ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ
ΟΙ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ
Όταν
ο Χριστιανισμός έγινε κομμάτια
.
Κάποτε ρώτησαν ένα μεγάλο θεολόγο για τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαϊοκαθολικών για να πάρουν απάντηση ότι κύρια αιτία του σχίσματος ήταν το διαφορετικό πνεύμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Από εκεί και πέρα ήρθε το filioque δηλαδή ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό, για να σφραγίσει θεολογικά τις διαφορές και να ξεκινήσει η ξεχωριστή πορεία των χριστιανών, η οποία κρατεί εδώ και δέκα αιώνες. Στην Ορθοδοξία μόνο ο Πατήρ εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, άρα το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και άρα η φροντίδα του κόσμου από το Άγιο Πνεύμα, είναι φροντίδα από τον ίδιο τον Θεό. Στο Ρωμαιοκαθολικισμό, έχουμε την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Υιό, ο οποίος Υιός είναι αυτός που δημιούργησε τα πάντα. Με τον τρόπο αυτό υποπίπτει το Άγιο Πνεύμα στη σφαίρα του κτιστού. Έτσι λείπει η άμεση επικοινωνία και επαφή των πιστών με το Θεό. Το κενό σε αυτή την επαφή καλείται να καλύψει ο Πάπας, ο οποίος είναι ένα είδος μεσολαβητή ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους. Αντιθέτως στην Ορθοδοξία, όλοι οι Επίσκοποι, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι και τον τελευταίο Χωρεπίσκοπο, είναι ίσοι και τελούν τα ίδια μυστήρια.
Στη Δύση κυριαρχούσε το νομικό ρωμαϊκό πνεύμα και στην Ανατολή το μυστηριακό έως και μυστικό πνεύμα. Το εκπληκτικό είναι ότι και οι δύο Εκκλησίες του Χριστού, χρησιμοποίησαν του αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ως εργαλεία, ως μέσα για να εκφράσουν τις δογματικές τους αλήθειες. Στην Ορθοδοξία χρησιμοποιήθηκε κατά βάση ο Πλάτωνας ενώ στο Ρωμαϊοκαθολικισμό κατά βάση ο Αριστοτέλης. Με τη μόνη διαφορά ότι η Ανατολή, δεν δεσμεύτηκε και δεν υποτάχθηκε στο φιλοσοφικό πνεύμα, το οποίο υπέταξε στη θεία Πρόνοια, τη Χάρη του Θεού και το συνοδικό σύστημα λήψης αποφάσεων. Αντιθέτως η Δύση υποτάχθηκε στο αριστοτελικό ρασιοναλιστικό πνεύμα, γι' αυτό και έφθασε σε φαινόμενα όπως η καταδίκη του Γαλιλαίου, η Ιερά Εξέταση, ακόμη και το αλάθητο του Πάπα. Χρονικά οι βάσεις για το σχίσμα των Εκκλησιών, τέθηκαν από τις αρχές του 8ου αιώνα και είχαν άμεσες πολιτικές, κοινωνικές και θεολογικές παραμέτρους, ενώ οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη και οι προσωπικές φιλοδοξίες έπαιξαν καταλυτικό ρόλο.
Σχίσμα και αφορισμοί
Το γυαλί έσπασε στο Σάββατο 16 Ιουλίου του 1054. Τρεις παπικοί απεσταλμένοι φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη και καταθέτουν μια βούλα στην Αγία Τράπεζα του Ναού της του Θεού Αγίας Σοφίας. Περιέχει τον αφορισμό του Μιχαήλ Κηρουλάριου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Οι Παπικοί υπό την ηγεσία του καρδιναλίου Ουβέρτου, προχωρούν στον αφορισμό παρά το γεγονός ότι ο Πάπας Λέων έχει πεθάνει στις 13 Απριλίου. Ο αναθεματισμός κατατίθενται ενώπιον του αυτοκράτορα και του λαού που εκκλησιαζόταν.
Οι κατηγορίες που απευθύνουν στους ποιμένες του Πατριαρχείου είναι για σιμωνία (ότι δηλαδή ελάμβαναν χρήματα για να εκλέξουν Επισκόπους) αλλά και διότι "χειροτονούσιν ευνούχους, αναβαπτίζουσι τους λατίνους, θεωρούσιν έγκυρα μυστήρια μόνον τα ιδικά των, επιτρέπουσι γάμον εις κληρικούς, απέκοψαν το Filioque εκ του συμβόλου της Πίστεως, παν εν ζυμώσει θεωρούσιν έμψυχον, δεν βαφτίζουσι τα θνήσκοντα νήπια προ του καθαρμού της ογδόης ημέρας, δεν δίδουσι το βάπτισμα και την Θείαν Ευχαριστίαν εις κινδυνευούσας γυναίκας εν εμμήνω ή τοκετώ, τρέφουσι κόμην και γένεια και δεν δέχονται εις κοινωνίαν τους ταναντία πράττοντας κληρικούς. Ο Μιχαήλ ο Κηρουλάριος, νουθετηθείς υπό του Πάπα, εδείχθη αδιόρθωτος, ύβρισε τους λατίνους ως αζυμίτας, παντού λόγω και έργω κατεδίωξεν αυτούς εν τοις υιοίς αυτού ανεθεμάτισε την αποστολικήν έδραν", αναφέρει το σκεπτικό του αφορισμού έτσι όπως καταγράφεται στην "Εκκλησιαστική Ιστορία" του Βασίλειου Στεφανίδη. Η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης δεν έμεινε άπραγη μπροστά σε αυτή την κατάσταση. Και ενώ, όπως παρατηρούν σήμερα οι ιστορικοί, ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος θα μπορούσε να επικαλεστεί την αντικανονικότητα του κειμένου και των τριών εκπροσώπων της Ρώμης, αφού ο Πάπας είχε πεθάνει προτού προκύψει το θέμα, αντιθέτως προέβη σε ενέργειες που όξυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Είκοσι τέσσερις ώρες μετά την κατάθεση του κειμένου στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας ο Πατριάρχης συγκαλεί τη Σύνοδο με απόφαση της οποίας αναθεματίζεται το έγγραφο της Ρώμης. Όλα τα αντίγραφα του επίμαχου κειμένου θα ριχτούν στην πυρά. Θα διασωθεί μόνο ένα, το οποίο θα κρατηθεί καλά φυλαγμένο στο αρχείο του Πατριαρχείου. Με τις αποφάσεις του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως θα συνταχθούν και οι υπόλοιποι Πατριάρχες της Ανατολής: Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
Άρση αναθεμάτων
Μέσα στους αιώνες καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες επανένωσης κυρίως από τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο έπρεπε να περάσουν εκατοντάδες χρόνια για να αρθούν ακόμη και τα αναθέματα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα και τον Πάπα Παύλο Στ'. Με την άρση των αναθεμάτων έγινε και η συνάντηση των προκαθημένων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Οι αντιδράσεις που συνάντησαν στο εσωτερικό των Εκκλησιών, ακόμη και ύστερα από δέκα αιώνες ήταν τεράστιες. Ωστόσο δεν στάθηκαν ικανές να ανακόψουν τις προσπάθειές τους και να τεθούν οι βάσεις για το διμερή διάλογο που διεξάγεται από το 1980 ως και σήμερα μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Στις 7 Δεκεμβρίου 1965 ο καρδινάλιος Αυγουστίνος Μπέα θα διαβάσει το έγγραφο του Πάπα Παύλου Στ' με το οποίο έγινε η άρση του αναθέματος. "... διακηρύττομεν ενώπιον των επισκόπων των συναθροισθέντων εν τη Β' Βατικανώ οικουμενική συνόδω ότι λυπούμεθα δι' όσα ελέχθησαν και συνέβησαν τότε, άτινα αδύνατον να εγκριθώσι. Προσέτι δε, την τότε δημοσιευθείσαν απόφασιν του αναθέματος θέλομεν να απαλείψωμεν από της μνήμης της Εκκλησίας και απομακρύνωμεν απ' αυτής, καλύπτοντες και εξαφανίζοντες αυτήν τη λήθη". Με εισήγηση του Πατριάρχη Αθηναγόρα η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου θα άρει από την πλευρά της τις αποφάσεις του Μιχαήλ Κηρουλάριου. "Οθεν, γράφοντες, αποφαινόμεθα ότι το εν έτει σωτηρίω χιλιοστώ πεντηκοστώ τετάρτω, μηνί Ιουλίω Ινδικτιώνος ζ' εν τω μεγάλω σεκρέτω της καθ' ημάς μεγάλης Εκκλησίας γενόμενον ανάθεμα τούτο, υπάρχη από του νυν και παρά πάσι γιγνώσκηται ηρμένον από της μνήμης και εκ του μέσου της Εκκλησίας...". Η απόφαση για την άρση του αναθέματος, στις 27 Νοεμβρίου 1965, ελήφθη από τη συντριπτική πλειοψηφία των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου.
Ιστορικοί λόγοι
Ο σπουδαίος Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Ρωμανίδης αναφέρει ότι "το αποκαλούμενο "σχίσμα" μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ήταν, στην πραγματικότητα, η εισαγωγή στην Παλαιά Ρώμη του σχίσματος, που προκλήθηκε από τον Καρλομάγνο και μεταφέρθηκε εκεί από τους Φράγκους και Γερμανούς, που κατέλαβαν τον παπικό θρόνο. Η εκκλησιαστική διοίκηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξαφανίσθηκε σταδιακά από τη Δυτικοευρωπαϊκή Ρωμανία... αλλά επέζησε μέχρι σήμερα στα Ρωμαΐικα Ορθόδοξα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Ο λόγος είναι ότι οι κατακτητές των Δυτικών Ρωμαίων χρησιμοποίησαν την Εκκλησία για να καθυποτάξουν το Ρωμαϊκό Έθνος, ενώ υπό το Ισλάμ το Έθνος των Ρωμαίων επέζησε μέσω της Εκκλησίας...
Οι Φραγκο-Λατίνοι και ο Παπισμός τους συνέχισαν τας κατακτήσεις τους που πάντοτε συνοδεύοντο από την εξόντωσιν ή εκδίωξιν των Ορθοδόξων επισκόπων και την υποδούλωσιν των πιστών δια της μεταβολής τους στην κατάστασιν δουλοπαροίκων με την πλήρη αφαίρεσιν της γεωκτησίας τους. Αυτό δεν το έκαναν ποτέ ούτε οι Άραβες και ούτε οι Τούρκοι Μουσουλμάνοι. Αλλά ακόμη μέχρι τας αρχάς του 20ου αιώνος το Βατικανό ενεργούσε κατά τον ίδιον τρόπον. Το 1923 η Ιταλία απέκτησε από την Τουρκία τα Δωδεκάνησα με τη Συνθήκην της Λωζάνης. Το Βατικανό έδιωξε όλους τους Ορθοδόξους επισκόπους και τους αντικατέστησε με Φραγκο-Τοσκάνους και Λογγοβάρδους που από το 1870 είχαν υποδυθεί την ταυτότητά του μέχρι τότε ανυπάρκτου Ιταλικού έθνους. Μη δυνάμενο πλέον να χρησιμοποιήση τον τύπον της Δυτικής μεσαιωνικής στρατιωτικής δυνάμεώς του, την οποίαν χρησιμοποιούσε ανοικτά ακόμη μέχρι την Γαλλικήν Επανάστασιν, και με την ουσιαστικήν αποτυχίαν της Ουνίας, έμαθε το Βατικανό κατά τα μέσα του αιώνος τούτου να επιτίθεται δημοσίως δια της "αγάπης" και του "διαλόγου", αλλά στην πραγματικότητα "δι' επιθέσως από τα νώτα".
Σχόλια