«Πουλάκι είναι κι ας λαλεί, πουλάκι είναι κι ας λέει…»



 

 


 

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ, τα παλιά τα χρόνια, σε μια χώρα μακρινή ένα παλάτι τρισθεώρατο κι ωραίο. Το λέγαν όλοι «το παλάτι της σοφίας και της ομορφιάς». Ήταν αψηλό ίσαμε τον ουρανό κι είχε μια πύλη πανώρια και μεγάλη και χίλια παραθύρια στα χίλια του δωμάτια. Μέσα στο φως ήταν λουσμένο και στο χρυσάφι. Μπροστά στα μάτια ολωνών εφάνταζε ουράνιο πράγμα, θεϊκό. Εφτά φιλόκαλες καρδιές ήθελες να ’χεις για να το θωρείς μα και μια γενναία για να το διαβείς. Γιατί ήταν πράγμα δύσκολο κι επικίνδυνο και κοπιώδες να εισέλθει κανείς εντός του.

Σε κάθε θύρα και γωνιά υπήρχαν, έλεγαν, φρουροί, ξωτικά, αγγελικά πλάσματα και δαιμονικά,  πού έβαζαν αινίγματα και άθλους, τρικλοποδιές και δυσκολίες ανείπωτες σ’ όποιον τολμούσε να ’μπει μέσα. Όποιος όμως κατάφερνε να περάσει τους άθλους και τα εμπόδια κι έφτανε στην αίθουσα του θρόνου, γινότανε σοφός κι όμορφος στους τρόπους και τη μορφή. Ανίσως όμως και δεν τα κατάφερνε, εξέβαινε καμπούρης και κακάσχημος, άμυαλος και παντελώς ξεμωραμένος. Γιατί μετ’ από κάθε αποτυχία χάζευε κι ασχήμιζε κι από λίγο. Και λίγο κατ’ ολίγο, στο τέλος δε βλεπότανε. 

Ήταν και κάτι πονηροί άνθρωποι, που σαν έμπαιναν μέσα και τα ’βρισκαν σκούρα κι αφού περνούσαν δυο-τρεις αποτυχίες κι ένιωθαν τη μούρη τους να πρήζεται ή να μακραίνει, την κοιλιά τους να φουσκώνει και την πλάτη τους να κυρτώνει,  το ’βαζαν στα πόδια για να μην ασχημίσουν πολύ. Και οι πρώτοι, βέβαια, είχαν αποτυχίες κι ασχημίζανε, μα σαν προχωρούσαν κι έλυναν ένα αίνιγμα, σβήνονταν οι προηγούμενες αστοχίες και μ’ ένα παράξενο τρόπο ομόρφαιναν οι ασχήμιες τους. Και σαν έβγαιναν έξω ήσαν ωραίοι και ειρηνικοί.

Οι πονηροί όμως που ήταν και δειλοί, έβγαιναν έξω κι έλεγαν στον κόσμο πως είδαν και γνώρισαν πράματα και θάματα. Μάλιστα περνούσαν την υπόλοιπη ζωή τους κηρύττοντας και διδάσκοντας ένα σωρό ψέματα.

Ο πολύς  κόσμος, που δεν ήξερε και πολλά πράγματα για το περιεχόμενο του παλατιού, τους τιμούσε και τους θεωρούσε σπουδαίους και σοφούς και φύλακες του παλατιού. Τους έδιναν μάλιστα και χρήματα για να προσέχουν το παλάτι. Κι αυτοί δεν ξεκολλούσαν απ’ αυτό, το θεωρούσαν ολόδικό τους. Έτσι, κόμπαζαν πηγαινοερχόμενοι στην πρόσοψη του μεγάρου μη μπαίνοντας μέσα, μα ούτε αυτούς που ήθελαν να μπουν τους άφηναν. Γιατί μερικοί απ’ αυτούς χόντρυναν πολύ κι όπως ήταν αραγμένοι, κάλυπταν όλο το προαύλιο, σε σημείο πού δεν μπορούσε πια κανείς εύκολα να βρει  την πύλη.

Μετά καιρό σοφίστηκαν να φτιάξουν κι άλλα τέτοια παλάτια με σκοπό να διδάσκουν περισσότερο κόσμο για τη σοφία και την ομορφιά. Στην πραγματικότητα, όμως, ήθελαν να ’χουν περισσότερα κέρδη και δόξα και τιμή απ’ τους ανθρώπους. Γι’ αυτό, έκτισαν αντίγραφα του παλατιού εκείνου σε πόλεις και κώμες και χωριά, άλλα μεγάλα κι άλλα μικρά, σ’ όλη τη χώρα.

Κι έτσι εκείνο το πρώτο, το αληθινό παλάτι, το κρυστάλλινο, χάθηκε μέσα στα τόσα πολλά.

Ωστόσο, πού και πού, σπανίως, συναντάς ακόμη σ’ εκείνη τη χώρα ανθρώπους, πού κάτι σου λέει - κάτι στη μορφή, κάτι στον τρόπο τους - πως ίσως βρήκαν εκείνο το πρώτο παλάτι και  πήγαν  ίσαμε το θρόνο της σοφίας και της ομορφιάς. Και χωρίς να ξέρεις τίποτα γι’ αυτούς, χαίρεσαι και μόνο να τους βλέπεις και νιώθεις άνετα να κάθεσαι κοντά τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις