώσματα, ο «ευλογητός» και η «απόλυση» - δεν υπήρχε ιερέας - ανήκε στη μοναχή, η οποία ήταν η πρώτη της αδελφότητας.
Όμως, ως άνθρωποι στον κόσμο οικούντες και τους καημούς ακολουθούντες, δεν ήταν δυνατό να βιώσουμε την τελειότητα, χωρίς τις μικρότητες και τις ατέλειες. Ο χώρος του ναού, έμοιαζε με ένα μεγάλο ψυγείο. Μια μικρή σόμπα πετρελαίου, στη μέση του ναού, λειτουργούσε μάλλον ως άλλοθι, ως ψευδαίσθηση της θέρμανσης. Η πόρτα του ναού, μπορεί να είχε χαλί στο έδαφος, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στον κρύο αέρα που εισέβαλλε στο χώρο. Ίσως η κρύα ατμόσφαιρα λειτουργούσε ως κεντρί για να μην έλθει η νύστα από τον κάματο της ημέρας. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, προς το τέλος της ακολουθίας, εισήλθαν στο ναό δυο τρεις ευλαβείς άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, οι οποίοι φαίνεται ήξεραν από την ψαλτική τέχνη ή αρέσκονταν να συμψάλλουν με το χορό. Μπορεί οι ίδιοι να απολάμβαναν το ψάλσιμο, αλλά οι παρευρισκόμενοι μάλλον εκνευρίζονταν με τη παραφωνία. Ωστόσο, κανείς δεν είπε τίποτα. Επέδειξαν όλοι ανοχή και πρώτες απ’ όλους οι ψάλτριες που σίγουρα, παρενοχλούνταν περισσότερο απ’ όλους. Τελικά όμως ο Άγιος Νικόλαος, ο άγιος των δώρων της δύσης, έδωσε τα δώρα του και ζέστανε νοερά την ατμόσφαιρα, με τη πραγματική μυσταγωγία της ώρας και του χώρου. Το ιλαρό φως των καντηλιών και των κεριών, οι θεσπέσιες ψαλμωδίες και το μοσχομυριστό λιβάνι λειτούργησε διαλυτικά της σκοτοδίνης του μυαλού και των απογοητεύσεων του βίου. Η ελπίδα γεννήθηκε και η χαρά βασίλευσε, γεγονός που αποτυπώθηκε στα πρόσωπα όλων των παρευρισκομένων που μετά το πέρας της ακολουθίες έφυγαν χαμογελώντας από το χώρο.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις