Οι καμικάζοι της Ορθοδοξίας
Οι καμικάζοι της Ορθοδοξίας
.
Η εκκλησία του Χριστού, καλεί τους πιστούς να αγαπήσουν τους εχθρούς τους, ως ύψιστη μορφή αγάπης, αλλά και εξαφανίζει κάθε διαφορά που χωρίζει τους ανθρώπους. Ούτε μαύροι, ούτε άσπροι, ούτε άντρες, ούτε γυναίκες, ούτε δούλοι, ούτε βασιλιάδες, υπάρχουν μπροστά στο Θεό. Όλοι είναι ίσοι, όλοι είναι παιδιά του Θεού, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας. Όταν τίθεται η αγάπη ως κέντρο της ζωής, οι πόλεμοι εξαφανίζονται ενώ οι διαφωνίες και οι διαφορές λύονται με βάση της συγχώρησης και της αυταπάρνησης.
Η ρωμαϊκή - βυζαντινή αυτοκρατορία δοκίμασε στη πράξη τη συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και πολιτείας, μεταξύ εξουσίας και διακονίας. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες συγκαλούσαν τις Οικουμενικές Συνόδου, αλλά και ανέβαζαν και κατέβαζαν Πατριάρχες. Σ’ αυτή τη δυναμική σχέση οι μισοί Πατριάρχες ήταν άγιοι και άλλοι μισοί χάθηκαν στα πάθη τους. Όπως ήταν φυσικό, όταν οι αυτοκράτορες είχαν το «πάνω χέρι», επιχειρούσαν να υποδείξουν και να κατευθύνουν δογματικές αλήθειες προς το δικό τους συμφέρον.
Μια από τις πιο έντονες διαμάχες, ήταν η απαίτηση αυτοκρατόρων να θεωρούνται και να αναγνωρίζονται όσοι σκοτώνονται σε πολέμους της αυτοκρατορίας ως άγιοι. Ωστόσο το αίτημα αυτό, όσο πιεστικό και αν ήταν, οι πατέρες της εκκλησίας το απέρριπταν. Δεν είναι τυχαίο που Πατριάρχες, ιεράρχες και άλλοι πιστοί, που θυσιάστηκαν για την αγάπη του Χριστού, όταν η θυσία τους είχε και εθνική πτυχή, δεν αναγνωρίστηκαν άγιοι, ή αν αναγνωρίστηκαν αυτό έγινε ύστερα από πολλά χρόνια. Φυσικά έπρεπε πάντα να υπάρχουν ορατές αποδείξεις της αγιότητας και βεβαίως η συνείδηση των πιστών να τους αποδέχεται.
Βλέποντας τους φανατικούς φονταμενταλιστές που πραγματοποίησαν τις επιθέσεις στην Αμερική και ακούοντας τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς ηγέτες να λένε ότι οι καμικάζοι μαζί με εβδομήντα συγγενείς τους θα πάνε στον παράδεισο και θα δούνε τον Αλλάχ, καταλαβαίνουμε πόσο δίκαιο είχαν οι πατέρες της εκκλησίας. Ποτέ η σωτηρία δεν ήταν ένα αυτόματο γεγονός και ποτέ ο παράδεισος δεν κερδιζόταν με μαγικό τρόπο. Ο παράδεισος ποτέ δεν ταυτιζόταν με μια βίαιη πράξη, αλλά ερμηνευόταν ως επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Ακόμη και το μαρτύριο, ήταν αποτέλεσμα της υπερβολικής αγάπης, του μανικού έρωτα για το Θεό. Το μαρτύριο ποτέ δεν ήταν αποτέλεσμα απογοήτευσης και έμμεσης αυτοκτονίας, αλλά πάντα πράξη ελευθερίας και αγάπης. Η συγχώρεση των βασανιστών και η ευλογία των δήμιων αποτελούν τη ύψιστη έκφραση της παραδείσιας αγάπης.
Η εκκλησία του Χριστού ευλογεί τους στρατιώτες και τα όπλα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την υπεράσπιση αθώων ανθρώπων. Τα ευλογεί ως παραχώρηση, ως οικονομία - με την εκκλησιαστική έννοια του όρου - ως συγκατάβαση στην ανθρώπινη αδυναμία. Η πρώτη δύναμη είναι η πίστη, δηλαδή η βίωση της χάρης του Θεού, η οποία είναι ικανή να μετακινεί ολόκληρα βουνά. Αλλά μπροστά στην ανθρώπινη αδυναμία και μπροστά στον κίνδυνο να σκοτωθούν και να βιασθούν αθώοι, η βία και ο πόλεμος επιτρέπονται, αλλά βεβαίως δεν συστήνονται. Οι πατέρες θεωρούσαν και χαρακτήρισαν θετική πράξη τη γενναιότητα στον πόλεμο και τιμούσαν τους ήρωες αλλά ποτέ δεν τους απέδιδαν την ιδιότητα του αγίου. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι κανόνες της εκκλησίας απαγορεύουν στους κληρικούς και τους μοναχούς να παίρνουν όπλα και να πολεμούν. Στην ιστορία, ιδιαιτέρως στην ελληνική, βλέπουμε πολλούς μοναχούς και κληρικούς να παίρνουν τα όπλα, να πολεμούν και να θυσιάζονται, όπως ο Παπαφλέσας, ο Αθανάσιος διάκος και άλλοι πολλοί. Ωστόσο η εκκλησία ποτέ δεν ήρθε να τους δώσει την ιδιότητα του αγίου. Μπορεί να σώθηκαν και να βρίσκονται στον παράδεισο αλλά δεν μπορούν να αποτελούν πρότυπο για τους πολλούς.
Καμικάζι της Ορθοδοξίας, είναι όλοι οι πιστοί που θυσιάζονται, για την αγάπη του Χριστού και των συνανθρώπων τους. Το μαρτύριο της αγάπης, μπορεί να είναι είτε στιγμιαίο, είτε συνεχές και πολύχρονο, όπως αυτό των μοναχών. Πάντως όμως μέσα στο πνεύμα της ελευθερίας και της παραδείσιας χαράς, που ξεκινά από αυτόν τον κόσμο και συνεχίζεται στον άλλο.
Η ρωμαϊκή - βυζαντινή αυτοκρατορία δοκίμασε στη πράξη τη συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και πολιτείας, μεταξύ εξουσίας και διακονίας. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες συγκαλούσαν τις Οικουμενικές Συνόδου, αλλά και ανέβαζαν και κατέβαζαν Πατριάρχες. Σ’ αυτή τη δυναμική σχέση οι μισοί Πατριάρχες ήταν άγιοι και άλλοι μισοί χάθηκαν στα πάθη τους. Όπως ήταν φυσικό, όταν οι αυτοκράτορες είχαν το «πάνω χέρι», επιχειρούσαν να υποδείξουν και να κατευθύνουν δογματικές αλήθειες προς το δικό τους συμφέρον.
Μια από τις πιο έντονες διαμάχες, ήταν η απαίτηση αυτοκρατόρων να θεωρούνται και να αναγνωρίζονται όσοι σκοτώνονται σε πολέμους της αυτοκρατορίας ως άγιοι. Ωστόσο το αίτημα αυτό, όσο πιεστικό και αν ήταν, οι πατέρες της εκκλησίας το απέρριπταν. Δεν είναι τυχαίο που Πατριάρχες, ιεράρχες και άλλοι πιστοί, που θυσιάστηκαν για την αγάπη του Χριστού, όταν η θυσία τους είχε και εθνική πτυχή, δεν αναγνωρίστηκαν άγιοι, ή αν αναγνωρίστηκαν αυτό έγινε ύστερα από πολλά χρόνια. Φυσικά έπρεπε πάντα να υπάρχουν ορατές αποδείξεις της αγιότητας και βεβαίως η συνείδηση των πιστών να τους αποδέχεται.
Βλέποντας τους φανατικούς φονταμενταλιστές που πραγματοποίησαν τις επιθέσεις στην Αμερική και ακούοντας τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς ηγέτες να λένε ότι οι καμικάζοι μαζί με εβδομήντα συγγενείς τους θα πάνε στον παράδεισο και θα δούνε τον Αλλάχ, καταλαβαίνουμε πόσο δίκαιο είχαν οι πατέρες της εκκλησίας. Ποτέ η σωτηρία δεν ήταν ένα αυτόματο γεγονός και ποτέ ο παράδεισος δεν κερδιζόταν με μαγικό τρόπο. Ο παράδεισος ποτέ δεν ταυτιζόταν με μια βίαιη πράξη, αλλά ερμηνευόταν ως επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Ακόμη και το μαρτύριο, ήταν αποτέλεσμα της υπερβολικής αγάπης, του μανικού έρωτα για το Θεό. Το μαρτύριο ποτέ δεν ήταν αποτέλεσμα απογοήτευσης και έμμεσης αυτοκτονίας, αλλά πάντα πράξη ελευθερίας και αγάπης. Η συγχώρεση των βασανιστών και η ευλογία των δήμιων αποτελούν τη ύψιστη έκφραση της παραδείσιας αγάπης.
Η εκκλησία του Χριστού ευλογεί τους στρατιώτες και τα όπλα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την υπεράσπιση αθώων ανθρώπων. Τα ευλογεί ως παραχώρηση, ως οικονομία - με την εκκλησιαστική έννοια του όρου - ως συγκατάβαση στην ανθρώπινη αδυναμία. Η πρώτη δύναμη είναι η πίστη, δηλαδή η βίωση της χάρης του Θεού, η οποία είναι ικανή να μετακινεί ολόκληρα βουνά. Αλλά μπροστά στην ανθρώπινη αδυναμία και μπροστά στον κίνδυνο να σκοτωθούν και να βιασθούν αθώοι, η βία και ο πόλεμος επιτρέπονται, αλλά βεβαίως δεν συστήνονται. Οι πατέρες θεωρούσαν και χαρακτήρισαν θετική πράξη τη γενναιότητα στον πόλεμο και τιμούσαν τους ήρωες αλλά ποτέ δεν τους απέδιδαν την ιδιότητα του αγίου. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι κανόνες της εκκλησίας απαγορεύουν στους κληρικούς και τους μοναχούς να παίρνουν όπλα και να πολεμούν. Στην ιστορία, ιδιαιτέρως στην ελληνική, βλέπουμε πολλούς μοναχούς και κληρικούς να παίρνουν τα όπλα, να πολεμούν και να θυσιάζονται, όπως ο Παπαφλέσας, ο Αθανάσιος διάκος και άλλοι πολλοί. Ωστόσο η εκκλησία ποτέ δεν ήρθε να τους δώσει την ιδιότητα του αγίου. Μπορεί να σώθηκαν και να βρίσκονται στον παράδεισο αλλά δεν μπορούν να αποτελούν πρότυπο για τους πολλούς.
Καμικάζι της Ορθοδοξίας, είναι όλοι οι πιστοί που θυσιάζονται, για την αγάπη του Χριστού και των συνανθρώπων τους. Το μαρτύριο της αγάπης, μπορεί να είναι είτε στιγμιαίο, είτε συνεχές και πολύχρονο, όπως αυτό των μοναχών. Πάντως όμως μέσα στο πνεύμα της ελευθερίας και της παραδείσιας χαράς, που ξεκινά από αυτόν τον κόσμο και συνεχίζεται στον άλλο.
Σχόλια