Το μισό σελίνι


ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΑΣ ΧΡΥΣΗΣ

.

Μια βολάν ήταν ένας άνθρωπος κι είχεν ένα γιο. Εγέρασεν και εκατάλαβε πως ήταν να πεθάνει.
-Γιε μου, λαλεί του γιου του, άμα πεθάνω, τούτη η κάσια που είναι δαμαί είναι γεμάτη λίρες και να πάεις να την ευκαιρώσεις μεσ' τη θάλασσα. Εκείνες οι λίρες που θα σταθούν από πάνω είναι δικές σου, εκείνες που θα κάτσουν κάτω, από τον αέραν ήρτασι κι εις τον αέραν θα πάσι, δεν είναι δουλεμένα μου σημαίνει. Ειδεμή κι αφήσεις τες και ξοδέψεις τες, θα πεινάσεις. Να θυμάσαι, ό,τι σταθεί πάνω από το νερό, κείνο είναι δικό σου. Εκατάλαβες;
- Εκατάλαβα, παπά.
Ε, έβλεπεν τον κύρη του ώσπου και εβγήκεν η ψυχή του.
Έσασεν τον, εμιζάρωσέν τον κι εκήδεψέν τον, όπως έπρεπεν. Υστερα επήγεν εις την κάσια. Έβαλέν την εις τον ώμον κι επήγεν εις τον γυρόν της θάλασσας. Σιάρρα, σιάρρα ευκαίρωσέν τα μεσ' τη θάλασσα. Εστάθη μόνον μισό σελίνι πάνω στα νερά, όλα τ' άλλα επήγαν κάτω. Άρπαξεν εκείνο το μισό σελίνι κι έκατσε στο γυαλό κι έκλαψε. Ανέφανεν ένας άνθρωπος. Λαλεί του:
- Ίντα 'χεις γιε μου και κλαίεις;
- Θωρείς τούτη την κάσια, θειέ;
- Ίντα ένι;
- Ήταν γεμάτη λίρες κι ευκαίρωσά τες μεσ' τη θάλασσα. Είπεν μου ο κύρης μου να την ευκαιρώσω μόλις πεθάνει κι εκείνα που θα σταθούν πάνω είναι δικά μου. Εστάθην τούτον το μισό σελίνι. Τι θα το κάμω μισό σελίνι;
Να πάω ν' αγοράσω ένα ψωμί να φάω. Ύστερα;
- Δεν πειράζει, γιε μου, λαλεί του ο άνθρωπος, άμα ακούσεις του κυρού σου ό,τι σου είπεν και κείνο το μισό σελίνι θα σε σάσει.
- Ίντα μου λαλείς ,θειέ, θα με σάσει μισό σελίνι;
- Λάμνε στη δουλειά σου και θα σε σάσει.
Ελάμνησεν ο φτωχός με κείνο το μισό σελίνι στο πουγκί του κι εβάρκαρε μ' έναν πλοίο. Εκεί που ήταν να λαμνήσει το πλοίο θωρεί έναν από κει να ΄ρχεται με μια βάρκα γεμάτη γάτους. Μιάου – μιάου, μιάου οι γάτοι κι εκείνος ο άνθρωπος έφερνέν τους να τους πετάξει μεσ' στη θάλασσα. Φωνάζει του:
- Θειέ, μα πού είναι να τους πάρεις τούτους τους γάτους;
- Ε, πού θα τους πάρω γιε μου, επληθύναν πολλά κι εφάγαν μας, λαλεί του, μεσ' την πόλη μας και τι θα τους κάμω; Θα τους πάρω μεσοπέλαγα να τους πετάξω, να τους σύρω μεσ' στο γυαλό να πνιγούν.
- Θειέ κι αν σου δώσω μισό σελίνι δίνεις μου τους;
- Γιατί πρόκειται να πάω άλλον τόσον τόπο να τους πετάξω χωρίς κέρδος κι αν τους ξεφορτωθώ μια ώρα γρηγορότερα και να πάρω και μισό σελίνι βλάφτει με; Πιάσ’ τους κι ό,τι θέλεις κάμε τους.
-Υπόμεινε, λαλεί του το παιδί. Κι επήγε κι ηύρε μια καμαρούδα μεσ' το πλοίο. Ύστερα επέστρεψε κι έπιανε τους γάτους δυο – δυο, τρεις – τρεις κι έβαλέν τους μεσ' στην καμαρούδα κι ασφάλισέν τους.
Έδωσεν και του ανθρώπου το μισό σελίνι και πήγεν εις το καλό. Ο φίλος μας εταξίδεψε με τους γάτους του.
Λάμνε, λάμνε το πλοίο έφτασε σ' ένα λιμάνι.
- Να κατεβείς κι εσύ, παιδί μου, λαλεί του ο καπετάνιος να ξεκουραστείς και να ξεζαλιστείς κι αύριον έτσι ώρα πρόκειται να αναχωρήσουμε.
Εκατέβηκε το κοπελούδι, μόλις εξέβην του πλοίου ενέβη σ' ένα εστιατόριο.
- Επείνασα, λαλεί, τι έχετε να φάμε;
- 'Εχωμε το τάδε φαΐ, το τάδε φαΐ...
- Βάρτε μου κι εμένα μια μερίδα φαΐ να φάω.
Εβάλαν του κι έκατσε να φάει. Ήρταν και δυο άνθρωποι με τες βέργες κι εστάθησαν ποκείθεν του και αποδώθεν του.
- Συγνώμην, ρε παιδιά, μεσ' τούτην την πόλη άμα φάει κανένας δέρνετέ τον κιόλας;
- Γιατί να τον δέρωμε;
- Ίντα κρατείτε τες βέργες εκεί;
- Τώρα να βάλωμε το ψουμί και το φαΐ πάνω στο τραπέζι να δεις, λαλούν του, ίντα κρατούμε τες βέργες.
Εβάλαν το φαΐ, εβάλαν το ψουμί πάνω στο τραπέζι, νάσου κι εξετρύπωσεν ένας ποντικός από κει, εξετρύπωσεν ένας από 'δω, εξετρύπωσεν άλλος, άλλος... επιάσαν τα πόδια του τραπεζιού να βγουν πάνω να μπουν μεσ' στην κούπαν ηθέλασι.
Ττάκκα, ττάκκα, ττάκκα, εφακούσαν εκείνες τες βέργες χαμαί να διώξουν τους ποντικούς.
- Ένα λεπτό, ρε παιδιά, μα δεν έχει θεραπεία τούτον το κακό;
- Δεν έχει.
Ίντα θεραπεία να 'χει; Να σκοτώσωμεν ένα, να σκοτώσωμε δυο, να σκοτώσωμε τρεις... Θα λείψουν καμιά φορά; Αφού είναι γεμάτη η κάμαρη κι έσω κι έξω και πόλα – σέλα.
- Συγνώμη, λαλεί τους το κοπέλλι, μείνετε εδώ, βλέπετε το φαΐ να μην εμπούν και το ξημαρίσουν να πάω ένα λεπτό και να 'ρτω.
Πάει, πιάνει δυο γάτουλους νηστικούλικους – να δούμε πόσο καιρό επεινούσαν – έρχεται και ξαπολά τους εκεί χαμαί. Αρρρ... οι γάτοι, αρπάζουν έναν επνίξαν τον, αρπάζουν άλλον, αρπάζουν άλλον...
- Κύριε ελέησον! Μα πόθεν ένι τούτα τα θηρία; λαλούν του.
- Έχω πολλούς! Να πάω να σας τους φέρω ούλλους να σας τους πουλήσω κι εσείς να τους δώσετε μεσ' στο χωριό σας εκεί που θέλουν.
Φωνάζουν του μάστρου τους του εστιάτορα, ήρτεν κοντά. Λαλούν του: "Θώρει!"
- Πόσα θέλεις παιδί μου, να μας τους πουλήσεις;
- Δεν είναι μόνον τούτους που έχω για πούλημα, έχω πολλούς. Να πάω να σας τους φέρω...
- Ε, χάτε, να πάμε να τους φέρωμε.
Επήγαν, επιάναν δυο – δυο, τρεις – τρεις, εφέραν τους κι εγεμώσαν μιαν καμαρούδαν εκεί.
- Ε, πόσα κάμνουν;
- Ε, κατά τον γάτον, λαλεί τους. Έχει και γάτους μεγάλους που είναι ακριβοί, έχει και γάτους μικρούς...
Τούτος κάμνει τόσα, τούτος τόσα, υπολόγισέν τους ούλους έναν – έναν. Είπεν τους τόσες λίρες, εδώσαν του τες κι εγέμωσε μια κάσια σαν εκείνη του κυρού του. Έκατσε κι έφαγε το φαΐ του κι ύστερα εφορτώθηκε την κάσια με τες λίρες κι επήγεν εις το σπίτιν του κι εμακάριζε τον κύρη του.
Έζησεν αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις