Ο μάστρε Καλλής ο λεβεντόγερος ψάλτης
Ο μάστρε Καλλής ο λεβεντόγερος ψάλτης
.
Δεν φοβούμαι το Θεό, λέει με παρρησία, τονίζοντας ότι ο Θεός δεν είναι κακός δεν είναι τιμωρός. Μας αγαπά, σημειώνει απλά. Αφού είμαι χριστιανός, τονίζει, έχω σχέση με το Θεό, έχω τις ελπίδες μου στο Θεό. Μεγάλωσε μέσα στην Εκκλησία, ενώ την τέχνη της ψαλτικής την έμαθε από τον Κώστα Ευσταθίου. Γεμάτος ζωή, ακόμη και σήμερα, ποιεί τέχνη κτίζοντας πέτρα τόσο απλά όσο απλά μα ουσιαστικά μιλά. Η συνάντηση στο όμορφο Γούρρι, έγινε ανήμερα της γιορτής του Αγίου Νεκταρίου. Ο Μάστρε Καλλής, πήγε πρωί - πρωί στο γειτονικό χωριό το Φικάρδο, όπως το λέει, εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, όπου έψαλλε για τη μεγάλη γιορτή.
Η «ροφκιά» του δασκάλου
Θυμάται τα παλιά με νοσταλγία, αλλά όχι με θλίψη και παράπονο. Χορτασμένος κυριολεκτικά της ζωής και πλήρως ικανοποιημένος, λέει ότι οι γονείς του, τον έβγαλαν από το σχολείο στην Πέμπτη τάξη του δημοτικού. «Ήμουν καλός μαθητής και έμαθα πολλά γράμματα, τόσα, που σήμερα δεν μαθαίνουν οι απόφοιτου του γυμνασίου» λέει με περηφάνια. Ο δάσκαλός του ήταν ο Λουκάς Ακκίδης από το Καϊμακλί. Καλός αλλά πολύ αυστηρός δάσκαλος. Είχε στην τάξη 60 παιδιά, όσα δηλαδή τα παιδιά όλου του χωριού. Η πειθαρχία ήταν αυστηρότατη και συνοδευόταν από τις ανάλογες τιμωρίες. Μας έστελλε να κόψουμε βέργες από ροδιές, τις οποίες χρησιμοποιούσε για ραβδί. Απλώναμε το χέρι μας και η «ροφκιά πάννιζε πάνω στη φούχτα μας». Εγώ έπαιρνα τα γράμματα και δεν έτρωγα ξύλο μέσα στην τάξη. Ωστόσο, τις έτρωγα γιατί έβγαινα από το σπίτι μου τα απογεύματα και τις Κυριακές χωρίς άδεια του δασκάλου. «Έμενε δίπλα στο σπίτι μας και με έβλεπε από το παράθυρο καθώς έβγαινα κρυφά για να βρω τους φίλους μου, για να παίξω».
Η διασκέδαση τότε ήταν ο καφενές. Οι κάτοικοι συζητούσαν τα προβλήματα τις δυσκολίες. Πάντοτε, σημειώνει, υπήρχαν διαφωνίες. Ωστόσο υπήρχε σεβασμός. Όταν έμπαινε ο παπάς και ο δάσκαλος, όλοι σηκώνονταν από σεβασμό. «Ήταν οι επίσημοι μας, οι οποίοι μας δίδασκαν. Ήταν οι διαβασμένοι».
Στο μεροδούλι
Η Πέμπτη τάξη ήταν και η τελευταία για τον Καλλίνικο κατά τους δασκάλους και Καλλή κατά τους μαστόρους. Έπρεπε να μάθει τέχνη και να προσφέρει στην οικογένεια του. Κοντά στον πατέρα του, Χριστοφή, έμαθε την τέχνη. Πώς κόβεται η πέτρα του βουνού, πώς τοποθετείται, πώς ετοιμάζεται ο ασιεροπυλός για να γίνει το πληθάρι. Όλα με μεράκι, όλα με μαεστρία και βεβαίως με πολύ κόπο.
Δουλειές υπήρχαν στα γειτονικά χωριά Καμπί και Φαρμακάς. Έφευγαν τη Δευτέρα το πρωί με το γαϊδουράκι τους και επέστρεφαν το Σάββατο για να περάσουν την Κυριακή με τη μητέρα και τα άλλα αδέλφια.
Οι γυναίκες ήταν για τις δουλειές του σπιτιού και για τα χωράφια. Ο μάστρε Καλλής λέει ότι η σύζυγός του, ενεπλάκη στο κτίσμα μόνο όταν έκτιζε το σπίτι της κόρης του.
Οι μαστόροι
Δεν υπήρχαν ούτε μηχανικοί ούτε και αρχιτέκτονες, λέει με πολύ απλότητα ο Μάστρε Καλλής. «Εμείς σχεδιάζαμε στη γη το σπίτι, εμείς χαράζαμε τους θεμελιούς, εμείς κτίζαμε, εμείς κάναμε τα πάντα, εμείς είμαστε οι μαστόροι». Για να κτιστεί ένα σπίτι, χρειαζόταν ένας περίπου μήνας καθαρής δουλειάς, έξω οι προετοιμασίες. Το κτίσιμο της πέτρας, απαιτούσε δύο μαστόρους. Ό ένας από μέσα και άλλος από έξω, οι οποίοι έκτιζαν ταυτόχρονα. Η συνεργασία δύο «κεφαλών», απαιτούσε πρόσθετη τέχνη και βεβαίως ανάλογους ρυθμούς. Το κτίσιμο των πλιθαριών ήταν πιο εύκολο. Το πλάτος κάθε πλίθου ήταν 45 εκατοστά. Τον ασβέστη, ο οποίος είχε τη θέση της μπογιάς, για να ασπρίζουν οι τοίχοι, τον έφερναν από την Κυρά και την Κάτω Μονή. Στην περιοχή υπήρχε καμίνι στο οποίο έψηναν τα κεραμίδια. Η πληρωμή των μαστόρων, εκτός από το φαγητό, ήταν 12 μπακίρες την ημέρα. Οι εργάτες έπαιρναν έξι μπακίρες.
Τέχνη η πέτρα
Το κτίσιμο ενός σπιτιού, ήταν έργο ζωής και για αυτό απαιτούσε την ανάλογη τελετουργία που ήταν μια ανάμειξη από παγανιστικές συνήθειες και Εκκλησιαστικές προσευχές. Πρώτα και κύρια αγιασμός για να έλθει η εξ ουρανού ευλογία στον οίκο. Ακολούθως σφαζόταν ο πετεινός και το αίμα του θεμελίωνε το σπίτι. Φυσικά ο πετεινός στη συνέχεια, κατέληγε στο στομάχι των μαστόρων. Μετά το πέρας του κτισίματος, ακολουθούσαν τα δώρα στους μαστόρους. Ήταν απλά μικρά μαντηλάκια τα οποία τοποθετούσαν στο σημείο που τέλειωνε ο τοίχος και άρχιζε η στέγη. Τα μυστικά της τέχνης της πέτρας, είναι πολλά και όπως τονίζει ο μάστρε Καλλής, μόνο ένας τεχνίτης μπορεί να καταλάβει την ποιότητα. Αυτή εξαρτάται από την επιλογή της πέτρας, το πρόσωπό της, τον τρόπο που κτίζεται και βεβαίως η ανθεκτικότητα στο χρόνο. Δεν είναι τυχαίο που τα σπίτια στα ορεινά χωριά, αντέχουν αιώνες.
Ο μάστε Καλλής, σημειώνει με πολύ ταπείνωση ότι «δεν μπορεί ο μάστρος να αυτοχουμίζεται - αυτοεπαινείται. Σε ερώτηση τι θα διάλεγε ανάμεσα στην πέτρα και το πλιθάρι, απαντά χωρίς δυσταγμό την πέτρα. «Προτιμώ την πέτρα γιατί ήταν η πρώτη δουλειά που έμαθα. Η πέτρα είναι τέχνη, είναι μεράκι. Το τούβλο και το πλιθάρι είναι παιγνίδι».
@@@@@@@@@@@@@@@@@@
ΕΝΘΕΤΟ
Ο άγιος Μάμας αναμένει τους τεχνίτες
Στα «σύνορα» του Γουρίου με το Λαζανιά, βρίσκεται η ερειπωμένη σήμερα εκκλησία του Αγίου Μάμα. Η πρόσβαση στο εκκλησάκι απαιτεί ανώμαλη πεζοπορία μέσα σε αμπέλια και πολλά χόρτα. Το ναό τον «διεκδικούν» και τα δύο χωριά αφού, είναι στα σύνορα. Αυτό τελικά δεν είναι καλό, αφού κανένας δεν τολμά να προχωρήσει στην επιδιόρθωσή της. «Αν είχαμε άδεια από το Λαζανιά, λέει ο μάστρε Καλλής, θα την φτιάχναμε. Η μισή στο Γούρρι και η μισή στο Λαζανιά. Εμείς είμαστε πρόθυμοι να την επισκευάσουμε για να κάνουμε πανηγύρι στις 2 Σεπτέμβρη». Στο ναό κρύβονταν κατά τον αγώνα του 1955 -59 αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Οι Εγγλέζοι ψάχνοντας για αγωνιστές χάλασαν το εκκλησάκι το οποίο σήμερα βρίσκεται πραγματικά σε κακά χάλια.
Σχόλια