Ψουμίν... σαν τα σιήλη του Άι Μάμα
Ψουμίν... σαν τα σιήλη του Άι Μάμα
Στην Κύπρο της «αρπαχτής» και των ταχυφαγείων, ο Πασχάλης Παπαπέτρου μάς εξέπληξε και πάλι ευχάριστα, με το ντοκιμαντέρ για το ψωμί. Μια όμορφη ταινία, μια κοπιώδη δουλειά τεσσάρων χρόνων, η οποία καταγράφει παραδόσεις πολλών αιώνων, συμπυκνώθηκε σε μια ταινία που διαρκεί λιγότερο από μία ώρα. Η ταινία ξεχωρίζει για την εκπληκτική φωτογραφία του Νίκου Αβρααμίδη, ο οποίος ξέρει να μαγεύει με τα πλάνα και τους χρωματισμούς. Δίπλα στους πρωταγωνιστές και δεκάδες άλλοι, οι οποίοι, είτε «πρωταγωνιστούν» στην ταινία, είτε καταγράφονται στους τίτλους, όπως ο Κυριάκος Παναγιώτου, ο οποίος πρόσφερε πολλές ιδέες, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη.
Παρακολουθώντας εδώ και πολλά χρόνια τη δουλειά του Πασχάλη Παπαπέτρου, οφείλω να παρατηρήσω ότι ωριμάζει καλλιτεχνικά και κυρίως απελευθερώνεται από το άγχος, που δημιουργούν οι νόρμες της κυπριακής κοινωνίας, χωρίς βεβαίως να τα καταφέρνει πλήρως, όπως ο επίλογος που παραπέμπει σε ηθικοθρησκευτικό δίδαγμα κατηχητικού.
Στο ντοκιμαντέρ ξεχωρίζουν οι ζωντανές μαρτυρίες, των αθυρόστομων πολλές φορές ανθρώπων του λαού, οι οποίες ωστόσο αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο την ελευθερία που ζούσαν οι άνθρωποι των παλαιότερων εποχών. Μακριά από το μικρόβιο της υποκρισίας και του καθωσπρεπισμού της καθεστηκυίας τάξης, δηλαδή του συστήματος. Παλεύοντας μαζί με το Χριστό για τον επιούσιο άρτο, άρχιζαν κάθε εργασία βάζοντας το σταυρό τους και λέγοντας απλά το Πάτερ Ημών, μακριά από αυτοσχέδιες και άλλες περίπλοκες και άκρως επικίνδυνες προσευχές.
Η ομορφιά
Η ομορφιά του ντοκιμαντέρ βρίσκεται κυρίως στην εναλλαγή μεταξύ πίστης και προκαταλήψεων, μεταξύ αγιαστικών τελετών της Εκκλησίας και παγανιστικών ενεργειών, οι οποίες χάνονται μέσα στα βάθη των αιώνων. Ακόμη, το πάντρεμα του επιστημονικού και ολίγον επιτηδευμένου λόγου, με τις αθυροστομίες των αγνών ανθρώπων του λαού, προσφέρει μια αληθινή κοινωνιολογική ανάλυση τού δρόμου που ακολουθεί σήμερα η κοινωνία, η οποία αντιπαλεύει μεταξύ ανατολίτικης παράδοσης και δυτικού πολιτισμού.
Ενδεικτικά να σημειώσουμε από τη μια το έθιμο της παραμονής της γιορτής του προφήτη Ηλία στις 19 Ιουλίου, όπου 12 συκόφυλλα που αντιπροσώπευαν τους 12 μήνες του χρόνου, απλώνονταν στο δώμα του σπιτιού εκτεθειμένα στην υγρασία της νύκτας. Εκείνο το συκόφυλλο που το επόμενο πρωινό κρατούσε υγρασία, έδειχνε ότι ο μήνας τον οποίο αντιπροσώπευε θάταν βροχερός.
Την ίδια ώρα υπήρχε και η προσευχή, με ολονύκτιες δεήσεις και ζώσιμο με νήματα υφαντικής των εκκλησιών. «Άγιε που σε ζώσαμε, ζητούμεν σου μιαν χάρη. Εις τα δικά μας τα χωρκά, πέψε βροσιές για να γιορκά η γη μας το σιτάρι. Νάσιει ψουμίν ολόγρονα ο κόσμος να χορτάνει. Τζιαι νάρκεται στη χάρη σου γιορτές για να σου κάμνει».
Ανάλογο πάντρεμα πίστης και προκατάληψης, αποτελούν οι μαρτυρίες για δεήσεις στον Άγιο Γεώργιο του Σπόρου (γιορτάζει 3 Νοεμβρίου), με την ταυτόχρονη αναφορά για τοποθέτηση στο ζεμπύλι με το σπόρο, ενός κόκκινου ροδιού, ώστε ο καρπός να είναι χρυσοκόκκινος σαν το ρόδι. Ανάλογες μαρτυρίες από την παράδοση, καταγράφονται σε πληθώρα στο ντοκιμαντέρ.
Τα βάσανα
Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι του ντοκιμαντέρ αποτελούν οι μαρτυρίες για τα βάσανα των ανθρώπων, που αναγκάζονταν να μετακινούνται από την Πάφο στη Μεσαορία, για να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί. Αξιοσημείωτες είναι και οι μαρτυρίες για τη ζωή των γυναικών της υπαίθρου, οι οποίες είχαν και τότε πολλαπλούς κοινωνικούς ρόλους, είτε ως οικοκυρές, είτε ως εργάτριες δίπλα στον πατέρα αρχικά και αργότερα κοντά στο σύζυγο. Ετοίμαζε το φαγητό για τους εργάτες, έδενε και μετέφερε δεμάτια, αλλά και θέριζε πολλές φορές με το δρεπάνι. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Παύλου Λιασίδη, τα οποία αναφέρονται στο ντοκιμαντέρ: «Για ν’ αγρωνίσεις που σκλαβιάν , άδρωπε πον αγρώνισες, βούρα να δεις νύκτα φτωχούς πούρκουνται που το θέρος,να νοιώσεις πόνον πόσσω σου, πον τον εξαναπόνησες , σαδ δείς ο δεκαοχτώ χρόνων παίδκιος, να δείχνει γέρος».
Οι νερόμυλοι
Μοναδικό κατόρθωμα – είναι μεγάλη επιτυχία - για τον Πασχάλη Παπαπέτρου, αποτελεί η καταγραφή του τελευταίου νερόμυλου της Κύπρου στην Ευρύχου. Ο μυλωνάς, ο κυρ Στέλιος, με τη βοήθεια της μυλωνούς, της κυράς Αφροδίτης, αλέθει το στάρι, που θα χρησιμοποιηθεί για τα γλυκά και τα κουλούρια, για το Πάσχα. Το πιο εκπληκτικό στη σκηνή αυτή, είναι οι ζωντανοί διάλογοι των χαρούμενων ανθρώπων, οι οποίοι χωρίς επιτήδευση, αποκαλύπτουν την αγνή ψυχή τους.
Το προζύμι
Μοναδικές μαρτυρίες καταγράφονται στο ντοκιμαντέρ και για το προζύμι, το οποίο αποτελούσε φυλακτό για όλο το χρόνο, για τις οικογένειες, μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες. Το παρασκεύαζαν με αγιασμένο νερό της εορτής του Σταυρού στις 14 του Σεπτέμβρη, γιατί πίστευαν ότι το αγίασμα αυτής της ημέρας ξυνίζει το ζυμάρι και γίνεται προζύμι. Το προζύμι θεωρείτο ευλογία Θεού, γι' αυτό και απαιτείτο μια ιεροτελεστία με πολλές προσευχές, ώστε να συνεργήσει η θεία δύναμη.
Το ζύμωμα
Κεντρικό στοιχείο της ταινίας δεν μπορούσε να είναι άλλο από το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού. Όλα ξεκινήσουν πριν χαράξει το φως, ενώ η παράδοση ήθελε την όλη διαδικασία να γίνεται κυρίως το Σάββατο. Χαρακτηριστική είναι και η παροιμία: «Απόν ζυμώσει Σάββατον, κατζιήν Δευτέραν έσιει». Και η διαδικασία του φουρνίσματος συνδέεται με πολλές προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Η επιθυμία για μεγάλα και ροδοψημένα ψωμιά εκφράζεται μέχρι σήμερα με διάφορες ευχές: «Κότσιηνα σαν τα μήλα τζιαι ψηλά σαν την καμήλα... Σαν του Χριστού το νάμαν τζιαι σαν τα σιήλη του Άι Μάμα».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορική έρευνα για τους πρώτους φουρνάρηδες, τους μάντζιπες, της Κύπρου. Ακόμη καταγράφεται και η πρώτη γυναίκα μαντζίπαινα στο Άρσος Λεμεσού, που ήταν η Φεβρωνία του Σοβρονή.
Ένα μεγάλο κομμάτι του ντοκιμαντέρ αφιερώνεται στο ρόλο που διαδραματίζει το ψωμί στην Εκκλησία. Από το Μυστικό Δείπνο, «Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών» μέχρι και τις σημερινές τελετουργίες όπως την αρτοκλασία, όπου ο ιερέας ψάλλει το «Πλούσιοι επτώχευσαν και επέινασαν ....» και ευλογούνται ο άρτος , ο οίνος και το κρασί, σε ανάμνηση του θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων, υπενθυμίζοντάς μας ότι το ψωμί είναι η ευλογία του θεού για τον άνθρωπο και το βασικό συστατικό της διατροφής του.
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@
Κάντε κάτι, γιατί αύριο θα είναι αργά
Δρ. Βάσος Καραγιώργης, Καθηγητής Αρχαιολογίας
Με σοβαρή έρευνα, με πολλή ευαισθησία και συνέπεια έχουν βάλει σε ψηλό βάθρο την τέχνη του documentaire στην Κύπρο. Δεν αρκούνται να ντύνουν την ωραία εικόνα με τον ωραίο λόγο, αλλά προχωρούν
και στον τομέα της επιστήμης, όσο είναι δυνατόν, συνεργαζόμενοι με ειδικούς, για να δώσουν κάτι άρτιο, που θα μείνει σαν έργο αναφοράς και όχι σαν εφήμερη καταγραφή της επικαιρότητας.
Ο κόσμος που περιγράφουν είναι ένας κόσμος που φεύγει ή που έφυγε κιόλας, και διατηρείται μονάχα στη μνήμη των ανθρώπων της δικής μου γενιάς. Είχα την τύχη να ζήσω αυτό τον κόσμο, σαν νεαρός μαθητής του δημοτικού σχολείου στο χωριό μου, το Τρίκωμο.
Αρχαϊκή Κύπρος
Ο ρυθμός της ζωής ήταν αργός, δύσκολα άλλαζε η παράδοση που είχε πίσω της ζωή αιώνων. Περιγράφοντας αυτή τη φάση της ζωής στην Κύπρο, ο μεγάλος Σουηδός αρχαιολόγος Einar Gjerstad την ονόμασε Αρχαϊκή Κύπρο, με τη ζωντάνια της απλότητας και της αυθεντικότητας αυτού που εννοούμε με τη λέξη «αρχαϊκός». Ζήσαμε το θερισμό, το άλεσμα του σιταριού, την ετοιμασία του ψωμιού, το φούρνισμα, γευτήκαμε το ζεστό σιταρένιο ψωμί. Ζήσαμε το μάζεμα των ελιών, την παραγωγή του λαδιού, είδαμε έργα και ημέρες που λίγο διέφεραν από τις αντίστοιχες της προϊστορικής Κύπρου, όπως διαπίστωσα χρόνια μετά, όταν μελέτησα την Κυπριακή Αρχαιολογία. Το ψωμί και η ελιά αποτελούσαν σοβαρό μέρος της καθημερινής μας δίαιτας, πράγμα που θεωρείται εντελώς ξένο στη σημερινή ζωή του Κυπρίου.
Το μάλαμα
Ήταν τα χρόνια της φτώχειας, του μόχθου, του ιδρώτα του πατέρα και της μητέρας, που καλλιεργούσαν τη γη για να δώσει καρπό, το «μάλαμα» όπως λέγαμε το σιτάρι στη Μεσαορία, για να θρέψει τις πολυμελείς οικογένειες. Μια ζωή που λίγο διέφερε από τα Νεολιθικά Χρόνια, όταν ο Κύπριος άρχισε να καλλιεργεί τη
γη για να δώσει τροφή. Το ίδιο άροτρο, η ίδια δουκάνη, ίδια ξύλινη σκάφη, ο ίδιος φούρνος.
Γοητεία
Ένα μικρό, πολύ μικρό, μέρος αυτής της αρχαϊκής ζωής, έζησαν ο Πασχάλης και ο Νίκος, συγκινήθηκαν από τη γοητεία της, και προσπάθησαν όσο μπορούσαν να συντηρήσουν με τα documentaires τους. Μια προσπάθεια φιλότιμη και επαινετή, που δίκαια και επάξια υποστηρίχθηκε από τις κρατικές Πολιτιστικές Υπηρεσίες, από το Ίδρυμα Λεβέντη και άλλους πολιτιστικούς φορείς του τόπου. Θάταν ευχής έργο αν το κράτος, μέσω του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, τους χρησιμοποιούσε για μια πιο οργανωμένη και συστηματική καταγραφή ενός κόσμου που φεύγει, που έφυγε, που αποτελεί μέρος της ιστορίας μας. Τώρα που υπάρχουν ακόμη οι άνθρωποι που θυμούνται, που διηγούνται. Η επόμενη γενιά, που έζησε την αναταραχή της προσφυγιάς, που είδε να εξανεμίζεται η παράδοση, δεν θα θυμάται πια. Αύριο θάναι αργά...
Σχόλια