Οι ενοχλητικοί ζητιάνοι στα "κυριλάτα" καφέ


Οι ενοχλητικοί ζητιάνοι στα "κυριλάτα" καφέ
.

ΑΠΛΩΝΕΙΣ στο "κυριλάτο" καφέ της Λευκωσίας, απολαμβάνεις τους περίεργους ευρω-καφέδες και ρεμβάζεις τον κοσμάκη που πηγαινοέρχεται φορτωμένος ψώνια. Προσπαθείς να ξεχάσεις τον κάματο της δουλειάς και το άγχος της καθημερινής βιοπάλης, απολαμβάνοντας τη θέα των περίεργων και ποικιλοτρόπως ντυμένων ή καλύτερα ξεντυμένων ανθρώπων. Θέλεις και εσύ να νοιώσεις για λίγο σπουδαίος, για λίγο ξεχωριστός, έστω και αν πληρώνεις χρυσάφι τον καφέ, έστω και αν γεμίζουν τα πνευμόνιά σου από καυσαέριο, έστω και αν ξεκουφαίνεσαι από τα μαρσαρίσματα των μοτο-επιδειξιμανών και τις κόρνες των ανυπόμονων οδηγών. Και όμως, με την κουβέντα, με τα πειράγματα, με τα κοινωνικά σχόλια, άλλως κουτσομπολιά, η καρδιά ανοίγει και η ψυχή ευφραίνεται.
ΚΑΙ ΕΚΕΙ που όλα είναι καλά και ωραία, εμφανίζεται ξαφνικά ο λερωμένος ζητιάνος για να ανατρέψει την όλη "κατάσταση" και να ενοχλήσει τη συνείδησή σου. Στις περισσότερες φορές πουλά πένες και άλλα μικροαντικείμενα, όλα για μία λίρα, ενώ τον καταδιώκουν τα γκαρσόνια για να μην ενοχλεί. Βεβαίως δεν μιλούμε για άγιους ζητιάνους, αφού, όχι σπάνια, απλώνουν το χέρι και αρπάζουν λίρες και άλλα μικροαντικείμενα που υπάρχουν στα τραπέζια. Στους πολυσύχναστους δρόμους κυκλοφορούν και οι λαχειοπώλες, μόνο που θεωρούνται "must", αφού συμβάλλουν στη διασκέδαση των θαμώνων των καφετεριών και ικανοποιούν και τα πάθη του τζόγου.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ που τίθεται είναι αν πρέπει οι άνθρωποι να προσφέρουν χρήματα σε αυτούς τους ανθρώπους, όταν γνωρίζουν ότι μερικοί από αυτούς, έκαναν επάγγελμα την επαιτεία και εκμεταλλεύονται την ευαισθησία των πολλών. Η κοινή λογική λέει ότι είναι χίλιες φορές προτιμότερο, να μάθεις τους αξιοπαθούντες να δουλεύουν, ώστε να κερδίζουν το ψωμί τους, παρά να τους προσφέρεις καθημερινώς ένα κομμάτι ψωμί. Έλα όμως που κάποιοι άνθρωποι, μετατρέπουν την επαιτεία σε εύκολη προσοδοφόρα λύση ενώ, όχι σπάνια, δημιουργούνται ολόκληρα κυκλώματα. Οι επιλογές είναι δύο. Είτε σταματάς να δίδεις σε μια προσπάθεια να σταματήσεις τα κυκλώματα, βεβαίως είναι πασιφανές ότι αποτελεί απάτη, είτε δίδεις ικανοποιώντας τη συνείδησή σου, αφήνοντας όμως το "κρίμα" στους ίδιους τους επαίτες. Υπάρχει βεβαίως και ο συνδυασμός των δύο, όπου με μια λίρα συνήθως απαλλάσσεσαι από τις ενοχλητικές εκκλήσεις.

ΥΠΑΡΧΕΙ και η ελευθερία του ανθρώπου, όπου ο καθένας ανάλογα με την κρίση του, ανάλογα με τις ευαισθησίες τους, ανάλογα με τη συνείδησή του, ανάλογα με την πίστη του στο Θεό, δίδει στους ανθρώπους αυτούς, που, είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα, ταπεινώνονται και ζητούν την ελεημοσύνη των πολλών. Βεβαίως το καλύτερο είναι η προσφορά να γίνεται στα κρυφά και χωρίς να σε βλέπει ο διπλανός σου. Εκεί η ελεημοσύνη καταξιώνεται ως πράξη ύψιστης αγάπης, η οποία προσφέρει μεγάλη χαρά σε αυτόν που δέχεται το δώρο, αλλά προσφέρει περισσότερη χαρά και σε αυτόν που δίδει την ελεημοσύνη. Ο Θεός ανταμείβει στο πολλαπλάσιο, όσους προσφέρουν με αγάπη και σίγουρα χωρίς να γνωρίζει η αριστερά τους, τι προσφέρει η δεξιά τους.
ΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ στις εκκλησίες και οι μοναχοί στα μοναστήρια δέχονται συνήθως τα μεγαλύτερα αιτήματα για οικονομική βοήθεια, από φτωχούς και ανήμπορους. Και εδώ υπάρχει ο πειρασμός οι άνθρωποι αυτοί να συνηθίσουν στην εύκολη λύση της ελεημοσύνης και να μην προσπαθούν να εργαστούν για να εξασφαλίσουν τον επιούσιο. Πολλές φορές μάλιστα όταν οι παπάδες και οι μοναχοί θελήσουν να μειώσουν λίγο τη βοήθεια, δέχονται μεγάλες επιθέσεις. Πρόσφατα, ένας μοναχός θέλοντας να εκπαιδεύσει σιγά-σιγά ένα άνθρωπο που άρχισε να συνηθίζει την ελεημοσύνη, ζητούσε από τον ζητιάνο, να εκτελεί μικρές δουλειές, όπως η μεταφορά αντικειμένων ή το πότισμα του κήπου, ώστε να μάθει την αξία της δουλειάς και τη γλύκα των χρημάτων που κερδίζονται με κόπο.

ΠΕΡΑΝ από την κρίση του ανθρώπου, αν θα πρέπει να δίδει ή όχι, υπάρχει και ο Θεός που καθορίζει με το δικό του, τρόπο ποιοι θα πάρουν και ποιοι όχι. Στο "Γεροντικό" διαβάζουμε για την ιστορία ενός καλού ιερέα ο οποίος κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τους φτωχούς της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα, που μάζευε το "κιβώτιο των πτωχών". Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα με ύφος κακόμοιρο. Ο ιερέας τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. Όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερέας σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα, για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και της έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα. Σαν ευλαβής που ήταν κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε πως η μία που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει, για να της δίνουν ευκολότερα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις