Όταν ο Θεός φοβάται τον παπά


Όταν ο Θεός φοβάται τον παπά
.

Όταν ο παπάς είναι νέος φοβάται το Θεό, αλλά όταν μεγαλώσει, φοβάται ο Θεός τον παπά. Η συνήθεια καθίσταται δεύτερη φύση και το λειτούργημα καταντά επάγγελμα. Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος πειρασμός των κληρικών, που καθημερινά έρχονται σε επαφή με τη θεία χάρη, με τα άγια των αγίων, που καθίστανται με τα ράσα και τα άμφια, αυθεντίες στα μάτια των πιστών. Όταν λείψει η αυτογνωσία και η ενδοσκόπηση, όταν λείψει η εξομολόγηση και ο καλός έλεγχος, τότε ο πειρασμός είναι εξαιρετικά μεγάλος. Τα ίδια και χειρότερα παθαίνουν και οι επίσκοποι, οι οποίοι με τα λεγόμενα συγγνωστά αμαρτήματα και κλεισμένοι στο κλουβί της βασιλικής δόξας και της ποιμαντικής υπεροχής, κινδυνεύουν περισσότερο από τους υπόλοιπους πιστούς. Η ιστορία που ακολουθεί είναι αληθινή.

Ο άνθρωπος έχασε, πριν μερικούς μήνες, τον γιο του. Όλο κλαίει και οδύρεται για το κακό που τον βρήκε. Πριν μερικές βδομάδες πήγε στο χωριό του, για να τελέσει το μνημόσυνο της μάνας του. Παραμονή του μνημοσύνου έδωσε στον παπά ένα χαρτί με πέντε ονόματα - τους πιο στενούς συγγενείς του - για να τα μνημονεύσει. Το πέμπτο, ήταν του γιου του. Πλήρωσε αυτά που του ζήτησαν και έφυγε. Την επομένη τελέστηκε η Θεία Λειτουργία, τελέστηκε το μνημόσυνο, διαβάστηκαν τα τέσσερα ονόματα, όχι όμως το πέμπτο. Θα έγινε κάποιο λάθος, είπε στην αρχή, κατάπιε τον πόνο του και το άφησε να περάσει.

Ύστερα από δύο Κυριακές ήταν το μνημόσυνο του πατέρα. Το σκηνικό το ίδιο. Χαρτί με τα πέντε ονόματα και ανάμεσά τους, το όνομα του γιου του. Και πάλι ο παπάς δεν διάβασε το όνομα. Δεν άντεξε ο άνθρωπος και πήγε να ζητήσει το λόγο. Έχουμε εντολές από τον Δεσπότη μας, να μην διαβάζουμε πάνω από τέσσερα ονόματα στα μνημόσυνα, ήταν η απάντηση. Καλά, πάτερ μου, γιατί δεν μου το είπατε προηγουμένως, να πληρώσω περισσότερα, γιατί δεν μου είπατε να αφαιρέσω ένα άλλο όνομα, γιατί πάτερ μου.
Απάντηση δεν πήρε. Στη μέση μπήκαν πιο ψύχραιμοι και το κακό δεν έγινε.
Απαντήσεις, ο πονεμένος άνθρωπος, ζητούσε από τον κάθε γνωστό και φίλο του, ο οποίος τύγχανε να περνά από το δρόμο του. Ο πόνος έσμιγε με την οργή και απειλούσε θεούς και δαίμονες. Να μην μου μνημονεύσει το γιο μου, να μην μπορεί να βρει βοήθεια στον άλλο κόσμο, να... να... να....

Τώρα τι να απαντήσεις σε ένα άνθρωπο που έχασε το παιδί του, εκτός από το να σιωπήσεις. Στην Ελλάδα συνηθίζουν να ρωτούν όταν κάποιος πεθαίνει, αν έχασε παιδί. Αν δεν έχασε, λένε ότι πάει χαρούμενος. Στην Κύπρο λένε ότι όταν έχεις ένα παιδί είναι σαν να μην έχεις κανένα. Αν το χάσεις, χάνεσαι κι εσύ. Οι πατέρες της Εκκλησίας συνηθίζουν να λένε ότι ο μεγαλύτερος πόνος σ΄ αυτή τη ζωή επισυμβαίνει όταν ο γονιός χάνει το παιδί του. Σημειώνουν ότι μόνο η Παναγία μπορεί να προσφέρει παρηγοριά.

Η στάση του παπά, μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως απαράδεκτη, αλλά δεν παύει να είναι αντανάκλαση των εντολών που είχε από τον Μητροπολίτη του. Είναι συχνό το φαινόμενο πενθούντες, να προσκομίζουν κόλλες με δεκάδες ονόματα για να τα μνημονεύσουν οι παπάδες. Είναι όντως κουραστικό, να διαβάζονται δεκάδες ονόματα στο πλαίσιο των μνημοσύνων , στο τέλος μιας χαρούμενης Θείας Λειτουργίας.
Κανονικά ομιλούντες, δεν έπρεπε να τελούνται μνημόσυνα τις Κυριακές. Στην Ελλάδα τα μνημόσυνα τελούνται μετά την απόλυση της Λειτουργίας.

Θα ήταν πολύ καλύτερα ο παπάς, να εξηγούσε στον πονεμένο άνθρωπο, ότι τα υπόλοιπα ονόματα διαβάζονται στη Θεία Πρόθεση, όταν ετοιμάζεται η Θεία Κοινωνία, στο πλαίσιο και πάλι της Θείας Λειτουργίας. Ο Θεός βλέπει την πρόθεση και ακούει τις προσευχές των ζωντανών για τους νεκρούς.
Τώρα, αν ο παπάς διάβασε ή ξέχασε να διαβάσει ένα όνομα, ο Θεός δεν περιμένει να ακούσει το όνομα για να σπλαχνιστεί ένα παιδί του, είτε βρίσκεται σ΄ αυτό τον κόσμο, είτε στον άλλο.
Η αρετή της διάκρισης και ο καλός τρόπος, είναι ικανός να βγάλει ακόμη και το φίδι από την τρύπα του. Ένας άλλος παπάς, όταν επέμεναν οι πιστοί να ανάβουν τεράστιες λαμπάδες εντός της Εκκλησίας, τους έλεγε ότι θα τους άναβε για ένα μήνα κάθε μέρα και ένα κεράκι, παρά να την ανάψουν για λίγα λεπτά. Ωστόσο, αυτά τα λίγα λεπτά της τεράστιας λαμπάδας θα ήταν ικανά, να προκαλέσουν ζημιά στις τοιχογραφίες και να μαυρίσουν το ναό. Με τη λογική αυτή εξήγηση, έμειναν τελικά όλοι ικανοποιημένοι.

Τώρα, τι να απαντήσεις στον πονεμένο άνθρωπο και τι να πεις. Το μόνο ίσως που θα τον παρηγορήσει, είναι μια άλλη αληθινή ιστορία, που δείχνει ότι ο Θεός ποτέ δεν αφήνει αβοήθητο κανένα. Πριν μερικά χρόνια ένας ομογενής από την Αυστραλία θέλησε να επισκεφθεί το Άγιο Όρος. Μάζεψε τις οικονομίες του, για το μεγάλο ταξίδι, με την ελπίδα ότι θα βρει παρηγοριά στα βάσανα της ζωής. Όταν πάτησε το πόδι του στο αγιώνυμο όρος, θέλησε να πάει σε ένα μοναστήρι, που μόναζαν πατριώτες του. Περπάτησε για μερικές ώρες, κουράστηκε, ίδρωσε, πήγε στο μοναστήρι, αλλά λίγο έλειψε να τον διώξουν κατάνυκτα. Δεν τηλεφώνησε να κλείσει θέση και άκουσε τα εξ αμάξης. Την επομένη πρωί - πρωί, πήγε στο λιμάνι για να αναχωρήσει για τον «κόσμο» όπως λένε οι μοναχοί. Εκεί που ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί, συνάντησε «τυχαία» ένα μοναχό από ένα άλλο μοναστήρι. Κουβέντιασαν, του άνοιξε την καρδιά του και ο μοναχός τον πήρε με το αυτοκίνητό του, στο δικό του μοναστήρι. Τον φιλοξένησε «βασιλικά» όπως έλεγε, εξομολογήθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του και ύστερα από μια βδομάδα, αναχώρησε πανευτυχής.
Κάθε χρόνο θα έρχομαι στο Άγιο Όρος, έλεγε φεύγοντας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις