Ο Παπα-τζίτζικας ο ταξιδευτής
Χαραλάμπης
Θ. Επαμεινώνδας
Ο
Παπα-τζίτζικας ο ταξιδευτής
ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ένας τζίτζικας
ταξιδευτής, περιπλανώμενος τραγουδιστής και βιολιστής περίφημος. Από χωριουδάκι
σε χωριό κι από χωριό σε πόλη, η ζωή του στο δρόμο. Πλην όμως, χαρά κι
αγαλλίαση σκορπούσε στο φτωχό κοσμάκη με την τέχνη του, με τον κόπο του, με το ξεχείλισμα
της καρδούλας του. Συνάμα χαρά και παρηγοριά ενστάλαζε στην πονεμένη και
πεινασμένη ύπαρξή του.
Μια μέρα σ’ ένα χωριό του λένε:
«Σε βλέπουμε που ’χεις καλή καρδιά, τρόπους λεπτούς και φωνή γλυκιά. Δέχεσαι να
γενείς παπάς στο χωριό μας;»
«Μα το βιολί μου...» πήγε να πει
ο τζίτζικας. «Το βιολί σου και το βιολί σου... Εδώ θα παίρνεις μισθό τακτικό
και σίγουρο, μόνιμο σπίτι θα σου’χουμε τσάμπα και προσφορές θα σε φέρνουμε ν’
αναστηλωθεί το κοκαλάκι σου. Όσο για τα τυχερά, μην το συζητάς...»
Να μην τα πολυλογούμε, του το
’παν μια του το ’παν δυο, γοητεύτηκε ο καλλιτέχνης κι αποδέχτηκε. Φέρνουν τότε
μάνι-μάνι το Δεσπότη και τον διαβάζει και τον χειροτονεί. Κι έγινε ο τζίτζικας
μια χαρά παπάς κι εκείνο το χωριό πολλοί το ζηλέψανε.
Πέρασε καιρός. Ο παπα-τζίτζικας
από τα πολλά και τα πελλά του κόσμου κουράστηκε. Πήρε τότε το βιολάκι του κι
άρχισε να γλυκοπατεί τες χορδές. Ήθελε να ξεχαστεί λιγάκι.
Δεν ετράβηξε όμως και πολλές
δοξαριές κι ακούστηκαν έξω της πόρτας του φωνές. Ώσπου να κοιτάξει από το
παραθύρι μαζεύτηκε η γειτονιά, μέχρι ν’ ανοίξει τη θύρα συνάχτηκε ούλο το χωριό
με την κοινοτική αρχή μαζί. Του λένε: «Ωραία παίζεις το βιολί μα δεν κάνει,
παπάς άνθρωπος, να παίζεις βιολί»!
«Δεν κάνει;» ρώτησε χαζά ο
παπα-τζίτζικας.
«Όχι βέβαια. Θέλει και ρώτημα;»
του είπαν.
«Μα δε μου το ’πατε πριν»,
αντείπε ο φτωχός.
«Τα ευκόλως εννοούμενα
παραλείπονται», του ’παν κοφτά κι έφυγαν.
Πέρασε καιρός. Ο παπα-τζίτζικας
ήταν συνεπής στα καθήκοντά του, τύπος και υπογραμμός. Μα όσο υπάρχει κόσμος
φαίνεται πως θα υπάρχει πόνος και στεναχώρια. Μέρα με τη μέρα έπιανε μαύρο η
καρδιά του και τον πήρε από κάτω το μαράζι. Και σε κάποια στιγμή αδυναμίας,
έκλεισε πόρτες και παραθύρια - ήθελε να μείνει μόνος - και πήρε δειλά-δειλά το
βιολάκι κι έκρουε γλυκά-γλυκά τις χορδές και δρόσιζε τη στεγνωμένη του
καρδούλα.
Δεν το χάρηκε όμως για πολύ. Κάτι
ψιλάκουσε η γειτόνισσα κι ώσπου να πεις κύμινο, πλάστηκε η εξουσία στην πόρτα
του κι άρχισαν πάλι τα κηρύγματα και τις απειλές: «Σ’ το ’παμε και σ’ το
ξαναλέμε. Άμα δεν παίρνεις από λόγια, το μηνύουμε στο Δεσπότη και σε ξηλώνει
στο πι και φι».
Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι,
του ’ρθε να πει: δεν πα’ να με ξηλώσει να ησυχάσω κι από σας κι από ’κείνον! Μα
συγκρατήθηκε. Τι θ’ απογίνω χωρίς μισθό, σκέφτηκε, τώρα μάλιστα που ξέχασα
καλά-καλά πώς τραγουδούν; Και πώς θα βγω μ’ ένα βιολί μονάχα στο δρόμο και στην
πείνα; Κι έτσι σώπασε. Είπε μόνο: «Εντάξει, καλοί μου άνθρωποι, έκανα λάθος,
συγχωρέστε με», κι έριξε το βιολί χαμαί κι έγινε χίλια κομμάτια- μαζί και η
καρδιά του - κι έληξε το θέμα.
Με τον καιρό συνήθισε την
παπαδική. Το ’ριξε στις τακτικές λειτουργίες, προσευχές, εξομολογήσεις,
κατηχήσεις και διδασκαλίες ανίσως και ξεχάσει τον παλιό του εαυτό. Το ’ριξε
συνάμα στο φαΐ και στο χρήμα κι έγινε ένας καθώς πρέπει παπάς, χοντρός και
πλούσιος. Κι ήταν όλοι ευχαριστημένοι.
Μα ένα βράδυ, κρύο βράδυ του
Γενάρη χάθηκε ο παπα- τζίτζικας. Έφαγαν τους τόπους μα δεν τόνε βρήκαν πουθενά.
Και ρώταγαν από ’δω, ρώταγαν από ’κει μην είδε
ή άκουσε κανείς τον παπα- τζίτζικα μα τίποτα.
Μόνο μετά από μέρες κάτι
τσοπάνηδες, κάτι ξωμάχοι είπαν, πως άκουσαν κάποια νύχτα, έξω στα χιονισμένα
βουνά, τραγούδι και μουσική ... και πως τόσο γλυκιά μελωδία δεν άκουσαν ποτέ
τους πριν. «Θα πρέπει να ήταν απ’ αγγέλους»! είπαν.
Σχόλια