Ένα στον έρωτα και χίλια στο μίσος
Ένα στον έρωτα και χίλια στο μίσος
.
? Ένα και ένα κάνουν ένα, για τους ερωτευμένους, αλλά και ένα και ένα, κάνουν χίλια για όσους μισούνται μεταξύ τους. Η μαθηματική λογική εξίσωση ότι ένα και ένα κάνουν δύο, σίγουρα δεν έχει απόλυτη θέση στην καθημερινή ζωή. Ο Θεός είναι ένας, αλλά τριαδικός - Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα - όπως και ο άνθρωπος, ως εικόνα του Θεού, είναι μια προσωπικότητα, αλλά με τρεις εκφάνσεις - βουλητικό (καρδία), συναισθηματικό (αισθήσεις) και λογικό (νους).
? Σ’ αυτό τον κόσμο το μικρό, το μέγα, όπου «εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος», ο άνθρωπος, πορευόμενος από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, προσδιόρισε την έννοια του Θεού, στα δικά του μέτρα, ώστε να μπορέσει να την αγγίξει το μυαλό του και βεβαίως όχι να την κατανοήσει. Αλίμονο αν μπορούσε ο Θεός να χωρέσει στο ανθρώπινο κεφάλι.
? Οι Πατέρες της Εκκλησίας φιλοσοφώντας τη ζωή και αιτούμενοι πάντα τη θεία χάρη, έδωσαν στην έννοια του Θεού, ιδιότητες στον υπερθετικό βαθμό - πανάγαθος, πολυέλαιος, πολυεύσπλαχνος κλπ - οι οποίες μπορούσαν να χωρέσουν, αλλά όχι να κατανοηθούν από το ανθρώπινο μυαλό. Η έννοια του ονόματος, για όλους τους αρχαίους λαούς, ήταν ταυτισμένη με την ουσία του όντος, που περιέγραφαν. Ο Μωυσής στην Παλαιά Διαθήκη, το πρώτο που ζήτησε όταν αντίκρισε το Θεό, ήταν να μάθει το όνομά του.
? Στην Καινή Διαθήκη η πρώτη και καλύτερη ιδιότητα που αποδόθηκε στο Θεό, είναι η έννοια του Λόγου, η πατρότητα της οποίας ανήκει στον αγαπημένο μαθητή του Χριστού, τον Ιωάννη το Θεολόγο. Ο λόγος ως το κυριότερο μέσο επικοινωνίας, αποτελείται από τρία συστατικά ή καλύτερα για να εκφωνηθεί, απαιτούνται τρία στοιχεία. Το μυαλό, ο αέρας και η γλώσσα. Αν λείπει ένα από τα τρία, τότε δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Θα πρέπει και τα τρία να συνεργαστούν τέλεια, ώστε να δημιουργηθεί ο τέλειος λόγος.
? Οι πατέρες της Εκκλησίας, βασισμένοι πάντα στην εμπειρία της κοινωνίας με το Θεό, προχώρησαν και καθόρισαν (με τα ανθρώπινα πάντα δεδομένα) και την ουσία του Θεού. Ο Θεός είναι αγάπη και μόνο αγάπη. Χρησιμοποιώντας ερωτική γλώσσα - τον κατ΄ εξοχήν ανθρώπινο τρόπο επικοινωνίας - έδωσαν νόημα και περιεχόμενο σ’ αυτή τη μυστηριακή έννοια της αγάπης, η οποία ξεκινά από τη βούληση, τη λογική και το συναίσθημα, αλλά σίγουρα δεν μένει εκεί, αλλά τα ξεπερνά. Όπως μια ανθρώπινη σχέση για να φθάσει από το επίπεδο του έρωτα στο μυστήριο της αγάπης, θα πρέπει πρώτα να περάσει από την τρέλα της γοητείας, τα σκαμπανεβάσματα της απομυθοποίησης για να μπορέσει να καταλήξει στην ευτυχία της αγάπης.
? Η αγάπη δεν είναι μια στατική, συναισθηματική, στιγμιαία έκφραση μιας επιθυμίας, αλλά αποτελεί το αποκορύφωμα ενός αγώνα, μιας δυναμικής κίνησης για συνάντηση του άλλου. Ο άλλος, «αυτός ο άλλος», είναι ο παράδεισος αλλά και η κόλαση κάθε ανθρώπου. Ο παράδεισος δεν είναι τίποτα άλλο, από την επικοινωνία του Θεού και των ανθρώπων και βεβαίως των ανθρώπων μεταξύ τους. Συστατικό στοιχείο αυτής της σχέσης, το φως της αγάπης. Αντιθέτως η κόλαση είναι η απομόνωση από το Θεό και κατά συνέπεια η εγωιστική μοναξιά.
? Η αρμονία, το μέτρο και η μεσότητα, τέθηκαν στην υπηρεσία της προσπάθειας προσέγγισης και βίωσης του Θεού. Η επικοινωνία με το Θεό, η βίωση του μυστηρίου του, η χαρά του επί γης παραδείσου, απαιτεί κατά κανόνα τη συνεισφορά όλου του ανθρώπου. Και η βούληση και το συναίσθημα και η λογική, δηλαδή, ολόκληρη η καρδιά, θα πρέπει να συμβάλει και να συμμετάσχει σ’ αυτή τη χαρά.
? Σ’ αυτό τον κόσμο το μικρό, το μέγα, όπου «εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος», ο άνθρωπος, πορευόμενος από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, προσδιόρισε την έννοια του Θεού, στα δικά του μέτρα, ώστε να μπορέσει να την αγγίξει το μυαλό του και βεβαίως όχι να την κατανοήσει. Αλίμονο αν μπορούσε ο Θεός να χωρέσει στο ανθρώπινο κεφάλι.
? Οι Πατέρες της Εκκλησίας φιλοσοφώντας τη ζωή και αιτούμενοι πάντα τη θεία χάρη, έδωσαν στην έννοια του Θεού, ιδιότητες στον υπερθετικό βαθμό - πανάγαθος, πολυέλαιος, πολυεύσπλαχνος κλπ - οι οποίες μπορούσαν να χωρέσουν, αλλά όχι να κατανοηθούν από το ανθρώπινο μυαλό. Η έννοια του ονόματος, για όλους τους αρχαίους λαούς, ήταν ταυτισμένη με την ουσία του όντος, που περιέγραφαν. Ο Μωυσής στην Παλαιά Διαθήκη, το πρώτο που ζήτησε όταν αντίκρισε το Θεό, ήταν να μάθει το όνομά του.
? Στην Καινή Διαθήκη η πρώτη και καλύτερη ιδιότητα που αποδόθηκε στο Θεό, είναι η έννοια του Λόγου, η πατρότητα της οποίας ανήκει στον αγαπημένο μαθητή του Χριστού, τον Ιωάννη το Θεολόγο. Ο λόγος ως το κυριότερο μέσο επικοινωνίας, αποτελείται από τρία συστατικά ή καλύτερα για να εκφωνηθεί, απαιτούνται τρία στοιχεία. Το μυαλό, ο αέρας και η γλώσσα. Αν λείπει ένα από τα τρία, τότε δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Θα πρέπει και τα τρία να συνεργαστούν τέλεια, ώστε να δημιουργηθεί ο τέλειος λόγος.
? Οι πατέρες της Εκκλησίας, βασισμένοι πάντα στην εμπειρία της κοινωνίας με το Θεό, προχώρησαν και καθόρισαν (με τα ανθρώπινα πάντα δεδομένα) και την ουσία του Θεού. Ο Θεός είναι αγάπη και μόνο αγάπη. Χρησιμοποιώντας ερωτική γλώσσα - τον κατ΄ εξοχήν ανθρώπινο τρόπο επικοινωνίας - έδωσαν νόημα και περιεχόμενο σ’ αυτή τη μυστηριακή έννοια της αγάπης, η οποία ξεκινά από τη βούληση, τη λογική και το συναίσθημα, αλλά σίγουρα δεν μένει εκεί, αλλά τα ξεπερνά. Όπως μια ανθρώπινη σχέση για να φθάσει από το επίπεδο του έρωτα στο μυστήριο της αγάπης, θα πρέπει πρώτα να περάσει από την τρέλα της γοητείας, τα σκαμπανεβάσματα της απομυθοποίησης για να μπορέσει να καταλήξει στην ευτυχία της αγάπης.
? Η αγάπη δεν είναι μια στατική, συναισθηματική, στιγμιαία έκφραση μιας επιθυμίας, αλλά αποτελεί το αποκορύφωμα ενός αγώνα, μιας δυναμικής κίνησης για συνάντηση του άλλου. Ο άλλος, «αυτός ο άλλος», είναι ο παράδεισος αλλά και η κόλαση κάθε ανθρώπου. Ο παράδεισος δεν είναι τίποτα άλλο, από την επικοινωνία του Θεού και των ανθρώπων και βεβαίως των ανθρώπων μεταξύ τους. Συστατικό στοιχείο αυτής της σχέσης, το φως της αγάπης. Αντιθέτως η κόλαση είναι η απομόνωση από το Θεό και κατά συνέπεια η εγωιστική μοναξιά.
? Η αρμονία, το μέτρο και η μεσότητα, τέθηκαν στην υπηρεσία της προσπάθειας προσέγγισης και βίωσης του Θεού. Η επικοινωνία με το Θεό, η βίωση του μυστηρίου του, η χαρά του επί γης παραδείσου, απαιτεί κατά κανόνα τη συνεισφορά όλου του ανθρώπου. Και η βούληση και το συναίσθημα και η λογική, δηλαδή, ολόκληρη η καρδιά, θα πρέπει να συμβάλει και να συμμετάσχει σ’ αυτή τη χαρά.
Σχόλια