Η δύναμη του ανθρώπου και η αδυναμία του Θεού
Η δύναμη του ανθρώπου και η αδυναμία του Θεού
.
Η μόνη πράξη που δεν μπορεί να κάνει ο Θεός, είναι να αναγκάσει τον άνθρωπο να τον αγαπήσει. Η αγάπη ως η κύρια και μοναδική μορφή δράσης του Δημιουργού, φθάνει μέχρι το σημείο να αφήνει το δημιούργημα του, τον άνθρωπο να κάνει ό,τι θέλει. Ακόμη και να αντιπαλεύει τον Θεό του. Δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, κατ΄ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν και δεν ήταν δυνατό να του στερήσει το μέγιστο των δώρων, την ελευθερία. Η ελευθερία μπορεί να αποτελεί δώρο, αλλά αποτελεί και πρόκληση και αιτία για αγώνα.
Με τη λογική ο άνθρωπος μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στο Θεό και το διάβολο, να πορευτεί είτε προς το φως, είτε να κρυφτεί στο σκοτάδι. Το δώρο της ελευθερίας, όπως βιώνεται από τους πιστούς, αποτελεί ίσως και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τις άλλες θρησκείες. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχουν κανόνες και εντολές, αλλά όλα κρίνονται και κατευθύνονται από την αγάπη. Συνοδικά η Εκκλησία αποφασίζει φωτισμένη πάντα από τον Θεό. Αντιθέτως στον Ρωμαιοκαθολικισμό υπάρχει το αλάθητο του Πάπα, ως η έκφραση της κοσμικής εξουσίας του Θεού και στον Προτεσταντισμό όπου ο Θεός αντικαταστάθηκε από την ατομική αλήθεια και την υποταγή στη μοίρα, τον απόλυτο προορισμό.
Η σχετικότητα των πάντων, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από το κριτήριο της αγάπης, δίνει ένα τεράστιο πεδίο κίνησης και δράσης στον ελεύθερο άνθρωπο. Μπορεί ο πιστός να είναι επαίτης και να δοξάζει το Θεό, μπορεί να είναι πλούσιος και πάλι να βιώνει τη χάρη του Θεού. Μπορεί να ζει στην Εκκλησία και να υμνεί το Θεό, αλλά μπορεί να ζει μέσα σε πορνεία - όποια μορφή και αν έχουν - και πάλι να δοξολογεί το Θεό. Μπορεί να στερείται τα πάντα και όμως να αισθάνεται ότι έχει τα πάντα, μπορεί να πονάει και όμως να χαίρεται, μπορεί να βρίσκεται στην κόλαση των ανθρώπων και όμως να βιώνει τον παράδεισο. Όλα αυτά βεβαίως δεν κατανοούνται με τη λογική του μαζοχισμού, αλλά με την κάθετη παρεμβολή του Θεού. Χωρίς την παρέμβαση του Θεού, χωρίς την παρουσία του, χωρίς τη ζωογόνο πνοή του, τα πάντα είναι νεκρά, τα πάντα είναι θλίψη και πόνος.
Βεβαίως υπάρχει και η αντίστροφη λογική και πράξη. Μπορεί ο άνθρωπος να είναι μέσα στην Εκκλησία αλλά να βιώνει την κόλαση, μπορεί να βρίσκεται δίπλα σε αγίους και όμως να μηχανεύεται διαβολικά σχέδια, μπορεί να λέει ότι αγαπά και όμως να εκπέμπει αυτάρεσκο εγωισμό, μπορεί να νομίζει ότι είναι άγιος και όμως στην πραγματικότητα να είναι διάβολος. Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος και η μεγάλη απειλή, που ονομάζεται υποκρισία. Εξάλλου ο Χριστός, στην επί γης παρουσία του, τους μόνους που επέκρινε ήταν τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, όλους αυτούς που στο όνομα του Θεού, κουβαλούσαν τον διάβολο στους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος ζει στον κόσμο, έχοντας αναγκαστικά διασταυρούμενες σχέσεις τόσο με το Θεό όσο και με τους άλλους ανθρώπους. Ακόμη και η επαφή με τους άλλους ανθρώπους, εξαρτάται από την επαφή με το Θεό. Όσο πλησιάζει ο άνθρωπος το Θεό, τόσο αγγίζει και τους άλλους ανθρώπους και αντιστρόφως όσο απομακρύνεται από το αληθινό Φως, τόσο χάνει και την επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Ιδιαίτερα επικίνδυνα αλλά και ιδιαιτέρως προνομιούχα, καθίστανται τα δεδομένα όταν υπάρχουν συγγενικές σχέσεις, ανάμεσα στους αγίους - το ιερατείο που έχει την έξωθεν μαρτυρία της καθαρότητας - και τους άλλους ανθρώπους που έτυχε να γεννηθούν από την ίδια γενιά. Ο γιος του παπά, ή ο αδελφός του Δεσπότη, ή ο συγγενής του μοναχού, δεν σημαίνει ότι είναι αντίγραφο του γονιού ή του αδελφού του ή του συγγενή. Από τη μια η σχέση με τους αγίους πάντα κάτι αφήνει, όπως η είσοδος σε ένα μυροπωλείο πάντα αφήνει μυρωδιά. Από την άλλη κάθε καθεστηκυία τάξη - και το Ιερατείο είναι μια ξεχωριστή κάστα - δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επαναστάσεις. Τα πράγματα καθίστανται ιδιαιτέρως επικίνδυνα όταν διαπιστώνονται ατέλειες ή ανθρώπινες αδυναμίες στους αγίους. Η λαϊκή ρήση, «του παπά παιδί-του διαβόλου εγγόνι» δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.
Με τη λογική ο άνθρωπος μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στο Θεό και το διάβολο, να πορευτεί είτε προς το φως, είτε να κρυφτεί στο σκοτάδι. Το δώρο της ελευθερίας, όπως βιώνεται από τους πιστούς, αποτελεί ίσως και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τις άλλες θρησκείες. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχουν κανόνες και εντολές, αλλά όλα κρίνονται και κατευθύνονται από την αγάπη. Συνοδικά η Εκκλησία αποφασίζει φωτισμένη πάντα από τον Θεό. Αντιθέτως στον Ρωμαιοκαθολικισμό υπάρχει το αλάθητο του Πάπα, ως η έκφραση της κοσμικής εξουσίας του Θεού και στον Προτεσταντισμό όπου ο Θεός αντικαταστάθηκε από την ατομική αλήθεια και την υποταγή στη μοίρα, τον απόλυτο προορισμό.
Η σχετικότητα των πάντων, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από το κριτήριο της αγάπης, δίνει ένα τεράστιο πεδίο κίνησης και δράσης στον ελεύθερο άνθρωπο. Μπορεί ο πιστός να είναι επαίτης και να δοξάζει το Θεό, μπορεί να είναι πλούσιος και πάλι να βιώνει τη χάρη του Θεού. Μπορεί να ζει στην Εκκλησία και να υμνεί το Θεό, αλλά μπορεί να ζει μέσα σε πορνεία - όποια μορφή και αν έχουν - και πάλι να δοξολογεί το Θεό. Μπορεί να στερείται τα πάντα και όμως να αισθάνεται ότι έχει τα πάντα, μπορεί να πονάει και όμως να χαίρεται, μπορεί να βρίσκεται στην κόλαση των ανθρώπων και όμως να βιώνει τον παράδεισο. Όλα αυτά βεβαίως δεν κατανοούνται με τη λογική του μαζοχισμού, αλλά με την κάθετη παρεμβολή του Θεού. Χωρίς την παρέμβαση του Θεού, χωρίς την παρουσία του, χωρίς τη ζωογόνο πνοή του, τα πάντα είναι νεκρά, τα πάντα είναι θλίψη και πόνος.
Βεβαίως υπάρχει και η αντίστροφη λογική και πράξη. Μπορεί ο άνθρωπος να είναι μέσα στην Εκκλησία αλλά να βιώνει την κόλαση, μπορεί να βρίσκεται δίπλα σε αγίους και όμως να μηχανεύεται διαβολικά σχέδια, μπορεί να λέει ότι αγαπά και όμως να εκπέμπει αυτάρεσκο εγωισμό, μπορεί να νομίζει ότι είναι άγιος και όμως στην πραγματικότητα να είναι διάβολος. Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος και η μεγάλη απειλή, που ονομάζεται υποκρισία. Εξάλλου ο Χριστός, στην επί γης παρουσία του, τους μόνους που επέκρινε ήταν τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, όλους αυτούς που στο όνομα του Θεού, κουβαλούσαν τον διάβολο στους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος ζει στον κόσμο, έχοντας αναγκαστικά διασταυρούμενες σχέσεις τόσο με το Θεό όσο και με τους άλλους ανθρώπους. Ακόμη και η επαφή με τους άλλους ανθρώπους, εξαρτάται από την επαφή με το Θεό. Όσο πλησιάζει ο άνθρωπος το Θεό, τόσο αγγίζει και τους άλλους ανθρώπους και αντιστρόφως όσο απομακρύνεται από το αληθινό Φως, τόσο χάνει και την επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Ιδιαίτερα επικίνδυνα αλλά και ιδιαιτέρως προνομιούχα, καθίστανται τα δεδομένα όταν υπάρχουν συγγενικές σχέσεις, ανάμεσα στους αγίους - το ιερατείο που έχει την έξωθεν μαρτυρία της καθαρότητας - και τους άλλους ανθρώπους που έτυχε να γεννηθούν από την ίδια γενιά. Ο γιος του παπά, ή ο αδελφός του Δεσπότη, ή ο συγγενής του μοναχού, δεν σημαίνει ότι είναι αντίγραφο του γονιού ή του αδελφού του ή του συγγενή. Από τη μια η σχέση με τους αγίους πάντα κάτι αφήνει, όπως η είσοδος σε ένα μυροπωλείο πάντα αφήνει μυρωδιά. Από την άλλη κάθε καθεστηκυία τάξη - και το Ιερατείο είναι μια ξεχωριστή κάστα - δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επαναστάσεις. Τα πράγματα καθίστανται ιδιαιτέρως επικίνδυνα όταν διαπιστώνονται ατέλειες ή ανθρώπινες αδυναμίες στους αγίους. Η λαϊκή ρήση, «του παπά παιδί-του διαβόλου εγγόνι» δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.
Σχόλια