Ο κλειδούχος του Αγίου Τυχικού
«Προσελεύσεται άνθρωπος και καρδιά βαθεία και υψωθήσεται ο θεός». Ο άνθρωπος που προσέρχεται είναι ο γέρων Κωστής Παναγή, ο οποίος είναι γενικώς υπεύθυνος και μόνος επίτροπος, γραμματέας τε και ταμείας καντηλαναύτης άμα και ψάλτης του Ιερού ναού του Αγίου Τυχικού. Και προσέρχεται κρατώντας την τεράστια κλείδα του ναού ωσάν τον Απόστολο Πέτρο, που είναι ιστορημένος στον Άη -Γιάννη της Αρχιεπισκοπής, όστις σπεύδει υπόπτερος τη ευλαβεία ν' ανοίξει την Παράδεισο.
Ο γέρο-Κωστής «προσέρχεται» από την πρώτη δεκαετία της ζωής του μέχρι τώρα που ευρίσκεται στη δέκατη. Πηγαινοέρχεται καθημερινά από το σπίτι του στο σπίτι του Αποστόλου. Λέξη τη λέξη, λόγο το λόγο, βήμα το βήμα πιο βαθιά. Κι από τ' ανίριθμο πηγαινέλα της εντός των σπλάχνων θαλάσσης βαθουλώνει η καρδιά κατά το ψαλμικό. Και τούτο στον Κωστή φαίνεται από τους οφθαλμούς του που γελούν, από την μορφή του την ίλαρη, από την μετά πειθαρχίας άνεση των κινήσεών του, την σύνεση των λόγων του, την ευταξία των ενδυμάτων του, την ομορφιά που αποπνέει η όψη του και το όλο σχήμα του.
Λέγει ο ψαλμός «το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσι οι πλούσιοι του λαού σου». Και πλουσιότατος είναι εις τα ολίγα ο γέρων - Κωστής, για τούτο λιτανεύει σ' όλη τη ζωή του το πρόσωπο του Θεού. Η λιτή, η λεγομένη και λιτανεία είναι σπουδαία πράξη. Η εκκλησία ξέρει να λιτανεύει το πρόσωπον του Θεού, να πανηγυρίζει τα θεία και ιερά, να υψώνει την εικόνα του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού και των τεθεωμένων ανθρώπων, να ψάλλει περί αυτών και να οδεύει κυκλικώς πάλι και πάλι, έτι και έτι, εναγκαλίζουσα έτσι πολλάκις τα σύμπαντα. Μήπως αυτός δεν είναι ο τρόπος του Θεού;
«Ψάλω τω Θεώ μου έως υπάρχω», λέγει ο γηραίος λεβήτης. Από δέκα χρονών ψάλλει αδιαλείπτως στο ναό του Αποστόλου Τυχικού χωρίς να χρηματίσει ποτέ αποκλειστικά ψάλτης.
Αρχικά, ήταν βοηθός στο ψαλτήρι, δίπλα στους παλαιούς μεγάλους μουσικολογιότατους ψαλτάδες και τελευταία βοηθός και πάλι στους νεότερους μικρούς και άμουσους. Γι' αυτόν το ίδιο κάνει. Ψάλλει, όταν χρειάζεται και είναι πάντα εκεί.
Γι' αυτό και γλύκανε η φωνή του και μαλάκωσε σαν το χωράφι το καλοκαλλιεργημένο που λέγεται μάλαμα. Μάλαμα είναι το χρυσάφι κι ο άνθρωπος ο ευγενικός, ο καλοσυνάτος. Μέσα σε μαλαματένιο φόντο, σήμα της βασιλείας της καλοσύνης ίσταται ο Άγιος Τυχικός, ευθυτενής ατενίζει πέρα μακράν, αλλά και σένα, όταν τον κοιτάξεις. Έχει μεγάλα τα μάτια, σηκωμένα πολύ τα φρύδια, μεγάλο μέτωπο, στενή μακρυά μύτη, εγγεγραμμένο μουστάκι στα λευκά γένια του. Το ωμοφόριό του είναι λευκό ενώ το φελόνιό του κοκκινοπατεί, πλουμισμένο με λουλούδια. Αυτή η εικόνα είναι έργο του ιερογράφου Δημητρίου ιερέως, τάχα και θύτου, όπως υπογράφει σε άλλες εικόνες. Ο παπα-Δημήτριος έζησε στα τέλη του 16ου αιώνα και στον 17ο.
Υπάρχει και άλλη εικόνα του αγίου Τυχικού στο ναό, που την ιστόρησε ο εικονογράφος Χατζη-Μιχαήλ Μυριανθεύς γύρω στα 1830. Αυτός, υπήρξε μαθητής του Μιχαήλ του Θετταλλού, ο οποίος ιστόρησε τις εικόνες του Αγίου Λαζάρου της Λάρνακος. Ο μαθητής Μιχαήλ έγραψε και τες εικόνες του Χριστού της Θεοτόκου και του Αγίου Τρύφωνος. Βρισκόταν τότε περίπου στο ενενηκοστό όγδοο έτος της ηλικίας του και ιστορούσε εικόνες με σταθερό χέρι!
Στην ίδια ηλικία βρίσκεται και ο Κωστής, ο οποίος ιστορεί τον βίο του Αγίου Τυχικού όχι με χρώματα, μα με λόγια δικά του: «Ήρθεν ο Χριστός και είπε να ευλογήσει τα παιδιά. Και όλες οι μανάδες ετρέχασι να πάρουσι τα παιδιά τους εις τον Ιησούς Χριστόν να τα ευλογήσει. Ήταν και μια γυναίκα, όπου δεν έκαμνε παιδιά, και άμα κι είδεν τες μανάδες που τρέχασι να πάρουσι τα δικά των, ευρίσκετουν σε στενοχωρία και λυπάτουν πολλά. Είπαν της οι άλλες: έπαρε μιαν πέτρα που τον τοίχο και τυλιξέ την με τα ρούχα κι έλα κι εσύ μετά μας. Ετύλιξε μάνι-μάνι μια πέτρα κι εβούρησε με τες άλλες κι ευλόγησεν ο Χριστός τα μωρά τους. Παρατηρά! «Η πέτρα έγινη μωρό. Και ονόμασέν το τυχικό, διότις εγίνη που τον τοίχον. Κι εγίνη ο Απόστολος Τυχικός και ήρτεν εις την Κύπρον επίσκοπος εις τη Μέσωνα εδώ που εν' η εκκλησία του τώρα».
Οι θεολόγοι είπαν του Κωστή να μη λέγει αυτή την ιστορία διότι δεν ευσταθεί. Ασφαλώς το όνομα του Αγίου γράφεται με ύψιλον ενώ ο τοίχος με όμικρον γιώτα. Ο παπα-Δημήτριος στην εικόνα που ζωγράφισε, το έγραψε με ήττα. Όμως, όπως και να έχουν τα γράμματα και τα διδάγματα των θεολόγων, ο παράδοξος βίος του Αγίου Τυχικού, ακούγεται ηδέως εκ στόματος του γέροντος, άμα και πιστευτός. Ως τείχος άρρηκτον κατέχει την πίστη ο γέρο-Κωστής Παναγή και «προσέρχεται ως άνθρωπος με καρδία βαθεία» κρατώντας την κλείδα της εκκλλησίας του Θεού. Έν τη ταπεινώσει αυτού υψωθήσεται ο Θεός.
Ο γέρο-Κωστής «προσέρχεται» από την πρώτη δεκαετία της ζωής του μέχρι τώρα που ευρίσκεται στη δέκατη. Πηγαινοέρχεται καθημερινά από το σπίτι του στο σπίτι του Αποστόλου. Λέξη τη λέξη, λόγο το λόγο, βήμα το βήμα πιο βαθιά. Κι από τ' ανίριθμο πηγαινέλα της εντός των σπλάχνων θαλάσσης βαθουλώνει η καρδιά κατά το ψαλμικό. Και τούτο στον Κωστή φαίνεται από τους οφθαλμούς του που γελούν, από την μορφή του την ίλαρη, από την μετά πειθαρχίας άνεση των κινήσεών του, την σύνεση των λόγων του, την ευταξία των ενδυμάτων του, την ομορφιά που αποπνέει η όψη του και το όλο σχήμα του.
Λέγει ο ψαλμός «το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσι οι πλούσιοι του λαού σου». Και πλουσιότατος είναι εις τα ολίγα ο γέρων - Κωστής, για τούτο λιτανεύει σ' όλη τη ζωή του το πρόσωπο του Θεού. Η λιτή, η λεγομένη και λιτανεία είναι σπουδαία πράξη. Η εκκλησία ξέρει να λιτανεύει το πρόσωπον του Θεού, να πανηγυρίζει τα θεία και ιερά, να υψώνει την εικόνα του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού και των τεθεωμένων ανθρώπων, να ψάλλει περί αυτών και να οδεύει κυκλικώς πάλι και πάλι, έτι και έτι, εναγκαλίζουσα έτσι πολλάκις τα σύμπαντα. Μήπως αυτός δεν είναι ο τρόπος του Θεού;
«Ψάλω τω Θεώ μου έως υπάρχω», λέγει ο γηραίος λεβήτης. Από δέκα χρονών ψάλλει αδιαλείπτως στο ναό του Αποστόλου Τυχικού χωρίς να χρηματίσει ποτέ αποκλειστικά ψάλτης.
Αρχικά, ήταν βοηθός στο ψαλτήρι, δίπλα στους παλαιούς μεγάλους μουσικολογιότατους ψαλτάδες και τελευταία βοηθός και πάλι στους νεότερους μικρούς και άμουσους. Γι' αυτόν το ίδιο κάνει. Ψάλλει, όταν χρειάζεται και είναι πάντα εκεί.
Γι' αυτό και γλύκανε η φωνή του και μαλάκωσε σαν το χωράφι το καλοκαλλιεργημένο που λέγεται μάλαμα. Μάλαμα είναι το χρυσάφι κι ο άνθρωπος ο ευγενικός, ο καλοσυνάτος. Μέσα σε μαλαματένιο φόντο, σήμα της βασιλείας της καλοσύνης ίσταται ο Άγιος Τυχικός, ευθυτενής ατενίζει πέρα μακράν, αλλά και σένα, όταν τον κοιτάξεις. Έχει μεγάλα τα μάτια, σηκωμένα πολύ τα φρύδια, μεγάλο μέτωπο, στενή μακρυά μύτη, εγγεγραμμένο μουστάκι στα λευκά γένια του. Το ωμοφόριό του είναι λευκό ενώ το φελόνιό του κοκκινοπατεί, πλουμισμένο με λουλούδια. Αυτή η εικόνα είναι έργο του ιερογράφου Δημητρίου ιερέως, τάχα και θύτου, όπως υπογράφει σε άλλες εικόνες. Ο παπα-Δημήτριος έζησε στα τέλη του 16ου αιώνα και στον 17ο.
Υπάρχει και άλλη εικόνα του αγίου Τυχικού στο ναό, που την ιστόρησε ο εικονογράφος Χατζη-Μιχαήλ Μυριανθεύς γύρω στα 1830. Αυτός, υπήρξε μαθητής του Μιχαήλ του Θετταλλού, ο οποίος ιστόρησε τις εικόνες του Αγίου Λαζάρου της Λάρνακος. Ο μαθητής Μιχαήλ έγραψε και τες εικόνες του Χριστού της Θεοτόκου και του Αγίου Τρύφωνος. Βρισκόταν τότε περίπου στο ενενηκοστό όγδοο έτος της ηλικίας του και ιστορούσε εικόνες με σταθερό χέρι!
Στην ίδια ηλικία βρίσκεται και ο Κωστής, ο οποίος ιστορεί τον βίο του Αγίου Τυχικού όχι με χρώματα, μα με λόγια δικά του: «Ήρθεν ο Χριστός και είπε να ευλογήσει τα παιδιά. Και όλες οι μανάδες ετρέχασι να πάρουσι τα παιδιά τους εις τον Ιησούς Χριστόν να τα ευλογήσει. Ήταν και μια γυναίκα, όπου δεν έκαμνε παιδιά, και άμα κι είδεν τες μανάδες που τρέχασι να πάρουσι τα δικά των, ευρίσκετουν σε στενοχωρία και λυπάτουν πολλά. Είπαν της οι άλλες: έπαρε μιαν πέτρα που τον τοίχο και τυλιξέ την με τα ρούχα κι έλα κι εσύ μετά μας. Ετύλιξε μάνι-μάνι μια πέτρα κι εβούρησε με τες άλλες κι ευλόγησεν ο Χριστός τα μωρά τους. Παρατηρά! «Η πέτρα έγινη μωρό. Και ονόμασέν το τυχικό, διότις εγίνη που τον τοίχον. Κι εγίνη ο Απόστολος Τυχικός και ήρτεν εις την Κύπρον επίσκοπος εις τη Μέσωνα εδώ που εν' η εκκλησία του τώρα».
Οι θεολόγοι είπαν του Κωστή να μη λέγει αυτή την ιστορία διότι δεν ευσταθεί. Ασφαλώς το όνομα του Αγίου γράφεται με ύψιλον ενώ ο τοίχος με όμικρον γιώτα. Ο παπα-Δημήτριος στην εικόνα που ζωγράφισε, το έγραψε με ήττα. Όμως, όπως και να έχουν τα γράμματα και τα διδάγματα των θεολόγων, ο παράδοξος βίος του Αγίου Τυχικού, ακούγεται ηδέως εκ στόματος του γέροντος, άμα και πιστευτός. Ως τείχος άρρηκτον κατέχει την πίστη ο γέρο-Κωστής Παναγή και «προσέρχεται ως άνθρωπος με καρδία βαθεία» κρατώντας την κλείδα της εκκλλησίας του Θεού. Έν τη ταπεινώσει αυτού υψωθήσεται ο Θεός.
Σχόλια