Το ιδρωμένο χέρι της ελεημοσύνης...



.

Η αρετή της διάκρισης κατά την εκκλησιαστική ορολογία, ή η αρχή της σχετικότητας των πάντων, την οποία με τόσο κομπασμό παινευόμαστε ότι ανακαλύψαμε στον αιώνα μας, φαίνεται ότι πάει περίπατο τις τελευταίες ημέρες με τη μανιο-
ελεημοσύνη των δρόμων.
Ο Χριστός τονίζει ότι δεν πρέπει να γνωρίζει η δεξιά μας τι ποιεί η αριστερά μας, αλλά και οι πατέρες της εκκλησίας μας τονίζουν ότι πρέπει να ιδρώσει το χέρι μας πριν δώσουμε ελεημοσύνη.
Μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος που θα δοθεί η ελεημοσύνη παρά το μέγεθος της ελεημοσύνης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πίκρα που ζήσαμε σαν μικροί πρόσφυγες μαθητές (πρόστυχες για κάποιούς άλλους), όταν κάποιες ευτραφείς κυρίες των φιλόπτωχων οργανώσεων ήλθαν στο σχολείο για να μας προσφέρουν ένα πουκάμισο ή ένα παντελόνι ή ένα τρικό, αν θυμάμαι καλά… Με ένα άγριο βλέμμα και με μια περιφρόνηση μας πετούσαν τα «δώρα» της δήθεν αγάπης τους, ενώ μας έδιναν την εντύπωση ότι ήθελαν ακόμη να τους φιλήσουμε το χέρι.
Ήταν μια παιδική εμπειρία, που ελπίζω να μην μας άφησε ψυχολογικά κατάλοιπα.
Η αξιοπρέπεια ή ένας κακός εγωισμός μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα στη διαδικασία της ελεημοσύνης.
Ο άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια, συνήθως είναι άνθρωπος με πολλά προβλήματα, με πολλές ατυχίες στη ζωή του και κάθε επαφή, κάθε επικοινωνία θα πρέπει να γίνεται με τον ανάλογο τρόπο.
Δεν είναι τυχαίο που οι παππούδες μας είπαν το ανεπανάληπτο «λείψε που το καλόν, να μεν σε εύρει το κρίμα».
Η ελεημοσύνη και η προσφορά βοήθειας προς τους συνανθρώπους μας δεν είναι για όλους. Όλοι μπορούμε να δώσουμε από το υστέρημά μας, αλλά δεν μπορούμε όλοι να αναλάβουμε το ρόλο του δωρεοδότη.
Υπάρχει και η άλλη πτυχή της εξάρτησης του δωρεολήπτη από τον ευεργέτη του και οι σχέσεις φορτικής εξάρτησης δεν είναι δύσκολο να δημιουργηθούν.
Τηλέφωνα επί τηλεφωνημάτων, παρενοχλήσεις επί παρενοχλήσεων και η ζωή του δωρεοδότη καταντά μαρτύριο. Και αντί όλα να αποπνέουν χαρά και ευτυχία, αναδύουν φόβο, θλίψη και τελικά έρχεται το περίφημο «κρίμα» και να πάνε οι κόποι μας χαμένοι.
Υπάρχει όμως και το άλλο που «πρέπει να ιδρώσει το χέρι μας», αφού οι επιτήδειοι λωποδύτες, που λαθροβιούν από την «αφέλεια» των πολλών, κάνουν «χρυσές» δουλειές πάνω στην πλάτη μας.
Το κακό δεν είναι μόνο αυτό, αφού νομοτελειακά κάποιοι άλλοι που βρίσκονται πραγματικά σε ένδεια δεν μπορούν να βοηθηθούν, ενώ και οι επιτήδειοι συνηθίζουν στην παρανομία τους και παγιώνονται σταδιακά στο βούρκο της μικρότητάς τους.
Αλλά τη διέξοδο μάς τι δίνουν και πάλι οι άγιοί μας, με το παράδειγμά τους.
Ο άγιος Νικόλαος, κάποτε γράφει το συναξάρι του, έμαθε ότι ένας πατέρας ο οποίος είχε τρεις κόρες, θα τις οδηγούσε στο πορνείο γιατί δεν είχε λεφτά να τις παντρέψει.
Πήγε λοιπόν ο άγιος κρυφά το βράδυ και πέταξε από το παράθυρο του φτωχού πατέρα ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα, με την ελπίδα ότι θα αποτρέψει το κακό. Τα πήρε ο φτωχός, θεώρησε ότι ήταν δώρο Θεού, ευχαρίστησε τον Θεό και πάντρεψε την πρώτη του κόρη. Ύστερα από μερικούς μήνες, πήγε ξανά ο άγιος νύκτα στο σπίτι της οικογένειας και πέταξε και ένα δεύτερο πουγκί με χρυσά νομίσματα. Το πήρε ο πατέρας, πάντρεψε και τη δεύτερή του κόρη, ευχαρίστησε τον Θεό, αλλά αυτή τη φορά, έβαλε σκοπό να κρατά καραούλι, κάθε βράδυ έξω από το σπίτι του για να δει ποιος του φέρνει τα λεφτά.
Τελικά, ένα βράδυ, τσάκωσε τον αόρατο ευεργέτη του, αλλά ο άγιος τον έβαλε και του υποσχέθηκε ότι δεν θα μιλήσει σε κανένα για το θέμα αυτό, πριν τον θάνατό του, υπόσχεση την οποία τήρησε ο καλός φτωχός πατέρας.
Ο άνθρωπος απολαμβάνει τη μεγαλύτερη χαρά όταν δίνει και όχι όταν παίρνει και μόνο όσοι προσφέρουν χωρίς να ελπίζουν σε αντάλλαγμα, γεύονται αυτή τη χαρά.
Όλα είναι σχετικά και όλα είναι ωραία όταν γίνονται με διάκριση, αυτή τη μέγιστη αρετή, που συχνά- πυκνά ξεχνούμε.
Αν είναι κάτι που καθιστά «δύσκολη» την Ορθοδοξία, την πιο δύσκολη θρησκεία στον κόσμο, είναι ακριβώς αυτή η αρετή της διάκρισης.
Ο ληστής στον Σταυρό μας δείχνει το δρόμο...

Σχόλια