Ναι στη συνεργασία, όχι στην ταύτιση Εκκλησίας και Πολιτείας
Ο ΣΕΡΒΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΠΑΡΣΚΑΣ, ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΒΙΤΣ, ΣΤΟΝ "Π"
Ναι στη συνεργασία, όχι στην ταύτιση Εκκλησίας και Πολιτείας
.
Η μεγαλύτερη αρετή, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, είναι η διάκριση, με άλλα λόγια, ναι στα πάντα, άλλα μόνο για την αγάπη του Χριστού. Ο Σέρβος Μητροπολίτης Μπάτσκας, Ειρηναίος Μπούλοβιτς - ιδιαίτερα γνωστός στην Κύπρο - λέει ναι στο διάλογο και στις δύσκολες σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά χωρίς να χάνεται η αλήθεια του Ευαγγελίου, η οποία έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να υιοθετηθεί από καμία πολιτεία. Σε συνέντευξη στον "Π" στο περιθώριο του 10ου διαλόγου μεταξύ Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και Ορθοδοξίας, επισημαίνει με το λαγαρό του λόγου, τους κινδύνους συγκρητισμού και ταύτισης της Εκκλησίας με μια πολιτική ιδεολογία ή ένα πολιτικό σχήμα. Ο Σεβασμιότατος λέει ναι και στο διάλογο και με τους μουσουλμάνους, υποδεικνύοντας τους κινδύνους. Τονίζει ότι δεν πρέπει οι ορθόδοξοι να είναι αφελείς και να νομίζουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, διά του διαλόγου με τους πολιτικούς. Επισημαίνει τον κίνδυνο η αδιαφορία για την Εκκλησία και η εκκοσμίκευση ,να φθάσει από τη ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική Δύση και στην Ορθόδοξη Ανατολή. Επισημαίνει ότι οι ορθόδοξοι πρέπει να δρουν με βάση το καθήκον και τη συνείδησή τους και να αφήνουν το θέμα της αξιολόγησης στον ίδιο τον Θεό.
Ποια πρέπει να είναι η σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας;
Η Εκκλησία και η Πολιτεία εν γένει, είναι οντότητες ετερογενείς. Η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω τούτω, αλλά όχι εκ του κόσμου, πλην όμως υπάρχει χάριν του κόσμου, άρα είναι αδύνατον να μην έχει σχέση με όλη την κοινωνία και την πολιτεία, ως οργανωμένη τάξη του κοινωνικού βίου. Αλλά αυτή η σχέση, καλή προαίρεση, πρέπει να αποβλέπει στο κοινό αγαθό, το οποίο δεν αφορά μόνο την πνευματική ζωή, αλλά το σύνολο της ζωής του ανθρώπου. Αυτή η συνεργασία εκ μέρους της Εκκλησίας πρέπει να έχει ορισμένα όρια και ορισμένες επιφυλάξεις. Πρώτον, να μην ταυτιστεί, έστω στην κοινή γνώμη, η Εκκλησία, η πνευματική της ηγεσία, με μία συγκεκριμένη πολιτειακή ιδεολογία ή ένα συγκεκριμένο πολιτειακό σχήμα. Όλα αυτά είναι σχετικά και παροδικά, ενώ η Εκκλησία, είναι η αιωνία κιβωτός της σωτηρίας. Άρα, συνεργασία ναι, αλλά όχι ταύτιση και πολλώ μάλλον μεταχείριση υπό των πολιτικών δυνάμεων της Εκκλησίας, προς ίδιους σκοπούς και προς ίδια οφέλη. Είναι κάτι που εκθέτει και τους ποιμένας της Εκκλησίας και κατά κάποιο τρόπο και την ίδια την Εκκλησία. Άρα, με σωφροσύνη, με διάκριση και με το πνεύμα του ίδιου του Κυρίου, δηλαδή όπως ο ίδιος είπε, "τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ". Διά του παραδείγματός του, μας έδειξε κατά τον πλέον εύγλωττο τρόπο πώς πρέπει να πορευόμεθα. Άρα, πρέπει να είμεθα και ανοικτοί και θετικοί, αλλά με αυτή την επιφύλαξη. Δηλαδή, δεν μπορεί για το κάθε τι να είναι η Εκκλησία συμπαραστάτης της Πολιτείας.
Οι θέσεις των πολιτικών μπορούν να γίνουν αποδεκτές από την Εκκλησία;
Εδώ στη σύναξή μας, στην Μπρατισλάβα, ελέχθησαν πάρα πολύ ωραία λόγια, τα οποία ηχούν εντελώς ως ευαπόδεκτα για μας τους χριστιανούς. Και τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και η πλήρης ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων και η ισότητα. Ό,τι ακούμε, είναι ευλογημένο. Μεταξύ άλλων ακούστηκαν και πολύ ωραία λόγια, περί των παιδικών δικαιωμάτων. Αυτά είναι πολύ ορθά, αλλά δυστυχώς σπάνια το ακούμε σε τέτοιες δημόσιες συνάξεις πολιτικών. Ως χριστιανοί πρέπει να σκεφτούμε αν έχει στην Ευρώπη μας, τη δημοκρατική, την ανοικτή, το παιδί το δικαίωμα να γεννηθεί, ή αν αυτό το δικαίωμα εξαρτάται από την καλή ή την κακή βούληση των γονιών ή άλλων παραγόντων. Ένα βασικό δικαίωμα ζωής δεν έχει αποσαφηνισθεί. Σε αυτά τα τόσο ευαίσθητα θέματα ηθικής και βιοηθικής, καθώς επίσης και σε πολλά άλλα θέματα που αφορούν τα βάθη, τα έγκατα της ανθρώπινης υπάρξεως, πρέπει να έχει η Εκκλησία ένα δικό της λόγο, που άλλοτε να είναι συμβατός με το λόγο των πολιτικών και άλλοτε όχι.
Υπάρχει δυνατότητα σύμπλευσης;
Άλλοτε η Πολιτεία μπορεί να συμπλεύσει στα θέματα της σωτηρίας και του πληρώματος της ζωής του ανθρώπου και της κοινωνίας και άλλοτε όμως αδυνατεί. Οι λόγοι είναι διάφοροι. Είτε λόγω δεσμεύσεων, είτε λόγω έλλειψης οραματισμών, είτε για άλλους λόγους. Αυτό, δεν το ξέρουμε. Μακάρι να μπορεί να εξευγενιστεί η πολιτική και η Πολιτεία, να πνευματοποιηθεί. Ωστόσο, δεν είναι ποτέ δυνατόν να φθάσει στην ανθρωπολογική όραση του Ευαγγελίου και της πίστεώς μας, μια οποιαδήποτε εγκόσμια πολιτική ή και πολιτεία ακόμη. Είμεθα θετικοί ως άνθρωποι της Εκκλησίας, ανοικτοί, συνεργάσιμοι, αλλά με αυτή τη διακριτική επιφύλαξη, που ξέρουμε ότι δεν είναι το καθετί προς υιοθέτηση, όπως δεν είναι και το καθετί προς απόρριψη. Πρέπει να έχουμε το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και να είμεθα πάντοτε εν συναισθήσει και επιγνώση της ευθύνης μας και της αγάπης μας προς τον πλησίον.
Η Ορθοδοξία είναι μειονότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι μπορεί να προσφέρει;
Δεν ξέρουμε αν είναι μειονότητα. Μπορεί οι χριστιανοί στη σημερινή Ευρώπη να είναι ένα είδος διασποράς. Και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το ποσοστό των χριστιανών ποικίλει. Δυστυχώς, και δεν το λέω με καμία χαιρεκακία, διότι όλα τα δεινά πλήττουν τον οποιονδήποτε, πλήττουν και εμάς τους ορθοδόξους, αλλά σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, πολλοί πολίτες δηλώνουν, είτε αδιάφοροι, είτε είναι εντελώς κριτικοί έναντι της ιδίας Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πλέον αυτονόητο ότι ο κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε στην Ευρώπη είναι και χριστιανός. Σε αυτό το θέμα, οι χώρες της ορθοδόξου παραδόσεως, οι δικές μας χώρες της καθ΄ ημάς Ανατολής, και στην Ευρώπη γενικότερα, ακόμη δεν έχουν φθάσει στο σημείο της εκκοσμικεύσεως και αποχρωματισμού που παρατηρείται σε αναπτυγμένες και πλούσιες χώρες της Δύσεως. Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο δεν θα έχουμε προκλήσεις και πειρασμούς, οι οποίοι αύριο θα οδηγήσουν προς τα εκεί και ήδη εν τείνει μέτρο έχουμε οδηγηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Και γι' αυτά τα φαινόμενα δεν μας φταίει πάντοτε κάποιος άλλος. Φταίμε και εμείς οι ίδιοι, η ολιγοπιστία και η ασυνέπειά μας, ίσως και η αναξιότητά μας ως χριστιανών.
Πώς πρέπει να εμφανίζεται η Ορθοδοξία στη Δύση;
Η Ορθοδοξία στην Ευρώπη δεν πρέπει να εμφανίζεται ως κάποιος που από θέσεως μειονότητας, εκλιπαρεί μια θεσούλα για τον εαυτό της. Αλλά δικαιωματικώς, εξίσου με τους άλλους, μπορεί να αρθρώσει λόγο, πολλώ μάλλον που τα κατηγορήματα της ζωής, της αληθείας, της σωτηρίας, δεν είναι πράγματα ψηφοφοριών, ούτε αριθμών, αλλά βασικές αλήθειες της ίδιας της ζωής. Η Εκκλησία σε αυτά τα πράγματα έχει τι να πει και πώς να το πει. Γι' αυτό το λόγο, η ευθύνη μας ως ορθοδόξων είναι πράγματι μεγάλη. Δίδουμε εξετάσεις για την ωριμότητάς μας, όταν παρουσιαζόμαστε στο βήμα των ετεροδόξων Ευρωπαίων. Δεν είναι σωστό να εμφανιζόμαστε με συνεχείς διενέξεις και μικροπρέπειες και όλα αυτά που δυστυχώς μας χαρακτηρίζουν κατά καιρούς. Πρέπει να είμεθα όλοι συσπειρωμένοι, εν αγαθή εννοία της λέξεως περί της πίστεως και τη μαρτυρία της πίστεώς μας, χωρίς περιφρόνηση προς την ταυτότητα των άλλων, αλλά και χωρίς υποτίμηση.
Υπάρχει ο κίνδυνος του συγκρητισμού;
Η συγκρητιστική και σχετικοποιητική φρασεολογία που ακούγεται σε αυτού του είδους τις διασκέψεις, ακούστηκε και αυτό το διήμερο, είτε από στόματα ομιλητών, είτε συζητητών. Εμείς ακούσαμε και δεν μιλήσαμε. Δεν βαριέσαι... Τι θα πει ορθόδοξος; Τι θα πει μη ορθόδοξος; Σημαντικό είναι να είμαστε χριστιανοί. Το επόμενο βήμα αυτής της φρασεολογίας, αναποφεύκτως είναι τι θα πει να είμαστε χριστιανοί ή μουσουλμάνοι ή οτιδήποτε άλλο. Αρκεί να είμεθα καλοί άνθρωποι. Αλλά η έννοια του καλού ανθρώπου, είναι τόσο αόριστη, απροσδιόριστη και ασαφής, που για τον καθένα μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο. Είναι τόσες οι έννοιες και τόσα τα περιεχόμενα, αυτού του τύπου, όσοι είναι και οι χρησιμοποιούντες αυτές τις θέσεις και εκφράσεις. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα, χωρίς τα οποία εμείς δεν υπάρχουμε και γι' αυτό το λόγο η ομολογίας της ορθόδοξης πίστης μας, δεν είναι θέμα ιδεολογικό, ούτε θέμα αντιπαραβολής και αντιπαρατάξεως, προς τους άλλους πιστεύοντας. Αλλά είναι θέμα, ότι δεν μπορούμε να είμαστε κάτι άλλο, από αυτό που είμαστε. Και ως ορθόδοξοι, αυτοί που είμεθα, ούτε το ενδεχόμεθα, ούτε το αποσιωπούμε. Μπορούμε ίσως να είμεθα και χρήσιμοι, γιατί η Εκκλησία μας διαφυλάττει την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας εν εγκυρότητα. Αυτό δεν είναι κάτι που μας κάνει να καυχόμεθα εν Κυρίω, που λέει ο λόγος, αλλά που αυξάνει και την ευθύνη μας, να είμαστε μάρτυρες της παραδόσεως της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει πρωτίστως ευθύνη έναντι όλων. Μπορεί να μην έχουμε ακόμη όλα τα ερωτήματα, άλλων χριστιανών, αλλά τα δικά τους ερωτήματα και οι δικές τους απορίες και πειρασμοί είναι αυτομάτως και δικά μας, διότι η Ορθοδοξία είναι καθολική και παναθρώπινη και ευρυτέρα και πλατυτέρα της γης, ίσως και των ουρανών. Δεν είναι μια ψευδής θριαμβολογική στάση ημών των ορθοδόξων, είναι απλώς μια συνείδηση της ευθύνης μας.
Ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι συμβιώνουν αναγκαστικά. Υπάρχει δυνατότητα διαλόγου;
Εμείς κάναμε διάλογο με τους μουσουλμάνους. Το πρόβλημά μας είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε διάλογο με κάποιο επίσημο Ισλάμ. Άλλοι δέχονται το διάλογο και μας βλέπουν ως χριστιανούς και εβραίους, ως πνευματικώς συγγενείς. Άλλοι όμως, ούτε θέλουν να ακούσουν, ούτε θέλουν να διαλεχτούν. Είναι χρήσιμο να συνδιαλεγόμεθα, με όσους μπορούμε και με όσους θέλουν. Η παράδοση στον μουσουλμανικό κόσμο - στην όλη τους ιστορική υπόσταση - δείχνει, αν όχι φιλία, ανεκτικότητα, έναντι των χριστιανών. Στόχος πρέπει να είναι, να μην επικρατήσει και θριαμβεύσει μια ακραία, πολλές φορές, απάνθρωπη ερμηνεία του Κορανίου, η οποία λέει, ότι όλοι θα γίνουν μουσουλμάνοι, είτε το θέλουν, είτε δεν το θέλουν. Επομένως, είναι και αυτός ο διάλογος θέμα των ευθυνών μας και χωρίς να ξέρουμε αν θα καρποφορήσει και πόσο, οφείλουμε να τον διεξάγουμε. Εξάλλου, οι Ρωμιοί του λεγομένου Βυζαντίου, της Χριστιανικής Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, είχαν αυτή τη συναίσθηση. Και σε όλα τα επίπεδα, από μοναχούς μέχρι θεολόγους και αυτοκράτορες και σε όλα τα επίπεδα, διεξήγαγαν ένα διάλογο με τους μουσουλμάνους, χωρίς να θυσιάζουν το δικό τους το πιστεύω. Έχουμε και μια μακραίωνη παράδοση διαλόγου με το Ισλάμ και αυτός ο διάλογος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος και πάντοτε εχθρικός, όσο θεωρείται στα ευρύτερα χριστιανικά στρώματα. Υπήρχαν και πολύ δύσκολες εποχές και αυτό το γνωρίζουν οι περιοχές που πέρασαν από τουρκοκρατία ή άλλου είδους ισλαμική επικυριαρχία, όπως η Κύπρος, η Σερβία και οι χώρες της Βαλκανικής. Σήμερα φαίνεται ότι άρχισαν και οι Ευρωπαίοι να προβληματίζονται με αυτά τα θέματα. Τουλάχιστον έτσι αισθανόμαστε σε αυτές τις συνάξεις.
Ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει και σε επίλυση πολιτικών προβλημάτων;
Δύσκολο να το πούμε αυτό. Οι πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται σε τέτοιου είδους διάλογους. Ωστόσο, σε τέτοια συνέδρια, πολλά πράγματα μπορούν να διαφωτιστούν σοβαρότερα, πιο υπεύθυνα και να ακουστεί και η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διαφορετικά, δεν θα έχει νόημα να συνδιαλεγόμεθα με τον πολιτικό κόσμο, έστω και με ορισμένα κόμματα, είτε είναι χριστιανικής εμπνεύσεως και δέχονται κοινωνικές αξίες του χριστιανισμού, όπως είναι τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Αν δεν είχαμε την πεποίθηση ότι θα ακούγεται και η δική μας θέση και θα γίνεται σεβαστή, δεν θα ασχολούμεθα με τον διάλογο. Θα ήταν ένα είδος χρονοτριβής. Δεν νομίζω ότι είναι χαμένη ώρα. Αλλά, δεν πρέπει να έχουμε και την αφέλεια ότι η μαρτυρία μας θα μεταφραστεί σε πολιτική δράση. Μπορεί οι άνθρωποι που ακούμε και μιλούμε, ως πρόσωπα να συμφωνούν με πολλά που λέμε εδώ, με ταπείνωση και σεβασμό. Αλλά υπάρχουν και χίλιοι δύο άλλοι παράγοντες, που μπορούν να λειτουργούν σε διαφορετική κατεύθυνση. Το σημαντικότερο είναι να κάνουμε εμείς το εφ' ημίν. Αυτό που επιβάλλει το καθήκον και η συνείδησή μας. Τι τέξεται η χάρις του Θεού, από την ταπεινή μας προσπάθεια, δεν είναι θέμα δικό μας, ούτε είναι θέμα δικό μας να αξιολογούμε τα αποτελέσματα.
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@
Ο Επίσκοπος Ειρηναίος
Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μοραβικίου, κύριος Ειρηναίος, ο κατά κόσμον Μίρκος Μπούλοβιτς, γεννήθηκε στο Στάνισιτς της Μπάτσκας στις 11 Φεβρουαρίου 1947. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου το 1969. Στις 25 Μαρτίου 1968 εκάρη μοναχός από τον Αρχιμανδρίτη Ιουστίνο Πόποβιτς. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1968 και Πρεσβύτερος στις 15 Νοεμβρίου 1968 από τον Επίσκοπο Ράσκας Παύλο. Το 1981 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια εξελέγη Καθηγητής της Καινής Διαθήκης στη Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου. Στις 20 Μαΐου 1990 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος Μοραβικίου. Στις 13 Δεκεμβρίου 1990 εξελέγη Επίσκοπος Μπάτσκας.
Ποια πρέπει να είναι η σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας;
Η Εκκλησία και η Πολιτεία εν γένει, είναι οντότητες ετερογενείς. Η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω τούτω, αλλά όχι εκ του κόσμου, πλην όμως υπάρχει χάριν του κόσμου, άρα είναι αδύνατον να μην έχει σχέση με όλη την κοινωνία και την πολιτεία, ως οργανωμένη τάξη του κοινωνικού βίου. Αλλά αυτή η σχέση, καλή προαίρεση, πρέπει να αποβλέπει στο κοινό αγαθό, το οποίο δεν αφορά μόνο την πνευματική ζωή, αλλά το σύνολο της ζωής του ανθρώπου. Αυτή η συνεργασία εκ μέρους της Εκκλησίας πρέπει να έχει ορισμένα όρια και ορισμένες επιφυλάξεις. Πρώτον, να μην ταυτιστεί, έστω στην κοινή γνώμη, η Εκκλησία, η πνευματική της ηγεσία, με μία συγκεκριμένη πολιτειακή ιδεολογία ή ένα συγκεκριμένο πολιτειακό σχήμα. Όλα αυτά είναι σχετικά και παροδικά, ενώ η Εκκλησία, είναι η αιωνία κιβωτός της σωτηρίας. Άρα, συνεργασία ναι, αλλά όχι ταύτιση και πολλώ μάλλον μεταχείριση υπό των πολιτικών δυνάμεων της Εκκλησίας, προς ίδιους σκοπούς και προς ίδια οφέλη. Είναι κάτι που εκθέτει και τους ποιμένας της Εκκλησίας και κατά κάποιο τρόπο και την ίδια την Εκκλησία. Άρα, με σωφροσύνη, με διάκριση και με το πνεύμα του ίδιου του Κυρίου, δηλαδή όπως ο ίδιος είπε, "τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ". Διά του παραδείγματός του, μας έδειξε κατά τον πλέον εύγλωττο τρόπο πώς πρέπει να πορευόμεθα. Άρα, πρέπει να είμεθα και ανοικτοί και θετικοί, αλλά με αυτή την επιφύλαξη. Δηλαδή, δεν μπορεί για το κάθε τι να είναι η Εκκλησία συμπαραστάτης της Πολιτείας.
Οι θέσεις των πολιτικών μπορούν να γίνουν αποδεκτές από την Εκκλησία;
Εδώ στη σύναξή μας, στην Μπρατισλάβα, ελέχθησαν πάρα πολύ ωραία λόγια, τα οποία ηχούν εντελώς ως ευαπόδεκτα για μας τους χριστιανούς. Και τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και η πλήρης ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων και η ισότητα. Ό,τι ακούμε, είναι ευλογημένο. Μεταξύ άλλων ακούστηκαν και πολύ ωραία λόγια, περί των παιδικών δικαιωμάτων. Αυτά είναι πολύ ορθά, αλλά δυστυχώς σπάνια το ακούμε σε τέτοιες δημόσιες συνάξεις πολιτικών. Ως χριστιανοί πρέπει να σκεφτούμε αν έχει στην Ευρώπη μας, τη δημοκρατική, την ανοικτή, το παιδί το δικαίωμα να γεννηθεί, ή αν αυτό το δικαίωμα εξαρτάται από την καλή ή την κακή βούληση των γονιών ή άλλων παραγόντων. Ένα βασικό δικαίωμα ζωής δεν έχει αποσαφηνισθεί. Σε αυτά τα τόσο ευαίσθητα θέματα ηθικής και βιοηθικής, καθώς επίσης και σε πολλά άλλα θέματα που αφορούν τα βάθη, τα έγκατα της ανθρώπινης υπάρξεως, πρέπει να έχει η Εκκλησία ένα δικό της λόγο, που άλλοτε να είναι συμβατός με το λόγο των πολιτικών και άλλοτε όχι.
Υπάρχει δυνατότητα σύμπλευσης;
Άλλοτε η Πολιτεία μπορεί να συμπλεύσει στα θέματα της σωτηρίας και του πληρώματος της ζωής του ανθρώπου και της κοινωνίας και άλλοτε όμως αδυνατεί. Οι λόγοι είναι διάφοροι. Είτε λόγω δεσμεύσεων, είτε λόγω έλλειψης οραματισμών, είτε για άλλους λόγους. Αυτό, δεν το ξέρουμε. Μακάρι να μπορεί να εξευγενιστεί η πολιτική και η Πολιτεία, να πνευματοποιηθεί. Ωστόσο, δεν είναι ποτέ δυνατόν να φθάσει στην ανθρωπολογική όραση του Ευαγγελίου και της πίστεώς μας, μια οποιαδήποτε εγκόσμια πολιτική ή και πολιτεία ακόμη. Είμεθα θετικοί ως άνθρωποι της Εκκλησίας, ανοικτοί, συνεργάσιμοι, αλλά με αυτή τη διακριτική επιφύλαξη, που ξέρουμε ότι δεν είναι το καθετί προς υιοθέτηση, όπως δεν είναι και το καθετί προς απόρριψη. Πρέπει να έχουμε το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και να είμεθα πάντοτε εν συναισθήσει και επιγνώση της ευθύνης μας και της αγάπης μας προς τον πλησίον.
Η Ορθοδοξία είναι μειονότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι μπορεί να προσφέρει;
Δεν ξέρουμε αν είναι μειονότητα. Μπορεί οι χριστιανοί στη σημερινή Ευρώπη να είναι ένα είδος διασποράς. Και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το ποσοστό των χριστιανών ποικίλει. Δυστυχώς, και δεν το λέω με καμία χαιρεκακία, διότι όλα τα δεινά πλήττουν τον οποιονδήποτε, πλήττουν και εμάς τους ορθοδόξους, αλλά σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, πολλοί πολίτες δηλώνουν, είτε αδιάφοροι, είτε είναι εντελώς κριτικοί έναντι της ιδίας Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πλέον αυτονόητο ότι ο κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε στην Ευρώπη είναι και χριστιανός. Σε αυτό το θέμα, οι χώρες της ορθοδόξου παραδόσεως, οι δικές μας χώρες της καθ΄ ημάς Ανατολής, και στην Ευρώπη γενικότερα, ακόμη δεν έχουν φθάσει στο σημείο της εκκοσμικεύσεως και αποχρωματισμού που παρατηρείται σε αναπτυγμένες και πλούσιες χώρες της Δύσεως. Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο δεν θα έχουμε προκλήσεις και πειρασμούς, οι οποίοι αύριο θα οδηγήσουν προς τα εκεί και ήδη εν τείνει μέτρο έχουμε οδηγηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Και γι' αυτά τα φαινόμενα δεν μας φταίει πάντοτε κάποιος άλλος. Φταίμε και εμείς οι ίδιοι, η ολιγοπιστία και η ασυνέπειά μας, ίσως και η αναξιότητά μας ως χριστιανών.
Πώς πρέπει να εμφανίζεται η Ορθοδοξία στη Δύση;
Η Ορθοδοξία στην Ευρώπη δεν πρέπει να εμφανίζεται ως κάποιος που από θέσεως μειονότητας, εκλιπαρεί μια θεσούλα για τον εαυτό της. Αλλά δικαιωματικώς, εξίσου με τους άλλους, μπορεί να αρθρώσει λόγο, πολλώ μάλλον που τα κατηγορήματα της ζωής, της αληθείας, της σωτηρίας, δεν είναι πράγματα ψηφοφοριών, ούτε αριθμών, αλλά βασικές αλήθειες της ίδιας της ζωής. Η Εκκλησία σε αυτά τα πράγματα έχει τι να πει και πώς να το πει. Γι' αυτό το λόγο, η ευθύνη μας ως ορθοδόξων είναι πράγματι μεγάλη. Δίδουμε εξετάσεις για την ωριμότητάς μας, όταν παρουσιαζόμαστε στο βήμα των ετεροδόξων Ευρωπαίων. Δεν είναι σωστό να εμφανιζόμαστε με συνεχείς διενέξεις και μικροπρέπειες και όλα αυτά που δυστυχώς μας χαρακτηρίζουν κατά καιρούς. Πρέπει να είμεθα όλοι συσπειρωμένοι, εν αγαθή εννοία της λέξεως περί της πίστεως και τη μαρτυρία της πίστεώς μας, χωρίς περιφρόνηση προς την ταυτότητα των άλλων, αλλά και χωρίς υποτίμηση.
Υπάρχει ο κίνδυνος του συγκρητισμού;
Η συγκρητιστική και σχετικοποιητική φρασεολογία που ακούγεται σε αυτού του είδους τις διασκέψεις, ακούστηκε και αυτό το διήμερο, είτε από στόματα ομιλητών, είτε συζητητών. Εμείς ακούσαμε και δεν μιλήσαμε. Δεν βαριέσαι... Τι θα πει ορθόδοξος; Τι θα πει μη ορθόδοξος; Σημαντικό είναι να είμαστε χριστιανοί. Το επόμενο βήμα αυτής της φρασεολογίας, αναποφεύκτως είναι τι θα πει να είμαστε χριστιανοί ή μουσουλμάνοι ή οτιδήποτε άλλο. Αρκεί να είμεθα καλοί άνθρωποι. Αλλά η έννοια του καλού ανθρώπου, είναι τόσο αόριστη, απροσδιόριστη και ασαφής, που για τον καθένα μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο. Είναι τόσες οι έννοιες και τόσα τα περιεχόμενα, αυτού του τύπου, όσοι είναι και οι χρησιμοποιούντες αυτές τις θέσεις και εκφράσεις. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα, χωρίς τα οποία εμείς δεν υπάρχουμε και γι' αυτό το λόγο η ομολογίας της ορθόδοξης πίστης μας, δεν είναι θέμα ιδεολογικό, ούτε θέμα αντιπαραβολής και αντιπαρατάξεως, προς τους άλλους πιστεύοντας. Αλλά είναι θέμα, ότι δεν μπορούμε να είμαστε κάτι άλλο, από αυτό που είμαστε. Και ως ορθόδοξοι, αυτοί που είμεθα, ούτε το ενδεχόμεθα, ούτε το αποσιωπούμε. Μπορούμε ίσως να είμεθα και χρήσιμοι, γιατί η Εκκλησία μας διαφυλάττει την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας εν εγκυρότητα. Αυτό δεν είναι κάτι που μας κάνει να καυχόμεθα εν Κυρίω, που λέει ο λόγος, αλλά που αυξάνει και την ευθύνη μας, να είμαστε μάρτυρες της παραδόσεως της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει πρωτίστως ευθύνη έναντι όλων. Μπορεί να μην έχουμε ακόμη όλα τα ερωτήματα, άλλων χριστιανών, αλλά τα δικά τους ερωτήματα και οι δικές τους απορίες και πειρασμοί είναι αυτομάτως και δικά μας, διότι η Ορθοδοξία είναι καθολική και παναθρώπινη και ευρυτέρα και πλατυτέρα της γης, ίσως και των ουρανών. Δεν είναι μια ψευδής θριαμβολογική στάση ημών των ορθοδόξων, είναι απλώς μια συνείδηση της ευθύνης μας.
Ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι συμβιώνουν αναγκαστικά. Υπάρχει δυνατότητα διαλόγου;
Εμείς κάναμε διάλογο με τους μουσουλμάνους. Το πρόβλημά μας είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε διάλογο με κάποιο επίσημο Ισλάμ. Άλλοι δέχονται το διάλογο και μας βλέπουν ως χριστιανούς και εβραίους, ως πνευματικώς συγγενείς. Άλλοι όμως, ούτε θέλουν να ακούσουν, ούτε θέλουν να διαλεχτούν. Είναι χρήσιμο να συνδιαλεγόμεθα, με όσους μπορούμε και με όσους θέλουν. Η παράδοση στον μουσουλμανικό κόσμο - στην όλη τους ιστορική υπόσταση - δείχνει, αν όχι φιλία, ανεκτικότητα, έναντι των χριστιανών. Στόχος πρέπει να είναι, να μην επικρατήσει και θριαμβεύσει μια ακραία, πολλές φορές, απάνθρωπη ερμηνεία του Κορανίου, η οποία λέει, ότι όλοι θα γίνουν μουσουλμάνοι, είτε το θέλουν, είτε δεν το θέλουν. Επομένως, είναι και αυτός ο διάλογος θέμα των ευθυνών μας και χωρίς να ξέρουμε αν θα καρποφορήσει και πόσο, οφείλουμε να τον διεξάγουμε. Εξάλλου, οι Ρωμιοί του λεγομένου Βυζαντίου, της Χριστιανικής Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, είχαν αυτή τη συναίσθηση. Και σε όλα τα επίπεδα, από μοναχούς μέχρι θεολόγους και αυτοκράτορες και σε όλα τα επίπεδα, διεξήγαγαν ένα διάλογο με τους μουσουλμάνους, χωρίς να θυσιάζουν το δικό τους το πιστεύω. Έχουμε και μια μακραίωνη παράδοση διαλόγου με το Ισλάμ και αυτός ο διάλογος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος και πάντοτε εχθρικός, όσο θεωρείται στα ευρύτερα χριστιανικά στρώματα. Υπήρχαν και πολύ δύσκολες εποχές και αυτό το γνωρίζουν οι περιοχές που πέρασαν από τουρκοκρατία ή άλλου είδους ισλαμική επικυριαρχία, όπως η Κύπρος, η Σερβία και οι χώρες της Βαλκανικής. Σήμερα φαίνεται ότι άρχισαν και οι Ευρωπαίοι να προβληματίζονται με αυτά τα θέματα. Τουλάχιστον έτσι αισθανόμαστε σε αυτές τις συνάξεις.
Ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει και σε επίλυση πολιτικών προβλημάτων;
Δύσκολο να το πούμε αυτό. Οι πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται σε τέτοιου είδους διάλογους. Ωστόσο, σε τέτοια συνέδρια, πολλά πράγματα μπορούν να διαφωτιστούν σοβαρότερα, πιο υπεύθυνα και να ακουστεί και η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διαφορετικά, δεν θα έχει νόημα να συνδιαλεγόμεθα με τον πολιτικό κόσμο, έστω και με ορισμένα κόμματα, είτε είναι χριστιανικής εμπνεύσεως και δέχονται κοινωνικές αξίες του χριστιανισμού, όπως είναι τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Αν δεν είχαμε την πεποίθηση ότι θα ακούγεται και η δική μας θέση και θα γίνεται σεβαστή, δεν θα ασχολούμεθα με τον διάλογο. Θα ήταν ένα είδος χρονοτριβής. Δεν νομίζω ότι είναι χαμένη ώρα. Αλλά, δεν πρέπει να έχουμε και την αφέλεια ότι η μαρτυρία μας θα μεταφραστεί σε πολιτική δράση. Μπορεί οι άνθρωποι που ακούμε και μιλούμε, ως πρόσωπα να συμφωνούν με πολλά που λέμε εδώ, με ταπείνωση και σεβασμό. Αλλά υπάρχουν και χίλιοι δύο άλλοι παράγοντες, που μπορούν να λειτουργούν σε διαφορετική κατεύθυνση. Το σημαντικότερο είναι να κάνουμε εμείς το εφ' ημίν. Αυτό που επιβάλλει το καθήκον και η συνείδησή μας. Τι τέξεται η χάρις του Θεού, από την ταπεινή μας προσπάθεια, δεν είναι θέμα δικό μας, ούτε είναι θέμα δικό μας να αξιολογούμε τα αποτελέσματα.
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@
Ο Επίσκοπος Ειρηναίος
Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μοραβικίου, κύριος Ειρηναίος, ο κατά κόσμον Μίρκος Μπούλοβιτς, γεννήθηκε στο Στάνισιτς της Μπάτσκας στις 11 Φεβρουαρίου 1947. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου το 1969. Στις 25 Μαρτίου 1968 εκάρη μοναχός από τον Αρχιμανδρίτη Ιουστίνο Πόποβιτς. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1968 και Πρεσβύτερος στις 15 Νοεμβρίου 1968 από τον Επίσκοπο Ράσκας Παύλο. Το 1981 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια εξελέγη Καθηγητής της Καινής Διαθήκης στη Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου. Στις 20 Μαΐου 1990 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος Μοραβικίου. Στις 13 Δεκεμβρίου 1990 εξελέγη Επίσκοπος Μπάτσκας.
Σχόλια