«Πουλάκι είναι κι ας λαλεί, πουλάκι είναι κι ας λέει…»
Χαραλάμπης
Θ. Επαμεινώνδας
«Πουλάκι
είναι κι ας λαλεί, πουλάκι είναι κι ας λέει…»
ΤΑ ΠΑΛΙΑ τα χρόνια, σε μια πόλη,
βγήκαν καμπόσοι διαβόλοι κι είπαν στους ανθρώπους πως είναι σοφοί. Αυτοί το
πιστέψανε και σοβαρέψανε κι είπαν να κάμουνε και γιορτή. Τη γιορτή της γνώσης
και της σοφίας και της γραμματικής. Καλέσανε, λοιπόν, αυτές τις κυρίες κι άλλες
πολλές κυρίες και κυρίους συγγραφείς και ποιητές, Δεσποτάδες και παπαδιές,
δασκάλους και καθηγητές, διευθυντάδες κι επιθεωρητές, πάσα λογής παρατηρητές κι
όλους των τίτλων τους πειρατές. Υπήρχαν βέβαια και μαθητές.
Στη μεγάλη, λοιπόν, αυλή του μεγάλου της πόλης σκολείου μαζώχτηκαν όλοι τούτοι κι άλλοι πολλοί. Κι
είχαν καλέσει πολλούς, πάρα πολλούς στη μεγάλη γιορτή: θεούς και ήρωες,
στρατηγούς κι απόστρατους, ανθρώπους και πνεύματα- κυρίως τα πνεύματα. Πλην
όμως καθόλου δεν είχαν καλέσει τους έρωτες. Επιμελώς και σκοπίμως δεν τους
είχαν καλέσει.
Αρχίνησαν, λοιπόν, τη γιορτή μ’ απαγγελίες και λόγους,
ρητορείες μετά στόμφου κι άλλους λόγους απέριττους και λιτούς, άλλους με
μέγεθος κι άλλους κοντούς. Μα όλοι ήτανε
μόνο λόγοι και σαν λόγοι πετούσαν, χαμαί δεν πατούσαν. Ο αγέρας τους άρπαζε,
πέρα δώθε τους ανέμιζε κι όλοι χάνονταν.
Μίλησαν πρόεδροι, παραπρόεδροι, επίσημοι, παραεπίσημοι,
γριές με μαύρα και ξανθά μαλλιά και γέροι φαφούτηδες με γραβατοκουστουμιά.
Απάνω που κόντευε να τελειώσει η τόσο σπουδαία γιορτή κι
οι έρωτες ήθελαν να σπάσουν απ’ το κακό τους, έξαφνα - ο Θεός λυπήθηκε τον
κόσμο - φάνηκε επιτέλους στον ορίζοντα
μια ελπίς. Ποιος γελάστηκε, ποιος ξεχάστηκε , ποιος τόλμησε και φύτεψε
τη ροδιά δίπλα στο παραθύρι, κατάντικρυ
στον ήλιο; Και ποιος τρελάθηκε, ποιος λωλάθηκε κι έβαλε τ’ ανεμολούλουδα στο βάζο, πα’ στο
τραπέζι, κοντά στο παραθύρι με τη ροδιά - κι όχι λουλούδια των ανθοπωλείων μα
των αγρών; Τα χρώματα χόρευαν, τ’ αρώματα αναδύονταν και με λάμψη τινάζονταν η
ομορφιά. Κι από κει μέσα ερωτάκια τρελά
πετάχτηκαν κι απλώθηκαν γύρω μ’ ανάλαφρο πέταγμα, με χάρη και χρώμα φωτιάς.
Κανείς δεν τα πρόσεξε - όχι πως πρόσεχαν τη γιορτή τους -
στις σκέψεις τους ήταν όλοι παραδομένοι και στη σοφία τους. Κι έτσι τα ερωτάκια
- με μιαν ομορφιά! - έκαμναν, μάναμου, τη δουλειά τους. Μόνο που δε δούλευαν με
φαρέτρες και βέλη μα με χρώματα και πινελιές, αρώματα και βαφές.
Παίξαν με τον αγέρα και τα πλούσια μαλλιά μιας μικρής
δασκάλας, τα ’καναν μπούκλες καστανές, ξανθιές, τίναξαν ανταύγειες χρυσές κι
έριξαν αφέλειες στ’ αυτάκια της και στα ματάκια της τα σχιστά. Ρόδισαν τα χείλη
ενός νέου και του ’δωσαν λάμψη στα
ματόκλαδα, στους οφθαλμούς. Ύστερα, πώς έπαιξαν, πώς γέλασαν, πώς έβαψαν απαλά
τα μάγουλα του μικρού Αρσένη και προσκάλεσαν το χάδι! Πώς γλύκαναν τα μελένια
ματάκια της Ισμήνης! Πώς τόνισαν την πράσινη ματιά του Ρήνου και την έκαναν
κήπο, την έκαναν κάμπο, την έκαναν δάσος για να χαθείς! Και τα γαλανά της
Φωτεινής τα ’καναν ουρανό, τά ’καναν
θάλασσα να ταξιδέψεις ... κι ας
πνιγείς!
Κι αλήθεια σας λέω, ήταν ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο ωραίο,
ό,τι πιο σοφό είχε να δείξει αυτή η γιορτή!
Σχόλια