Παναγιώτα η σαλή και η σοφή
.
Στον Καλοπαναγιώτη γνωρίσαμε τη γερόντισσα Παναγιώτα. Στον Άγιο Ιωάννη τον Λαμπαδιστή γνωρίσαμε όλη την Κύπρο, την είδαμε μαζεμένη, κουλουριασμένη σε μια γωνιά. Με τους αιώνες στην πλάτη της, με τις δόξες της και τις ταπεινώσεις της, με την απλότητα και την ποικιλία της, συρρικνωμένη και εφαπλουμένη, μ' όλη την πενία, τον πλούτο και το κάλλος της.
Πόσες πέτρες και πόσα χαλίκια, πόσες ψηφίδες και πόσες πινελιές αρμονικά συνταιριασμένες! Πόσες μορφές αγίων στα ντουβάρια και πόσα καστανά μάτια να σε κοιτούν μεσ' απ' τους αιώνες. Πόσες ιστορίες και πόσα παραμύθια, θρύλοι και θαύματα ... Πόση, τέλος, ομορφιά που σε χειραγωγεί στο αρχέγονο κάλλος!
Πλην όμως οι άνθρωποι και σήμερα είμαστε πείσμωνες ισχυρογνώμονες και καυχησιάριδες, όπως ακριβώς μας περιέγραψε ο μοναχός περιηγητής, Βασίλειος Μπάρσκι πριν από δυόμισι αιώνες.
Στους ναούς μέσα έστρωσαν τραπέζια και πουλούν βιβλία πολύχρωμα με ζωγραφιές κοσμικού φρονήματος. Κάτι βιβλία για Μύθους του Αισώπου γραμμένα και πλουμισμένα από Φράγκους, κάτι άλλα για μύθους των σύγχρονων χριστιανών, εγχειρίδια για τα καλά παιδιά και τους καλούς μας πιστούς και άλλα τέτοια παραμύθια.
Όμως η κάρα του αγίου Ιωάννου δεν είναι παραμύθι. Είναι μια αληθινή κεφαλή, ένας άλλος νους που εδέχθη την οθνείαν και ευπρεπεστάτην αλλοίωσιν και άλλα σκέπτεται και φρονεί και πράττει. Πολύ αλλιώτικα από τα δικά μας καμώματα.
Η γριά Παναγιώτα όμως δεν καμώνεται τίποτε, είναι αυθεντική. Την συναντήσαμε παρά τη στράτα, ενώ αντλούσε νερό από τη δημόσια φουντάνα κι επότιζε τα κλήματα που περικύκλωναν το μικρό της σπίτι.
Την εχαιρετίσαμε και αυτή μας ερώτησε αμέσως; "Πόθεν είστε". "Από μακριά, είπαμε, από την Πάφο". Αυτή αφού άφησε κάτω τον κουβά με το νερό που κρατούσε κι εστάθη ίσια, απεφάνθη.
"Και ποκείθε βάσανα και δωκάτω βάσανα"!
Στην ερώτησή μας αν είναι από τούτο το χωριό αυτή κτύπησε την μακριά ράβδο που κρατούσε χαμαί, με δύναμη και μ' ενθουσιασμό, θα ’λεγα μ' έκσταση είπε: "Δωμέσα εγεννήθηκα, δωμέσα έζησα, δωμέσα απέθανα!".
Ανταλλάξαμε μερικές ακόμα κουβέντες κι αποχαιρετιστήκαμε μ' αμοιβαίο ενθουσιασμό. Η αντίληψη της γιαγιάς περί των βασάνων ως ενωτικού μέσου όλων των ανθρώπων, των εκείθεν και των εδώθε και η αγάπη της για τον τόπο της για τη γωνιά της, για το κελλάκι της μαζί με την πεποίθησή της ότι ήδη απέθανεν εκεί επιστοποιούντο με τη λάμψη των ομματιών της, τη χαρά που καλώς αλλοίωνε την όψη της και την ήρεμη στάση των μελών της.
Πάρα κάτω στο καφεστιατόριο είπαμε με χαρά πως γνωρίσαμε την Παναγιώτα. "Ναι η καημένη, είπε ο ιδιοκτήτης, δεν είναι στα καλά της η φτωχή".
Εκπλαγήκαμε με την άποψη τού κατά τα άλλα συμπαθητικού εστιάτορα κι εσιωπήσαμε διότι σ' εμάς εφάνη όχι μόνον σοφή, αλλά και μας έδωσε τόση χαρά που δεν ελάβαμε από κανέναν άλλον εκεί.
Δεν εμάθαμε τίποτε άλλο για την Παναγιώτα παρ’ εκτός που καταλάβαμε πως ήταν μόνη στη ζωή κι έκθετη στην ρευστότητα των υδάτων του βίου κατέναντι στον Άδη άνευ ίχνους απελπισίας ή φόβου στο μάτι της. Και πως μόνο αυτή είχε μια κάποια συγγένεια με τον πάντοτε μόνο και ξένο άγιο Ιωάννη.
Πόσες πέτρες και πόσα χαλίκια, πόσες ψηφίδες και πόσες πινελιές αρμονικά συνταιριασμένες! Πόσες μορφές αγίων στα ντουβάρια και πόσα καστανά μάτια να σε κοιτούν μεσ' απ' τους αιώνες. Πόσες ιστορίες και πόσα παραμύθια, θρύλοι και θαύματα ... Πόση, τέλος, ομορφιά που σε χειραγωγεί στο αρχέγονο κάλλος!
Πλην όμως οι άνθρωποι και σήμερα είμαστε πείσμωνες ισχυρογνώμονες και καυχησιάριδες, όπως ακριβώς μας περιέγραψε ο μοναχός περιηγητής, Βασίλειος Μπάρσκι πριν από δυόμισι αιώνες.
Στους ναούς μέσα έστρωσαν τραπέζια και πουλούν βιβλία πολύχρωμα με ζωγραφιές κοσμικού φρονήματος. Κάτι βιβλία για Μύθους του Αισώπου γραμμένα και πλουμισμένα από Φράγκους, κάτι άλλα για μύθους των σύγχρονων χριστιανών, εγχειρίδια για τα καλά παιδιά και τους καλούς μας πιστούς και άλλα τέτοια παραμύθια.
Όμως η κάρα του αγίου Ιωάννου δεν είναι παραμύθι. Είναι μια αληθινή κεφαλή, ένας άλλος νους που εδέχθη την οθνείαν και ευπρεπεστάτην αλλοίωσιν και άλλα σκέπτεται και φρονεί και πράττει. Πολύ αλλιώτικα από τα δικά μας καμώματα.
Η γριά Παναγιώτα όμως δεν καμώνεται τίποτε, είναι αυθεντική. Την συναντήσαμε παρά τη στράτα, ενώ αντλούσε νερό από τη δημόσια φουντάνα κι επότιζε τα κλήματα που περικύκλωναν το μικρό της σπίτι.
Την εχαιρετίσαμε και αυτή μας ερώτησε αμέσως; "Πόθεν είστε". "Από μακριά, είπαμε, από την Πάφο". Αυτή αφού άφησε κάτω τον κουβά με το νερό που κρατούσε κι εστάθη ίσια, απεφάνθη.
"Και ποκείθε βάσανα και δωκάτω βάσανα"!
Στην ερώτησή μας αν είναι από τούτο το χωριό αυτή κτύπησε την μακριά ράβδο που κρατούσε χαμαί, με δύναμη και μ' ενθουσιασμό, θα ’λεγα μ' έκσταση είπε: "Δωμέσα εγεννήθηκα, δωμέσα έζησα, δωμέσα απέθανα!".
Ανταλλάξαμε μερικές ακόμα κουβέντες κι αποχαιρετιστήκαμε μ' αμοιβαίο ενθουσιασμό. Η αντίληψη της γιαγιάς περί των βασάνων ως ενωτικού μέσου όλων των ανθρώπων, των εκείθεν και των εδώθε και η αγάπη της για τον τόπο της για τη γωνιά της, για το κελλάκι της μαζί με την πεποίθησή της ότι ήδη απέθανεν εκεί επιστοποιούντο με τη λάμψη των ομματιών της, τη χαρά που καλώς αλλοίωνε την όψη της και την ήρεμη στάση των μελών της.
Πάρα κάτω στο καφεστιατόριο είπαμε με χαρά πως γνωρίσαμε την Παναγιώτα. "Ναι η καημένη, είπε ο ιδιοκτήτης, δεν είναι στα καλά της η φτωχή".
Εκπλαγήκαμε με την άποψη τού κατά τα άλλα συμπαθητικού εστιάτορα κι εσιωπήσαμε διότι σ' εμάς εφάνη όχι μόνον σοφή, αλλά και μας έδωσε τόση χαρά που δεν ελάβαμε από κανέναν άλλον εκεί.
Δεν εμάθαμε τίποτε άλλο για την Παναγιώτα παρ’ εκτός που καταλάβαμε πως ήταν μόνη στη ζωή κι έκθετη στην ρευστότητα των υδάτων του βίου κατέναντι στον Άδη άνευ ίχνους απελπισίας ή φόβου στο μάτι της. Και πως μόνο αυτή είχε μια κάποια συγγένεια με τον πάντοτε μόνο και ξένο άγιο Ιωάννη.
Σχόλια