Το «αυτοκίνητο" που οδηγεί στην απαλλαγή του άγχους



.

Μια μέρα ως χίλια χρόνια, αλλά και χίλια χρόνια ως μια μέρα, στην εκκλησιαστική λογική, όπου ο χρόνος υποτάσσεται στη σχετικότητα και το θαύμα υπερβαίνει τη λογική. Μια στιγμούλα και ένα «μνήσθητι» έβαλαν το ληστή στον παράδεισο, αλλά και μια στιγμούλα και ένα «φίλημα» έσυραν τον Ιούδα στην κόλαση.
«Εμένα τη στιγμούλα μου ποιος θα μου δώσει», αναρωτιέται ο ποιητής, ψάχνοντας την αλήθεια, η οποία θα τον ελευθερώσει από τα δεσμά της χοϊκής φύτρας και του διανοητικού αδιεξόδου. Απάντηση στο ερώτημα ζωής, των ποιητών αλλά και όλων των λογικών ανθρώπων, δίνει με τη ζωή της η γερόντισσα Γαβριηλία, η οποία ζώντας ποιητικά, ενεργώντας ερωτικά, παλεύοντας χωρίς χρήματα και βιοτικές μέριμνες, απέδειξε ότι, ακόμη και στην κόλαση να είσαι, όταν έχεις τον Χριστό μαζί σου, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα και κανένα.

Παραδομένη στο θέλημα του Θεού, χωρίς δραχμή στη τσέπη, πάει στην Ινδία, υπηρετεί τους λεπρούς, γυρίζει τον κόσμο και διατυπώνει τολμηρό αληθινό λόγο, σαγηνεύοντας όλους τους προβληματισμένους και όλους τους πονεμένους. Η απογοήτευση, το άγχος, η μιζέρια διαλύονται και στη θέση τους βασιλεύει η χαρά της αγάπης. «Έχει ένα καλό όταν πατώσουμε στη θάλασσα, σημειώνει, γιατί μπορούμε να κλωτσήσουμε τον βυθό και να ανεβούμε. Ενώ όταν είμαστε στη μέση, μπορεί και να μην ανεβούμε ποτέ». Θέλει τρέλα η ζωή, θέλει τόλμη και μαγκιά, γιατί διαφορετικά όλα πάνε χαμένα, όλα χάνουν το νόημα και τη σημασία τους.


Στην ανθρώπινη προσπάθεια έρχεται βοηθός και συνοδοιπόρος ο Θεός, ο οποίος με μυστικό και σωστικό τρόπο, παρεμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου, που ανοίγει τη ψυχή και το είναι του, για να δεχθεί τη θεία χάρη. Από τα ασήμαντα και τυχαία, γεννιούνται τα σημαντικά και σπουδαία γεγονότα. Μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο, θα φέρει τη συνάντηση με τον άλλο και αυτή θα φέρει την επαφή με τον τρίτο. Και μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, έρχεται η λύτρωση, έρχεται αυτό το μικρό, αυτό το μέγα, αυτό το διαφορετικό για τη ψυχή, που φέρνει την ανάπαυση, που κομίζει τη χαρά. Δεν είναι σπάνιο το παράδειγμα, μια ομάδα ανθρώπων να επισκέπτεται έναν πνευματικό γέροντα και ο κάθε ένας ξεχωριστά, να αναπαύεται από ένα τμήμα του λόγου που λέει αυτός ο φωτισμένος άνθρωπος. Η συνάντηση με τον Θεό γίνεται με ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο, αλλά και η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα.


Η μακαριστή Γερόντισσα Γαβριηλία λέει ότι «η ζωή μας είναι ένα αυτοκίνητο και λέμε στον Θεό, όπως στο Πάτερ ημών, γενηθήτω το θέλημά Σου. Αυτό σημαίνει ότι δεν οδηγώ το αυτοκίνητο της ζωής μου, αλλά αφήνω το τιμόνι στον Θεό. Έρχονται και μου λένε: Πώς θα καταλάβω ποιο είναι το θέλημα του Θεού;
Εννοούνε ότι, θα παντρευτώ ή θα γίνω καλόγερος, δεν εννοούνε τρίτη λύση...
Πώς γίνεται να στρίβουμε από εδώ και από εκεί το τιμόνι μας;... Αγαπάμε τον Θεό και πιστεύουμε, σημαίνει: Αφήνουμε το τιμόνι. Ο Κύριος δεν είναι σαδιστής για να μας τυραννεί. Ο Θεός θα δείξει! ΄Η θα φέρει τον πνευματικό μας ή ένα φιλικό πρόσωπο και θα μας πούνε κάτι που θα μας δείξει ποια είναι η κατεύθυνση».


Στην πορεία προς τον Θεό, τα λόγια και τα κηρύγματα περνούν σε δεύτερη μοίρα και η μυστική βίωση του παραδείσου φανερώνεται κυρίως με τη γλώσσα του σώματος. Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, αλλά τρόπο να κοιτάνε και το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι τα μάτια που χαμογελούν και η αγάπη που καλύπτει τους πάντες και τα πάντα. Η γλώσσα του σώματος είναι ανώτερη από τη γλώσσα της ψυχής, έλεγε η Γερόντισσα Γαβριηλία, η οποία μιλούσε πέντε γλώσσες. Στο μεγάλο της ταξίδι στην Ινδία, χρησιμοποίησε άλλες πέντε γλώσσες όπως τις όρισε. Το δάκρυ, το χαμόγελο, το άγγιγμα, την προσευχή και πάνω από όλα την αγάπη. Με αυτές μπόρεσε να σαγηνεύσει τους συνομιλητές της, αλλά και να σαγηνεύσει όλους όσους τη γνώρισαν μέσα από το βιβλίο που γράφτηκε για τη ζωή της.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις