Η εξουσία δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αλήθεια είναι η εξουσία
Εκκλησία και εξουσία
Το μήνυμα που κομίζει στον κόσμο ο Χριστός είναι μήνυμα για ένα καινούργιο τρόπο ζωής, μια νέα στάση του ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τον κόσμο. Το μήνυμα του Χριστού προς τους ανθρώπους της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής, είναι απελευθέρωση και ελευθερία. Απελευθέρωση και ελευθερία από το άγχος και την αγωνία, τον εγωισμό και τις κακίες, τον τεμαχισμό και τη διαίρεση. Απελευθέρωση και ελευθερία από την απομόνωση και την αποξένωση, την καταπίεση και την αλλοτρίωση, τον φόβο και την αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο.
Ο Χριστός εισάγει στον κόσμο την επανάσταση του πνεύματος. Ανακηρύσσοντας τον άνθρωπο ως τη μέγιστη αξία, κάνει τη μέγιστη επανάσταση, γιατί δείχνει ότι τα πάντα οφείλουν να υπηρετούν τον άνθρωπο, διαφορετικά εκπίπτουν του σκοπού τους. Η απόλυτη προτεραιότητα του ανθρωπίνου προσώπου είναι η πλέον επαναστατική πράξη μέσα στην ιστορία.
Πώς κρίνει ο Χριστός
Με μέτρο την υπηρεσία στον άνθρωπο, ο Χριστός κρίνει πρόσωπα και θεσμούς. Έτσι αντιμετωπίζει το κράτος και την πολιτική εξουσία του καιρού του. Ο Χριστός δεν απορρίπτει το κράτος. Το αναγνωρίζει ως θεσμό χρήσιμο στην ανθρώπινη πτώση. Ταυτόχρονα όμως το απομυθοποιεί και το κριτικάρει, δείχνοντας έτσι τα όριά του, ώστε να μην εκτρέπεται σε ολοκληρωτικό και τυραννικό. Απέναντι στις οποιεσδήποτε παρεκτροπές του κράτους στέκεται ασυμβίβαστος και αυστηρός κριτής. Με την απάντηση του «απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», ο Χριστός δείχνει τα όρια του κράτους και τη σχετικότητά του μέσα στην ιστορία. Ο Χριστός δεν θέτει στο ίδιο επίπεδο τον Θεό και τον Καίσαρα. Υπάρχει ένα όριο, πέραν του οποίου το κράτος δεν έχει δικαιώματα πάνω στον άνθρωπο. Το κράτος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο υπηρεσίας του ανθρώπου.
Αλήθεια και εξουσία
Μπροστά στον εγκάθετο της ρωμαϊκής εξουσίας, Πιλάτο, ο Χριστός τονίζει ότι η εξουσία οφείλει να πηγάζει και να υπηρετεί την αλήθεια. Ο Χριστός αντιστρέφει την αντίληψη του Πιλάτου. Η εξουσία δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αλήθεια είναι η εξουσία. Αυτονομημένη από την αλήθεια η εξουσία, γίνεται κυριαρχική και απάνθρωπη, προβάλλει τον εαυτό της ως σωτήρα, προχωρεί στην ειδωλοποίησής της. Αλλά όταν η πολιτεία παύει να δεσμεύεται από την αλήθεια, τότε και ο πιστός οφείλει να παύσει να υπακούει σ’ αυτήν.
Απέναντι στην επικυριαρχία και στη σαθρή εξουσία της εποχής του, ο Ιησούς Χριστός φανερώνει το πραγματικό ήθος της εξουσίας. Το πνεύμα εξουσίας και κυριαρχίας αντικαθίσταται από το πνεύμα της διακονίας, της προσφοράς και της αυτοθυσίας. Το κράτος οφείλει να υπάρχει και να λειτουργεί, με γνώμονα την υπηρεσία του ανθρώπου, του συγκεκριμένου ανθρώπου με τις συγκεκριμένες του ανάγκες. Στο κόσμο που εγκαθιδρύει ο Χριστός, η εξουσία δεν υπάρχει με τον τρόπο της κοσμικής εξουσίας, δεν υφίσταται ως σχέση κυρίων και δούλων, σκλάβου και αφέντη. Ο Χριστός βιώνει την εξουσία ως διακονία, ως κίνηση αυτοπροσφοράς στον άνθρωπο, γιατί ο πραγματικά πρώτος είναι ο διάκονος πάντων και ο πάντων έσχατος. Η πραγματική αλλαγή που επαγγέλλεται ο Χριστός, επιτυγχάνεται ως αποτέλεσμα της πνευματικής ωρίμανσης των ανθρώπων, ως πρωταρχικό τους αίτημα, ως ανάγκη βασική της ύπαρξής τους.
Υπερβαίνοντας το μηδέν
Η μετοχή του ανθρώπου στον τρόπο ζωής του Χριστού δημιουργεί την Εκκλησία. Οι Χριστιανοί σχηματίζουν νέα πόλη, αποτελούν νέο γένος μέσα στην Ιστορία. Αρνούνται τον κόσμο της ματαιότητας και της φθοράς, ξεπερνούν τους φυσικούς και βιολογικούς δεσμούς, υπερβαίνουν το μηδέν και τη λήθη, δημιουργώντας την κοινότητα του πνεύματος, την κοινωνία της αλήθειας. Η πνευματική ενότητα των Χριστιανών ξεπερνώντας κάθε ανθρώπινο θεσμό, κάνει τους ανθρώπους αδελφούς.
Αποστολή των Χριστιανών μέσα στον κόσμο είναι να αποκαλύψουν τη γνησιότητα του ήθους, την ακεραιότητα του ανθρώπου, την αυθεντικότητα της ύπαρξης. Αποστολή τους, να προσλάβουν όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής, για να μεταβάλουν την επιστήμη σε ιεροφάνεια, την οικονομία σε φιλανθρωπία, την εργασία σε δημιουργία, τον έρωτα σε μυστήριο, την πολιτική σε διακονία. Αποστολή τους, εν τέλει, να παρουσιάσουν σώο τον κόσμο, να τον σώσουν από τη φθορά και τον θάνατο.
Αλλά η Εκκλησία σώζει τον κόσμο, όταν ακριβώς τον αρνείται. Όχι με την έννοια της φυγής και του φόβου, αλλά με την κριτική στάση της απέναντί του. Η Εκκλησία λέει όχι στον κόσμο που απέρριψε το μήνυμα του Χριστού, στον κόσμο που αυτονομήθηκε και αυτοδικάστηκε στο θνητό και το εφήμερο. Λέει ναι στον κόσμο που έγινε θεοφάνεια, που αναγεννήθηκε εν Χριστώ. Χωρίς να είναι «εκ του κόσμου», η Εκκλησία βρίσκεται «εν τω κόσμω», διαπερνά και καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής. Είναι κοινότητα με οφειλή να είναι ο κόσμος του κόσμου, ο κόσμος του Χριστού. Η Εκκλησία έχει χρέος, όχι να καταλύσει την Ιστορία, αλλά να την «πληρώσει» με νόημα, να την κατευθύνει στον έσχατο στόχο, να αποκαλύπτει μέσα στις εκάστοτε συνθήκες τη ζωή ως σχέση, το ήθος ως αγάπη, το πρόσωπο ως ελευθερία.
Με το πρίσμα αυτό, η Εκκλησία βλέπει τον κόσμο και τη δραματική πορεία του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία καθοδόν προς τη Βασιλεία. Γνωρίζει έτσι η Εκκλησία ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι άσχετη με τον ιστορικό του περίγυρο και επειδή η ίδια δεν γνωρίζει ιερές και βέβηλες περιοχές, αντιμετωπίζει κάθε πτυχή της ζωής, ανάμεσα στις οποίες και το κράτος.
Στην εποχή των πρώτων Χριστιανών, η ρωμαϊκή πολιτεία εξέφραζε την εκτροπή του κράτους από τις δυνατότητές του. Με τη θεοποίηση του αυτοκράτορα, η Ρώμη ζητούσε να μετατραπεί σε θρησκεία, ζητούσε να εκφέρει λόγο σε περιοχές πέραν των αρμοδιοτήτων της. Αρνούμενοι οι Χριστιανοί να προσκυνήσουν τον αυτοκράτορα, διέστελλαν τον καίσαρα από τον Θεό, περιορίζοντας την εξουσία στο συμβατικό και το εγκόσμιο. Μένοντας πιστοί στο Χριστό οι Χριστιανοί, αρνήθηκαν να υποταχτούν στον ολοκληρωτισμό, αρνήθηκαν να συμβιβασθούν με την απανθρωπία του ρωμαϊκού καθεστώτος, αρνήθηκαν τελικά να υποδουλωθούν σε θεσμούς και να συρρικνώσουν την αξιοπρέπειά τους. Η Εκκλησία ήταν ο πλέον επικίνδυνος εχθρός της Ρώμης, γιατί την κτυπούσε στο πιο καίριο σημείο: δείκνυε την ανεπάρκεια και τη σχετικότητά της. Η προτεραιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων σχετικοποιούσε όλους τους θεσμούς του κράτους. Η ρήξη ήταν αναπόφευκτη. Για τρεις αιώνες οι Χριστιανοί προτιμούσαν το μαρτύριο, αρνούμενοι έτσι να υποτάξουν την αλήθεια στη ζωή.
Η προέλευση της εξουσίας
Ενώ όμως διώκονταν από μια άνομη και εχθρική εξουσία, οι Χριστιανοί δεν λησμονούσαν την πίστη τους για τη θεϊκή προέλευση της εξουσίας. Δεν έκαναν αγώνα ενάντια στην αρχή της πολιτικής τάξεως, αλλά στην οικτρή παραμόρφωσή της από τους τότε φορείς της. Έτσι η Εκκλησία προσευχόταν ακόμα και για τη σωτηρία των αρχόντων που την εξεδίωκαν, διότι ήξερε ότι αυτοί ήταν οι πλέον αλλοτριωμένοι. Γι’ αυτό και το μήνυμα της σωτηρίας δεν μπορούσε να μην τους αφορά. Ήταν μια έμπρακτη απόδειξη της αγάπης προς τον εχθρό, της μόνης δύναμης που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Κατά τους τρεις αιώνες των διωγμών, η Εκκλησία με το αίμα των μαρτύρων της κράτησε ανόθευτη την πνευματική της αυτοσυνειδησία, αποκάλυψε τη δική της αλήθεια, τη ζωή που υπερβαίνει τον χωρισμό και τον θάνατο. Αποστολή της, όμως, ήταν να φέρει το μήνυμά της παντού, να βιώσει την καθολικότητα και οικουμενικότητά της. Η Εκκλησία δεν αποβλέπει σε μια ήσυχη και παθητική συμβίωση μέσα στον κόσμο, σκοπός της δεν είναι να παραμένει μια μειοψηφία, μια ομάδα καθαρών και σεσωσμένων, κλεισμένη στον εαυτό της. Οι Χριστιανοί δεν βρίσκονται στον κόσμο για να περάσουν ανέμελα τη ζωή τους, απομονωμένοι στον εαυτό τους, εγκαταλείποντας τον κόσμο στη διάθεση του κάθε λογής καίσαρα. Χωρίς να ξεχνούν ότι γι’ αυτούς κάθε πατρίδα είναι εξορία και κάθε εξορία πατρίδα, οι Χριστιανοί ζητούν να μεταβάλουν τον κόσμο σε Βασιλεία Θεού.
Εκκλησία και κόσμος
Με την οριοθέτηση της εμπειρίας της στο δόγμα της Χαλκηδόνας, η Εκκλησία αποσαφήνισε τη στάση της απέναντι στον κόσμο. Ασυγχύτως και αδιαιρέτως, να το κλειδί για την κατανόηση της ύπαρξής της μέσα στον κόσμο. Αδιαιρέτως: δεν υπάρχουν περιθώρια για υποτίμηση του κόσμου και της ύλης. Δεν υπάρχει στην Ορθοδοξία η μανιχαϊστική διάσταση πνεύματος και ύλης, σώματος και ψυχής, επίγειου και ουράνιου. Η Εκκλησία ασχολείται με ολόκληρο τον άνθρωπο και όχι με κάποιες επί μέρους ανάγκες του, τις λεγόμενες θρησκευτικές. Δεν απομακρύνεται η Εκκλησία από τον κόσμο, αλλά, αντίθετα, ζητά να καθάρει τον κόσμο από την αμαρτία. Ασυγχύτως: όλα υπερβαίνονται. Η Εκκλησία δεν χάνει την αυτοσυνειδησία και δεν προδίδει την αποστολή της. Εμπνέει την κοινωνία, αποκαλύπτει και νοηματίζει τα ιστορικά δρώμενα, προσανατολίζει την πορεία του κόσμου προς την αγαπητική κοινωνία.
Έτσι όπως η ανθρωπότητα προσέφερε ελεύθερα τη φύση της για να σαρκωθεί ο Χριστός, έτσι και η πολιτεία προσφέρεται ελεύθερα στην Εκκλησία. Το κράτος αποδέχθηκε να υπηρετήσει το όραμα της Εκκλησίας για τον κόσμο, ελεύθερα υπάκουσε στην πρόσκλησή της. Κράτος και Εκκλησία δεν βρίσκονται πια σε σύγκρουση. Βρίσκονται σε σχέση αλληλοβοήθειας και αμοιβαίου σεβασμού.
(Πλαισιο)
Τι ευαγγελίζεται το κράτος και τι η εκκλησία
Σήμερα και πάλι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το κράτος ευαγγελίζεται τον επίγειο παράδεισο, επαγγέλλεται βελτίωση της ζωής μέσω των τεχνικών ανακαλύψεων. Ταυτόχρονα, ζητά ως αντάλλαγμα την υποταγή του ανθρώπου σ’ αυτό. Ζητά την αποπροσωποποίηση και την αντικειμενικοποίησή του, για να τον εντάξει έτσι στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του. Αφαιρώντας του κάθε ιδιάζον και μοναδικό προσωπικό στοιχείο, τον ταξινομεί ως μονάδα στα προγράμματα και τις στατιστικές του. Το σύγχρονο κράτος περιθωριοποιεί τον σοφό και τον αθώο, περιφρονεί τον ποιητή και τον προφήτη, καταδικάζει τον άγιο και τον δίκαιο.
Τα πράγματα έχουν μεταβληθεί. Τα σημερινά κράτη είναι εξωομολογιακά. Η Εκκλησία δεν μπορεί να καθηλωθεί στο παρελθόν και να προδίδει το παρόν. Γι’ αυτό και έχει επίγνωση της πραγματικότητας. Προτιμά την απελευθέρωσή της από ένα κράτος, που ουσιαστικά την αντιμάχεται. Χρειάζεται νέα έξοδος της Εκκλησίας στον κόσμο. Μακριά από τα κεκτημένα και τον εφησυχασμό που προσέφερε η κρατική συνοδοιπορία, η Εκκλησία οφείλει να ξαναβρεί τις προφητικές της δυνάμεις, να ανανεώσει τον ευαγγελισμό του κόσμου.
Ελευθερία και αγάπη
Στην Εκκλησία υπάρχει και πάλι η δυνατότητα να επαναφέρει το κράτος στον πατρικό οίκο. Όχι με τη βία και την υποταγή, αλλά με την πειθώ της πνευματικής μαρτυρίας. Εν ελευθερία και αγάπη. Απέναντι στις σύγχρονες μορφές διωγμού, απέναντι στην ολοκληρωτική επιβολή του κράτους, η Εκκλησία αντιδρά με τους νέους μάρτυρες και ομολογητές της, που γνωρίζουν καλά ότι «στον σημερινό κόσμο, η αληθινή αγάπη, όπως κι ο Θεός, είναι παραβάτης».
Τώρα η Εκκλησία καλείται να ενωθεί με τον πολίτη απευθείας. Χρέος της, να βρίσκεται σε επαφή και να προσανατολίζει τις ζώσες δυνάμεις του λαού, τις δημιουργικές δυνάμεις του έθνους. Η Εκκλησία θα ενωθεί με τα πιο ελπιδοφόρα κομμάτια της κοινωνίας, πείθοντάς τα ότι αυτό που αναζητά η καρδιά του ανθρώπου είναι αποταμιευμένο σ’ αυτήν. Η Εκκλησία θα επιδράσει με τη μαρτυρία και την παρουσία της πάνω στους ανθρώπους, νοηματοδώντας τη ζωή τους. Μεταμορφώνοντας όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, θα μεταμορφώσει στο τέλος και το κράτος. Χωρισμένη ή πολεμούμενη από το κράτος η Εκκλησία, δεν σημαίνει ότι είναι χωρισμένη από το λαό. Η νέα συμφωνία της θα είναι με τους ανθρώπους, χωρίς τη μεσολάβηση του κράτους, με τους ανθρώπους που αναζητούν νόημα ζωής. Το κομμάτι αυτό θα λειτουργήσει και πάλι ως η ζύμη που θα μεταβάλει ολόκληρο το φύραμα.
Διά μέσου των Αγίων της, η Εκκλησία παρουσιάζεται και πάλι στον κόσμο, κατακαιόμενη από αγάπη , θεματοφύλακας της ελευθερίας και εγγυητής της ζωής, κρούοντας αδιάκοπα τις καρδιές των ανθρώπων, για να ζητιανέψει την ψυχή τους, δεχόμενη τον σταυρό και την οδύνη, για χάρη του ανθρώπου, έχοντας τελικά λόγο σωτήριο να προσφέρει.
Ο Χριστός εισάγει στον κόσμο την επανάσταση του πνεύματος. Ανακηρύσσοντας τον άνθρωπο ως τη μέγιστη αξία, κάνει τη μέγιστη επανάσταση, γιατί δείχνει ότι τα πάντα οφείλουν να υπηρετούν τον άνθρωπο, διαφορετικά εκπίπτουν του σκοπού τους. Η απόλυτη προτεραιότητα του ανθρωπίνου προσώπου είναι η πλέον επαναστατική πράξη μέσα στην ιστορία.
Πώς κρίνει ο Χριστός
Με μέτρο την υπηρεσία στον άνθρωπο, ο Χριστός κρίνει πρόσωπα και θεσμούς. Έτσι αντιμετωπίζει το κράτος και την πολιτική εξουσία του καιρού του. Ο Χριστός δεν απορρίπτει το κράτος. Το αναγνωρίζει ως θεσμό χρήσιμο στην ανθρώπινη πτώση. Ταυτόχρονα όμως το απομυθοποιεί και το κριτικάρει, δείχνοντας έτσι τα όριά του, ώστε να μην εκτρέπεται σε ολοκληρωτικό και τυραννικό. Απέναντι στις οποιεσδήποτε παρεκτροπές του κράτους στέκεται ασυμβίβαστος και αυστηρός κριτής. Με την απάντηση του «απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», ο Χριστός δείχνει τα όρια του κράτους και τη σχετικότητά του μέσα στην ιστορία. Ο Χριστός δεν θέτει στο ίδιο επίπεδο τον Θεό και τον Καίσαρα. Υπάρχει ένα όριο, πέραν του οποίου το κράτος δεν έχει δικαιώματα πάνω στον άνθρωπο. Το κράτος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο υπηρεσίας του ανθρώπου.
Αλήθεια και εξουσία
Μπροστά στον εγκάθετο της ρωμαϊκής εξουσίας, Πιλάτο, ο Χριστός τονίζει ότι η εξουσία οφείλει να πηγάζει και να υπηρετεί την αλήθεια. Ο Χριστός αντιστρέφει την αντίληψη του Πιλάτου. Η εξουσία δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αλήθεια είναι η εξουσία. Αυτονομημένη από την αλήθεια η εξουσία, γίνεται κυριαρχική και απάνθρωπη, προβάλλει τον εαυτό της ως σωτήρα, προχωρεί στην ειδωλοποίησής της. Αλλά όταν η πολιτεία παύει να δεσμεύεται από την αλήθεια, τότε και ο πιστός οφείλει να παύσει να υπακούει σ’ αυτήν.
Απέναντι στην επικυριαρχία και στη σαθρή εξουσία της εποχής του, ο Ιησούς Χριστός φανερώνει το πραγματικό ήθος της εξουσίας. Το πνεύμα εξουσίας και κυριαρχίας αντικαθίσταται από το πνεύμα της διακονίας, της προσφοράς και της αυτοθυσίας. Το κράτος οφείλει να υπάρχει και να λειτουργεί, με γνώμονα την υπηρεσία του ανθρώπου, του συγκεκριμένου ανθρώπου με τις συγκεκριμένες του ανάγκες. Στο κόσμο που εγκαθιδρύει ο Χριστός, η εξουσία δεν υπάρχει με τον τρόπο της κοσμικής εξουσίας, δεν υφίσταται ως σχέση κυρίων και δούλων, σκλάβου και αφέντη. Ο Χριστός βιώνει την εξουσία ως διακονία, ως κίνηση αυτοπροσφοράς στον άνθρωπο, γιατί ο πραγματικά πρώτος είναι ο διάκονος πάντων και ο πάντων έσχατος. Η πραγματική αλλαγή που επαγγέλλεται ο Χριστός, επιτυγχάνεται ως αποτέλεσμα της πνευματικής ωρίμανσης των ανθρώπων, ως πρωταρχικό τους αίτημα, ως ανάγκη βασική της ύπαρξής τους.
Υπερβαίνοντας το μηδέν
Η μετοχή του ανθρώπου στον τρόπο ζωής του Χριστού δημιουργεί την Εκκλησία. Οι Χριστιανοί σχηματίζουν νέα πόλη, αποτελούν νέο γένος μέσα στην Ιστορία. Αρνούνται τον κόσμο της ματαιότητας και της φθοράς, ξεπερνούν τους φυσικούς και βιολογικούς δεσμούς, υπερβαίνουν το μηδέν και τη λήθη, δημιουργώντας την κοινότητα του πνεύματος, την κοινωνία της αλήθειας. Η πνευματική ενότητα των Χριστιανών ξεπερνώντας κάθε ανθρώπινο θεσμό, κάνει τους ανθρώπους αδελφούς.
Αποστολή των Χριστιανών μέσα στον κόσμο είναι να αποκαλύψουν τη γνησιότητα του ήθους, την ακεραιότητα του ανθρώπου, την αυθεντικότητα της ύπαρξης. Αποστολή τους, να προσλάβουν όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής, για να μεταβάλουν την επιστήμη σε ιεροφάνεια, την οικονομία σε φιλανθρωπία, την εργασία σε δημιουργία, τον έρωτα σε μυστήριο, την πολιτική σε διακονία. Αποστολή τους, εν τέλει, να παρουσιάσουν σώο τον κόσμο, να τον σώσουν από τη φθορά και τον θάνατο.
Αλλά η Εκκλησία σώζει τον κόσμο, όταν ακριβώς τον αρνείται. Όχι με την έννοια της φυγής και του φόβου, αλλά με την κριτική στάση της απέναντί του. Η Εκκλησία λέει όχι στον κόσμο που απέρριψε το μήνυμα του Χριστού, στον κόσμο που αυτονομήθηκε και αυτοδικάστηκε στο θνητό και το εφήμερο. Λέει ναι στον κόσμο που έγινε θεοφάνεια, που αναγεννήθηκε εν Χριστώ. Χωρίς να είναι «εκ του κόσμου», η Εκκλησία βρίσκεται «εν τω κόσμω», διαπερνά και καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής. Είναι κοινότητα με οφειλή να είναι ο κόσμος του κόσμου, ο κόσμος του Χριστού. Η Εκκλησία έχει χρέος, όχι να καταλύσει την Ιστορία, αλλά να την «πληρώσει» με νόημα, να την κατευθύνει στον έσχατο στόχο, να αποκαλύπτει μέσα στις εκάστοτε συνθήκες τη ζωή ως σχέση, το ήθος ως αγάπη, το πρόσωπο ως ελευθερία.
Με το πρίσμα αυτό, η Εκκλησία βλέπει τον κόσμο και τη δραματική πορεία του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία καθοδόν προς τη Βασιλεία. Γνωρίζει έτσι η Εκκλησία ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι άσχετη με τον ιστορικό του περίγυρο και επειδή η ίδια δεν γνωρίζει ιερές και βέβηλες περιοχές, αντιμετωπίζει κάθε πτυχή της ζωής, ανάμεσα στις οποίες και το κράτος.
Στην εποχή των πρώτων Χριστιανών, η ρωμαϊκή πολιτεία εξέφραζε την εκτροπή του κράτους από τις δυνατότητές του. Με τη θεοποίηση του αυτοκράτορα, η Ρώμη ζητούσε να μετατραπεί σε θρησκεία, ζητούσε να εκφέρει λόγο σε περιοχές πέραν των αρμοδιοτήτων της. Αρνούμενοι οι Χριστιανοί να προσκυνήσουν τον αυτοκράτορα, διέστελλαν τον καίσαρα από τον Θεό, περιορίζοντας την εξουσία στο συμβατικό και το εγκόσμιο. Μένοντας πιστοί στο Χριστό οι Χριστιανοί, αρνήθηκαν να υποταχτούν στον ολοκληρωτισμό, αρνήθηκαν να συμβιβασθούν με την απανθρωπία του ρωμαϊκού καθεστώτος, αρνήθηκαν τελικά να υποδουλωθούν σε θεσμούς και να συρρικνώσουν την αξιοπρέπειά τους. Η Εκκλησία ήταν ο πλέον επικίνδυνος εχθρός της Ρώμης, γιατί την κτυπούσε στο πιο καίριο σημείο: δείκνυε την ανεπάρκεια και τη σχετικότητά της. Η προτεραιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων σχετικοποιούσε όλους τους θεσμούς του κράτους. Η ρήξη ήταν αναπόφευκτη. Για τρεις αιώνες οι Χριστιανοί προτιμούσαν το μαρτύριο, αρνούμενοι έτσι να υποτάξουν την αλήθεια στη ζωή.
Η προέλευση της εξουσίας
Ενώ όμως διώκονταν από μια άνομη και εχθρική εξουσία, οι Χριστιανοί δεν λησμονούσαν την πίστη τους για τη θεϊκή προέλευση της εξουσίας. Δεν έκαναν αγώνα ενάντια στην αρχή της πολιτικής τάξεως, αλλά στην οικτρή παραμόρφωσή της από τους τότε φορείς της. Έτσι η Εκκλησία προσευχόταν ακόμα και για τη σωτηρία των αρχόντων που την εξεδίωκαν, διότι ήξερε ότι αυτοί ήταν οι πλέον αλλοτριωμένοι. Γι’ αυτό και το μήνυμα της σωτηρίας δεν μπορούσε να μην τους αφορά. Ήταν μια έμπρακτη απόδειξη της αγάπης προς τον εχθρό, της μόνης δύναμης που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Κατά τους τρεις αιώνες των διωγμών, η Εκκλησία με το αίμα των μαρτύρων της κράτησε ανόθευτη την πνευματική της αυτοσυνειδησία, αποκάλυψε τη δική της αλήθεια, τη ζωή που υπερβαίνει τον χωρισμό και τον θάνατο. Αποστολή της, όμως, ήταν να φέρει το μήνυμά της παντού, να βιώσει την καθολικότητα και οικουμενικότητά της. Η Εκκλησία δεν αποβλέπει σε μια ήσυχη και παθητική συμβίωση μέσα στον κόσμο, σκοπός της δεν είναι να παραμένει μια μειοψηφία, μια ομάδα καθαρών και σεσωσμένων, κλεισμένη στον εαυτό της. Οι Χριστιανοί δεν βρίσκονται στον κόσμο για να περάσουν ανέμελα τη ζωή τους, απομονωμένοι στον εαυτό τους, εγκαταλείποντας τον κόσμο στη διάθεση του κάθε λογής καίσαρα. Χωρίς να ξεχνούν ότι γι’ αυτούς κάθε πατρίδα είναι εξορία και κάθε εξορία πατρίδα, οι Χριστιανοί ζητούν να μεταβάλουν τον κόσμο σε Βασιλεία Θεού.
Εκκλησία και κόσμος
Με την οριοθέτηση της εμπειρίας της στο δόγμα της Χαλκηδόνας, η Εκκλησία αποσαφήνισε τη στάση της απέναντι στον κόσμο. Ασυγχύτως και αδιαιρέτως, να το κλειδί για την κατανόηση της ύπαρξής της μέσα στον κόσμο. Αδιαιρέτως: δεν υπάρχουν περιθώρια για υποτίμηση του κόσμου και της ύλης. Δεν υπάρχει στην Ορθοδοξία η μανιχαϊστική διάσταση πνεύματος και ύλης, σώματος και ψυχής, επίγειου και ουράνιου. Η Εκκλησία ασχολείται με ολόκληρο τον άνθρωπο και όχι με κάποιες επί μέρους ανάγκες του, τις λεγόμενες θρησκευτικές. Δεν απομακρύνεται η Εκκλησία από τον κόσμο, αλλά, αντίθετα, ζητά να καθάρει τον κόσμο από την αμαρτία. Ασυγχύτως: όλα υπερβαίνονται. Η Εκκλησία δεν χάνει την αυτοσυνειδησία και δεν προδίδει την αποστολή της. Εμπνέει την κοινωνία, αποκαλύπτει και νοηματίζει τα ιστορικά δρώμενα, προσανατολίζει την πορεία του κόσμου προς την αγαπητική κοινωνία.
Έτσι όπως η ανθρωπότητα προσέφερε ελεύθερα τη φύση της για να σαρκωθεί ο Χριστός, έτσι και η πολιτεία προσφέρεται ελεύθερα στην Εκκλησία. Το κράτος αποδέχθηκε να υπηρετήσει το όραμα της Εκκλησίας για τον κόσμο, ελεύθερα υπάκουσε στην πρόσκλησή της. Κράτος και Εκκλησία δεν βρίσκονται πια σε σύγκρουση. Βρίσκονται σε σχέση αλληλοβοήθειας και αμοιβαίου σεβασμού.
(Πλαισιο)
Τι ευαγγελίζεται το κράτος και τι η εκκλησία
Σήμερα και πάλι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το κράτος ευαγγελίζεται τον επίγειο παράδεισο, επαγγέλλεται βελτίωση της ζωής μέσω των τεχνικών ανακαλύψεων. Ταυτόχρονα, ζητά ως αντάλλαγμα την υποταγή του ανθρώπου σ’ αυτό. Ζητά την αποπροσωποποίηση και την αντικειμενικοποίησή του, για να τον εντάξει έτσι στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του. Αφαιρώντας του κάθε ιδιάζον και μοναδικό προσωπικό στοιχείο, τον ταξινομεί ως μονάδα στα προγράμματα και τις στατιστικές του. Το σύγχρονο κράτος περιθωριοποιεί τον σοφό και τον αθώο, περιφρονεί τον ποιητή και τον προφήτη, καταδικάζει τον άγιο και τον δίκαιο.
Τα πράγματα έχουν μεταβληθεί. Τα σημερινά κράτη είναι εξωομολογιακά. Η Εκκλησία δεν μπορεί να καθηλωθεί στο παρελθόν και να προδίδει το παρόν. Γι’ αυτό και έχει επίγνωση της πραγματικότητας. Προτιμά την απελευθέρωσή της από ένα κράτος, που ουσιαστικά την αντιμάχεται. Χρειάζεται νέα έξοδος της Εκκλησίας στον κόσμο. Μακριά από τα κεκτημένα και τον εφησυχασμό που προσέφερε η κρατική συνοδοιπορία, η Εκκλησία οφείλει να ξαναβρεί τις προφητικές της δυνάμεις, να ανανεώσει τον ευαγγελισμό του κόσμου.
Ελευθερία και αγάπη
Στην Εκκλησία υπάρχει και πάλι η δυνατότητα να επαναφέρει το κράτος στον πατρικό οίκο. Όχι με τη βία και την υποταγή, αλλά με την πειθώ της πνευματικής μαρτυρίας. Εν ελευθερία και αγάπη. Απέναντι στις σύγχρονες μορφές διωγμού, απέναντι στην ολοκληρωτική επιβολή του κράτους, η Εκκλησία αντιδρά με τους νέους μάρτυρες και ομολογητές της, που γνωρίζουν καλά ότι «στον σημερινό κόσμο, η αληθινή αγάπη, όπως κι ο Θεός, είναι παραβάτης».
Τώρα η Εκκλησία καλείται να ενωθεί με τον πολίτη απευθείας. Χρέος της, να βρίσκεται σε επαφή και να προσανατολίζει τις ζώσες δυνάμεις του λαού, τις δημιουργικές δυνάμεις του έθνους. Η Εκκλησία θα ενωθεί με τα πιο ελπιδοφόρα κομμάτια της κοινωνίας, πείθοντάς τα ότι αυτό που αναζητά η καρδιά του ανθρώπου είναι αποταμιευμένο σ’ αυτήν. Η Εκκλησία θα επιδράσει με τη μαρτυρία και την παρουσία της πάνω στους ανθρώπους, νοηματοδώντας τη ζωή τους. Μεταμορφώνοντας όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, θα μεταμορφώσει στο τέλος και το κράτος. Χωρισμένη ή πολεμούμενη από το κράτος η Εκκλησία, δεν σημαίνει ότι είναι χωρισμένη από το λαό. Η νέα συμφωνία της θα είναι με τους ανθρώπους, χωρίς τη μεσολάβηση του κράτους, με τους ανθρώπους που αναζητούν νόημα ζωής. Το κομμάτι αυτό θα λειτουργήσει και πάλι ως η ζύμη που θα μεταβάλει ολόκληρο το φύραμα.
Διά μέσου των Αγίων της, η Εκκλησία παρουσιάζεται και πάλι στον κόσμο, κατακαιόμενη από αγάπη , θεματοφύλακας της ελευθερίας και εγγυητής της ζωής, κρούοντας αδιάκοπα τις καρδιές των ανθρώπων, για να ζητιανέψει την ψυχή τους, δεχόμενη τον σταυρό και την οδύνη, για χάρη του ανθρώπου, έχοντας τελικά λόγο σωτήριο να προσφέρει.
Σχόλια