Ανάμεσο του πολέμου, ο έρωτας
Ανάμεσο του πολέμου, ο έρωτας
.
? Ένα κι ένα κάνουν ένα. Γιατί; Θα σας πω ένα παραμύθι, δηλαδή την πιο αληθινή ιστορία.
? Μια φορά κι ένα καιρό, δηλαδή τώρα, στην άκρα της γης, δηλαδή εδώ, ήταν ένα τσούρμο άνθρωποι, δηλαδή εμείς, που πολεμούσαν συναμεταξύ τους. ? Πάσκισα να κατανοήσω όλο αυτό το αχώνευτο πράγμα, να το κάνω παραμύθι, δηλαδή ευχάριστη ενασχόληση.
? Πώς αλλιώς να ζήσω κι εγώ; ? Χωρίς την τέχνη πνίγομαι.
? Επάνω στην κατάλευκη ταφόπετρα σκόρπισα παπαρούνες, σταγόνες αίματος καταμεσής της άνοιξης, φλόγες που χοροπήδησαν αύθις στο κενό και μαράθηκαν. ? Ανάλαφρα τ' αχνάρια των γυμνών ποδιών μου στην αμμουδιά διαγράφονται. ? Πίσω μου το κύμα τα μάζεψε.
? Εφήμερο άνθος, πλήρες ευωδιάς η δόξα κι ευδαιμονία μου, εφήμερη η οδύνη κι εντεταμένος ο πόνος μου.
? Άρχισα μ' ένα τραγούδι καινούργιο, πρωτοειπωμένο, αποκύημα έμπνευσης. ? Με το τραγούδι, λέξη τη λέξη, ρυθμό το ρυθμό, κατρακυλώντας, καταρρέοντας πάνω στους λίθους του βίου, χώθηκα στην αγκαλιά σου, ω, θάλασσα! ? Ίσαμε τώρα σε είχα για εχθρό μου. ? Ήμουν από την Ανατολή κι ήσουν από τη Δύση, είχα τις μνήμες μου κι είχες τις μνήμες σου.
? Έπαιξα μουσική με τα χρώματα της ίριδος. ? Το ουράνιο τόξο στο 'βαλα κορδέλα στο κεφάλι κι όσο περίσσεψε το 'πλεξα μες τις πλεξούδες σου, να πέφτει στους ώμους τους λευκούς σου. Θαύμασα την ομορφιά σου κι αγαπηθήκαμε. ? Τότε γνώρισα πως ένα κι ένα κάνουν ένα. ? Οδυνηρή η πορεία μας, από πόλεμο σε πόλεμο κι ανάμεσο του πολέμου, ο έρωτας.
? Είμαστε εχθροί, μα ωστόσο ζούμε στο ίδιο σπίτι, στην ίδια πόλη, στην ίδια γη.
? Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε μαζί πλην από πόλεμο;
? Επανέρχομαι στα χρώματα της ίριδος.
? Παλεύω να τα υποτάξω, τα θέλω δικά μου, να λαμπρύνω τον κόσμο μου το θλιβερό χωρίς εσένα. ? Κι εσύ τα θέλεις, τα διεκδικείς, τα έλκεις από την άλλη πλευρά του τόξου. Παίρνω το πράσινο, το πλάθω με τα δάκτυλα με κόπο, με πόνο, να το υποτάξω. ? Πασκίζω να βάψω τις άχρωμες μέρες μου. ? Εσύ, ο εχθρός μου, αρπάζεις το κίτρινο, το δουλεύεις (οφείλω να το ομολογήσω) κι εσύ με κόπο, με αγώνα, με πείσμα. ? Μα δεν κρατάει πολύ το αφύσικο. ? Χάνουμε τον έλεγχο, τι ευλογία! ? Γλιστρά η ζωή απ' τα χέρια μας. ? Σμίγει το πράσινό μου με το κίτρινό σου. ? Και ως εκ θαύματος (πράγμα που δεν σκέφτηκα ποτέ), ενώνονται σ' ένα υπέροχο γαλάζιο, που είναι δικό σου και δικό μου!
? Ένα κι ένα κάνουν ένα.
? Μια φορά κι ένα καιρό, δηλαδή τώρα, στην άκρα της γης, δηλαδή εδώ, ήταν ένα τσούρμο άνθρωποι, δηλαδή εμείς, που πολεμούσαν συναμεταξύ τους. ? Πάσκισα να κατανοήσω όλο αυτό το αχώνευτο πράγμα, να το κάνω παραμύθι, δηλαδή ευχάριστη ενασχόληση.
? Πώς αλλιώς να ζήσω κι εγώ; ? Χωρίς την τέχνη πνίγομαι.
? Επάνω στην κατάλευκη ταφόπετρα σκόρπισα παπαρούνες, σταγόνες αίματος καταμεσής της άνοιξης, φλόγες που χοροπήδησαν αύθις στο κενό και μαράθηκαν. ? Ανάλαφρα τ' αχνάρια των γυμνών ποδιών μου στην αμμουδιά διαγράφονται. ? Πίσω μου το κύμα τα μάζεψε.
? Εφήμερο άνθος, πλήρες ευωδιάς η δόξα κι ευδαιμονία μου, εφήμερη η οδύνη κι εντεταμένος ο πόνος μου.
? Άρχισα μ' ένα τραγούδι καινούργιο, πρωτοειπωμένο, αποκύημα έμπνευσης. ? Με το τραγούδι, λέξη τη λέξη, ρυθμό το ρυθμό, κατρακυλώντας, καταρρέοντας πάνω στους λίθους του βίου, χώθηκα στην αγκαλιά σου, ω, θάλασσα! ? Ίσαμε τώρα σε είχα για εχθρό μου. ? Ήμουν από την Ανατολή κι ήσουν από τη Δύση, είχα τις μνήμες μου κι είχες τις μνήμες σου.
? Έπαιξα μουσική με τα χρώματα της ίριδος. ? Το ουράνιο τόξο στο 'βαλα κορδέλα στο κεφάλι κι όσο περίσσεψε το 'πλεξα μες τις πλεξούδες σου, να πέφτει στους ώμους τους λευκούς σου. Θαύμασα την ομορφιά σου κι αγαπηθήκαμε. ? Τότε γνώρισα πως ένα κι ένα κάνουν ένα. ? Οδυνηρή η πορεία μας, από πόλεμο σε πόλεμο κι ανάμεσο του πολέμου, ο έρωτας.
? Είμαστε εχθροί, μα ωστόσο ζούμε στο ίδιο σπίτι, στην ίδια πόλη, στην ίδια γη.
? Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε μαζί πλην από πόλεμο;
? Επανέρχομαι στα χρώματα της ίριδος.
? Παλεύω να τα υποτάξω, τα θέλω δικά μου, να λαμπρύνω τον κόσμο μου το θλιβερό χωρίς εσένα. ? Κι εσύ τα θέλεις, τα διεκδικείς, τα έλκεις από την άλλη πλευρά του τόξου. Παίρνω το πράσινο, το πλάθω με τα δάκτυλα με κόπο, με πόνο, να το υποτάξω. ? Πασκίζω να βάψω τις άχρωμες μέρες μου. ? Εσύ, ο εχθρός μου, αρπάζεις το κίτρινο, το δουλεύεις (οφείλω να το ομολογήσω) κι εσύ με κόπο, με αγώνα, με πείσμα. ? Μα δεν κρατάει πολύ το αφύσικο. ? Χάνουμε τον έλεγχο, τι ευλογία! ? Γλιστρά η ζωή απ' τα χέρια μας. ? Σμίγει το πράσινό μου με το κίτρινό σου. ? Και ως εκ θαύματος (πράγμα που δεν σκέφτηκα ποτέ), ενώνονται σ' ένα υπέροχο γαλάζιο, που είναι δικό σου και δικό μου!
? Ένα κι ένα κάνουν ένα.
Σχόλια