Ο γύρος του κόσμου χωρίς χρήματα
Η ΜΟΝΑΧΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ
.
Η εικόνα παραπέμπει στον Σωκράτη και τον μαθητή του τον Πλάτωνα, αφού όπως σημειώνει ο μέγας αρχαίος συγγραφέας, μόνο οι μικροί γράφουν…οι μεγάλοι πράττουν…
Και η γερόντισσα Γαβριηλία ήταν όντως μεγάλη, αφού δεν έγραψε τίποτα, αλλά τα λόγια της και οι πράξεις της γεμίζουν βιβλία.
Με τον λαγαρό της λόγο, η μοναχή Γαβριηλία μιλά για τις περιπέτειες, τις γερόντισσές της στην Ινδία, αλλά και για ιστορίες από την πολυτάραχη, όπως θα λέγαμε σήμερα, ζωή της.
Το τάμα της Γαβριηλίας
Είχε φύγει το 1954 για την Ινδία και είχε κάνει από τότε το τάμα, ποτέ να μην έχει χρήματα στη τσέπη. Αυτό σημαίνει ότι είσαι απόλυτα υποταγμένη στο θέλημα του Θεού... Ήταν, λοιπόν, πανευτυχής που δεν είχε χρήματα, γιατί ζούσε το Ευαγγέλιο.
Λαμβάνει κάποτε ένα γράμμα από τον μεγαλύτερο αδελφό της και μέσα στο γράμμα ήταν ένα χαρτονόμισμα των 100 δολαρίων. Εγώ θα το επιστρέψω πίσω, ο Κύριος με τρέφει… δεν έχω ανάγκη, σκέφθηκε. Μπαίνει τότε ο πονηρός με μια άλλη σκέψη: … Ε, χάθηκε ο κόσμος να επιστρέψω τα 90 και να κρατήσω τα δέκα ; Θ΄ αγοράσω ΝΤΙ ΝΤΙ ΤΙ για τους κοριούς και τις ψείρες, - ήταν μέσα στους λεπρούς, τυφλούς και τους παράλυτους… Ε, να μην αγοράσω και λίγη πούδρα ταλκ για την υγρασία… (είχε πάθει στην πλάτη της κάτι σαν σύγκαμα)… Και να μην αγοράσω και ένα κουτάκι μαρμελάδα, που έχω έναν χρόνο να φάω;… Και να μην πάρω και για το γεροντάκι που μένει σ΄εκείνη τη σπηλιά, δέκα με δώδεκα μπανάνες να του τις πάω;…
Παίρνει τις μπανάνες, το ντι-ντι-τι, το ταλκ και το γλυκό και επιστρέφει στον αδελφό της με το ταχυδρομείο τα 90 δολάρια… Γυρίζει στο νοσοκομείο όπου δούλευε, περνώντας μέσα από ένα δασάκι. Εκεί, πέφτουν πάνω της μερικές μαϊμούδες…
Της πήρανε ό,τι βάσταγε… ό,τι ήταν για τον εαυτό της… μόνο αυτό που ήταν για το γεροντάκι, αυτό που μπορούσανε να φάνε, τις μπανάνες, το αφήσανε… Έμεινε εμβρόντητη…. ( Να μια στιγμούλα)…
Μπαίνει στο δωμάτιό της και κάθισε κι αναρωτήθηκε… τι νόημα είχε αυτό;… τι είδους μάθημα ήταν;
Ο Κύριος δεν σε φροντίζει;… Εσύ ποια είσαι, κυρία μου, να πας να αγοράσεις για τον εαυτό σου;… Κι εκεί που καθόταν, έρχεται μια κυρία με πόνο στο σβέρκο και ήθελε να της κάνει κάποιες μαλάξεις για να συνέλθει… Της κάνει καλά το λαιμό. Αχ αδελφή μου, με τι τρόπο να σας ευχαριστήσω; Το μόνο που έχω είναι αυτό το βάζο γλυκό του κουταλιού που έφτιαξα στο σπίτι…
Από την τρεμούλα, έλεγε η Γερόντισσα Γαβριηλία στα πνευματικοπαίδια, πήρα πολλά κουταλάκια και πήγα σε όλους τους αρρώστους και τα μοίρασα.
Στην Αμερική
Η Γερόντισσα Γαβριηλία ήταν διεθνούς φήμης πρόσωπο, όχι βεβαίως του «σταρ σίστεμ», αλλά του «αντιστάρ», μέρος των επιφανών ανθρώπων, που από την αφάνειά τους, κινούν τα νήματα της ιστορίας. «Σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην Αμερική, όταν ήταν πια Καλόγρια, της ζήτησε ο υπεύθυνος να γράψει τη φωνή της σ΄ ένα μαγνητόφωνο, κι εκείνη του λέει… σε παρακαλώ μην μου βάζεις μαγνητόφωνο, γιατί δεν μπορώ να μιλήσω». Στο τέλος της ομιλίας έρχεται μια κυρία μικρόσωμη με τεράστιους φακούς μυωπίας και με ακουστικά βαρηκοΐας, και της λέει: Αχ Γερόντισσά μου, πόσο καλή που είσαστε… (Να άλλη μια στιγμούλα)…. Κάθισε και σκέφτηκε και είπε στον Θεό: Ευχαριστώ, Κύριε, ευχαριστώ για την κυρία αυτή που ήρθε… Τώρα κατάλαβα, ότι δεν έχει σημασία τι λέμε, σημασία έχει τι βάζεις Εσύ τον άλλο να ακούσει.
Και συμπλήρωσε η Μοναχή Γαβριηλία, λέγοντάς μας: Εγώ μπορεί να λέω βλακείες, αλλά αν θέλει ο Θεός να σας βοηθήσει , θα ωφεληθείτε… Κι αν ακόμη είσαστε μέσα στην έρημο, θα σας έκανε να νιώσετε πιο καλά πράγματα από αυτά που σας λέω.
Πρέπει να είναι τεντωμένες οι κεραίες μας πάντοτε, για να παίρνουμε τα μηνύματα.
Η "σκασιάρχα"
Για να αγιάσεις, χρειάζεσαι και τον πειρασμό, γιατί έξω από το στάδιο κανένας δεν νίκησε και η Γερόντισσα Γαβριηλία πολέμησε και τα πάθη της και τους «εχθρούς» για χάρη του Θεού, της Αγάπης.
«Όταν ήταν νέα, της άρεσαν τα γλυκά. Είχε όμως ένα ελάττωμα: σιχαινόταν εύκολα. Και κοιτάξτε πού ο Θεός την έστειλε! Να δουλέψει με Λεπρούς και να τους καθαρίζει τα έλκη!
Μπήκε λοιπόν μια μερα σε ένα μεγάλο ζαχαροπλαστείο, για να αγοράσει τρεις πάστες. Ο νεαρός υπάλληλος είχε ωραία μαλλιά που τους έβαζε, όπως ήταν τότε της μόδας, μπριγιαντίνη. Την ώρα που της έβαζε τις πάστες στο κουτί, του πέφτει το τσουλούφι… Πολύ απλά, αφήνει τις πάστες, το τακτοποιεί πίσω από το αυτί, και συνέχισε με τις πάστες! Η Γερόντισσα, νέα κοπέλλα τότε, του λέει: « Κύριε, μπορείτε να συνεχίσετε την κόμμωσή σας. Δεν θα πάρω τις πάστες» και φεύγει. Μας έλεγε: Παιδιά μου, πρέπει να ήταν φρικτή κακία αυτό που είπα, και το πλήρωσα τριάντα χρόνια μετά.
Πήγε σε ένα Λεπροκομείο, το οποίο διηύθυνε μια οικογένεια Ινδών. Στην Ινδία, πολύ συχνά οι άνθρωποι κάθονται χάμω, τρώνε χάμω και κοιμούνται χάμω. Όπως ήταν χάμω λοιπόν ο οικοδεσπότης, σκάλιζε τα δάκτυλα των ποδιών του. Σε μια στιγμή, γυρίζει και κόβει ένα κομμάτι ψωμί και της το δίνει να φάει!… Τότε θυμήθηκε τη σκηνή με τον υπάλληλο με τις πάστες. «Παιδιά μου, το πλήρωσα μετά από τόσα χρόνια». Παρακάλεσε τότε τον Κύριο… Κύριε, εκείνη την ώρα που κάνω τη "στραβοτιμονιά", εκείνη την ώρα που κατακρίνω τον αδελφό μου… εκείνη την ώρα να μου δίνεις κατακούτελα την τιμωρία!!!
Ο πονοκέφαλος και ο στρατιώτης
Στην Ορθοδοξία, ο άγαμος βίος καταξιώνεται κυρίως μέσα στη Μοναστική Πολιτεία, χωρίς αυτό να αποτελεί κανόνα… Η Γερόντισσα Γαβριηλία καταξιώθηκε προς το τέλος της ζωής της και του Αγγελικού Σχήματος.
«Πήγε στη Βηθανία, στους Αγίους Τόπους, για να καρεί Μοναχή. Επειδή ήξερε ξένες γλώσσες, τη βάλανε και έκανε ξενάγηση. Ήρθε μια ομάδα και βγάζει ένας τουρίστας τη μηχανή για να φωτογραφίσει… και έρχεται ένα έξαλλος στρατιώτης (ήταν τότε Ιορδανία ο χώρος εκεί, και γύρω από το Μοναστήρι υπήρχαν στρατοπεδευμένοι στρατιώτες) και της φωνάζει: "Εσύ που είσαι χρόνια εδώ, δεν ξέρεις ότι απαγορεύονται οι φωτογραφίες;" Αμέσως, του απαντά: "Καλά, δεν καταλαβαίνεις, ότι αυτός ο άνθρωπος ήρθε από την άλλη άκρη της γης για τη θρησκεία του για να φωτογραφίσει κάτι από τα προσκυνήματα;" Εκείνη την ώρα ήρθε ένας πονοκέφαλος. Κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να μιλήσει έτσι. Αμέσως, γυρίζει και του λέει: "Κύριε μου, συγνώμη! Και εσείς τη δουλειά σας κάνετε"… Ο πονοκέφαλος πέρασε αμέσως!
Ο ευαίσθητος Θεός
Η εργασιομανία είναι αρρώστια, αλλά και η σπατάλη του χρόνου είναι εξίσου κακό και το αρχαιοελληνικό παν μέτρον άριστον προβάλλει και πάλι.
«Είναι κρίμα να «σκοτώνουμε» την ώρα, με χαρτιά και την τηλεόραση… Είναι κρίμα να πάνε χαμένες αυτές οι μικρές στιγμούλες, αυτά τα μικρά τα μαργαριτάρια της ζωής μας. Σε ένα εικοσιτετράωρο, λίγο να ανοίξουμε τα μάτια μας, θα τα χάσουμε με την ευαισθησία του Θεού… και με τι απαλό τρόπο, μας δασκαλεύει να γίνουμε όπως Εκείνος μας θέλει…
Τρία πράγματα χρειαζόμαστε, συνήθιζε να λέει η γερόντισσα Γαβριηλία: Πρώτο πίστη, δεύτερο πίστη, τρίτο πίστη».
Σχόλια