«Πουλάκι είναι κι ας λαλεί, πουλάκι είναι κι ας λέει…»
Χαραλάμπης
Θ. Επαμεινώνδας
Τ'
αηδόνια
«Πουλάκι
είναι κι ας λαλεί, πουλάκι είναι κι ας λέει…»
ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ένας βασιλιάς που ήθελε να τον
προσκυνεί ο σύμπας κόσμος, άνθρωποι και κτήνη, ακόμη και τα δέντρα κι όλα τ’
άψυχα τ’ ουρανού και της γης και να τον υπακούν.
Τέλος πάντων, με τ’ άψυχα τα
βόλευε γιατί νόμιζε πως με κάθε τους κίνηση τον προσκυνούσαν: ο ήλιος με την
ανατολή, τ’ αστέρια με τη λάμψη, τα λουλούδια με τους ανθούς και τα δέντρα με
τους καρπούς. Με τους ανθρώπους το ίδιο γιατί όλοι ήταν πρόθυμοι να
προσκυνήσουν και να υπακούσουν στις εντολές του, άλλοι από φόβο κι άλλοι από
διπλωματία. Με τα ζώα και κυρίως με τα πουλιά είχε κάποιες δυσκολίες.
Ξεπεράστηκαν όμως με τον καιρό και τη
σκληρή εκπαίδευση που τους έκαναν οι θηριοδαμαστές. Τα ζώα έσκυβαν το κεφάλι κι
έκαναν τούμπες μπροστά στο βασιλιά, τα πουλιά, στα χρυσά κλουβιά, κελαηδούσαν
γι’ αυτόν. Μάλιστα οι παπαγάλοι που έλεγαν και δυο-τρεις αράδες παραπάνω είχαν
την ιδιαίτερη μεταχείριση και εύνοια του πολυχρονεμένου.
Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα
αξεπέραστο. Τα πουλιά, τ’ αηδόνια, τα γλυκόλαλα, με τίποτα δεν ήθελαν να
προσκυνήσουν και να υποταχθούν. Μες στα κρυφά, βαθύσκιωτα φυλλώματα κεντούσαν
πά’ στον αγέρα σύμφωνους ήχους και
μελωδίες μυστικές, πρωτάκουστες, εύρυθμες και πρωτοσυνθεμένες. Μα σαν ο
βασιλιάς τά ’βαζε στ’ αργυρά και τα χρυσά κλουβιά έχαναν όλη τη λαλιά τους, τον
κάθε φθόγγο, την κάθε τους πνοή. Δεν ήθελαν μήτε τα στρώματα, μήτε τ’ αρώματα,
τα χρυσοποίκιλτα χρώματα, τ’ άφθονα φαγητά και τα καμώματα του βασιλιά. Δεν έσκυβαν
το κεφάλι και δεν έβγαζαν άχνα. Τα ’πιανε η λύπη, δεν έτρωγαν, δεν έπιναν κι
έτσι ήσυχα πέθαιναν μπροστά στα μάτια του βασιλιά. Αυτός που νόμιζε πως το
’καμναν επίτηδες ήταν να σκάσει απ’ το κακό του. «Γιατί να το κάνουν αυτό σε
μένα;» Έλεγε και ξανάλεγε. «Εγώ τόση αγάπη, τόση φροντίδα, τόσες ώρες που
χαράμισα γι’ αυτά και να με γράφουν, δια μιας, στα παλιά τους, τα βρόμικα
ποδάρια; Αχάριστα πτηνά, δαιμονισμένα! Πάρτε τα, πάρτε τα από μένα. Πνίξτε τα,
σκοτώστε τα, εξαφανίστε τα τελείως από τον κόσμο μου»!
Έτσι, αυτή τη μοίρα είχαν τ’
αηδόνια σε κείνο τον τόπο. Όλοι τα καταδίωκαν κι όλοι τα σκότωναν και τα
’παιρναν στο βασιλιά κατά δωδεκάδες, νεκρά, περασμένα σε κλωστή, για να δείξουν
πρόσωπο και για να πάρουν και καμιά δραχμή. Γι’ αυτό όλο λιγόστευαν κι όλο πιο
βαθιά κρύβονταν μες στα κατάσκια μέρη
των δασών και τα πυκνά φυλλώματα των πλατανιών. Και ζούσαν πάντα με το φόβο και τη θλίψη και
τη σιωπή.
Πέρασε ο καιρός κι ο βασιλιάς
εκείνος παντελώς μουρλάθηκε, ξεκούτιανε
τόσο που δεν μπορούσε πια ν’ αρθρώσει δυο λέξεις. Τον ξήλωσαν, λοιπόν, οι αυλικοί κι
έβαλαν έναν άλλο βασιλιά στη θέση του.
Ο νέος βασιλιάς είχε περίπου τις
ίδιες ιδιοτροπίες με τον προηγούμενο, μόνο που ήταν πιο ευγενικός, με τρόπους,
με πολιτική. Ήθελε κι αυτός να τον προσκυνούν και να τον υπακούν τυφλά μα με
διάκριση, με λεπτότητα, χωρίς επιδείξεις. Και βέβαια κι αυτόν τον ενοχλούσε η
άρνηση των αηδονιών να μπουν σε κλουβιά και να προσκυνήσουν το βασιλιά. Το θέμα
όμως το χειρίστηκε ως εξής: Έβγαλε εγκύκλιο που έγραφε να μη διώκουν πια τ’
αηδόνια αλλά να τα περιφρονούν. Αν ακούσουν αηδόνι να κελαηδεί να κάνουν πως
δεν ακούν, να το προσπερνούν και να λένε: «αηδίες»! Ακόμα, να κόψουν όλα τα
πλατάνια της χώρας ώστε να μη βρίσκουν καταφύγιο. Η εγκύκλιος διαβάστηκε παντού
κι όλοι πρόθυμα εκτελούσαν τις διαταγές του νέου τους βασιλιά. Έτσι, τ’ αηδόνια
ήταν πάλι σε λύπη και στενοχώρια.
Πέρασαν τα χρόνια, πήγε κι ο
δεύτερος βασιλιάς στον αγύριστο και πήρε ένας άλλος το θρόνο του.
Ο νέος βασιλιάς ήταν πιο
ευγενικός και πιο μορφωμένος από τον προηγούμενο μα - όπως όλοι οι βασιλιάδες - αγαπούσε κι αυτός
την τιμή και το χειροφίλημα κι ήθελε στον κάθε του λόγο να μην υπάρχει
αντίλογος. Λόγια ωραία και μεγάλα για την ελευθερία και την αξιοκρατία μα η
προσκύνηση, προσκύνηση κι η υπακοή, υπακοή. Διαταγή του βασιλιά και τα σκυλιά
δεμένα.
Όσο για τα φτωχά τ’ αηδόνια για
δέστε τι αποφάσισε, τι σκέφτηκε να κάμει. Τ’ αηδόνια, διαλάλησε, είναι τα πιο
καλά πουλιά, ευγενικά, ηδύλαλα και ντροπαλά. Γι’ αυτό πρέπει να τα προσέχουμε,
να τα τιμούμε και να τα ευλαβούμεθα. Το κελάηδημά τους είναι το πλέον εξαίσιο
μουσικό άκουσμα στον κόσμο μου και πρέπει να επιζήσει. Φυτέψτε πλατάνια κι ό,τι
άλλο αγαπούν τ’ αηδόνια κι αφήστε τα να ζουν όπως θέλουν και να κελαηδούν όποτε θέλουν. Κι εμείς οι
κοινοί θνητοί να τα χαιρόμαστε.
Αμέσως, σύμπας ο κόσμος της χώρας
εκείνης έσπευσε να υπακούσει στα λόγια του φιλότεχνου και φιλόμουσου βασιλιά κι
όλοι μιλούσαν πια με θαυμασμό για τ’ αηδόνια και το εξαίσιο κελάηδημά τους.
Άλλοι μιμούνταν τη φωνή τους και πολλά πουλιά έλεγαν πως είναι αηδόνια. Άλλοι
έστηναν ανδριάντες των αηδονιών που σκότωσαν πριν κι έγραφαν βιβλία και λόγους
αναλύοντας το νόημα και τον συμβολισμό του κάθε φθόγγου που εξερχόταν από στόμ’
αηδονιού. Κι εκεί που έκαναν γιορτές, τα λεγόμενα φεστιβάλ, των φρούτων και των
λαχανικών, των άλλων προϊόντων και των γαλακτοκομικών, των κάθε λογής γλυκών
και των ωραίων γυναικών, έκαναν κι ένα φεστιβάλ των εύλαλων αηδονιών. Κάλεσαν
πολλούς, κάλεσαν και μερικά αηδονάκια, για να τα τιμήσουν τάχα, για την
προσφορά τους στον τόπο.
Άρχισε η γιορτή με προσφώνηση του
βασιλιά, συνέχισε με λόγους των αρμοδίων υπουργών, των πανεπιστημιακών
καθηγητών, των δημάρχων, έπαρχων, κοινοταρχών... Τέλος πάντων, μίλησε και το
παρδαλό κατσίκι για την σημασία του κελαηδήματος των αηδονιών κι έκλεισε η
εκδήλωση με φαγοπότι. Οι πάντες χάρηκαν κι έφαγαν πίνοντας στην υγειά των
αηδονιών.
Μόνο τα τιμώμενα αηδόνια έπληξαν
και λαχταρούσαν την ώρα που θα τ’ αφήσουν να φύγουν, την ώρα που θα βρεθούν
μόνα στις φυλλωσιές των πλατανιών, για να συνθέσουν το τραγούδι τους, να το
συντονίσουν με τον ήχο του ρύακος και του αγέρα και να το χαρίσουν στο Θεό και
στον τυχόντα περαστικό που έχει ήσυχα
αυτιά που ακούν και εννοούν και χαίρονται.
Σχόλια