Ο θησαυρός του Παπα-Κωνσταντή
Η Μαριάννα, η περβολάρισσα είναι τώρα γερόντισσα πια των ενενήντα σχεδόν ετών. Τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τον περνά στο μικρό της σπίτι ενασχολουμένη με διάφορα οικιακά ή ξαπλωμένη συλλογάται τα περασμένα. Κι όταν έλθει ξένος και μάλιστα όταν είναι φιλομαθής έχει πολλές ιστορίες παλαιές να του λέγει.
Κάποτε, πάνω-κάτω, στα 1880 ήσαν στο χωριό τρεις παπάδες. Οι δυο εκ των τριών ήσαν αδέλφια, ο παπά Γιάννης και ο παπά-
Κωνσταντής. Φαίνεται ότι τρεις παπάδες για ένα χωριό ήσαν πολλοί. Ο ένας επερίσσευε και αυτός ήταν ο παπά-Κωνσταντής καθότι νεότερος. Αγαπούσε την παπαδική, αλλά δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να έλθει σε σύγκρουση με τους άλλους παπάδες και κυρίως με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Από καιρό είχεν αποφασίσει να μετοικήσει γιΆ αυτό και εξέλαβε ως θεόσταλτο δώρο την ακοή πως θέλουσι παπά σΆ ένα χωριό της ορεινής, τον Στατό. Κι ο Στατός ευρίσκετο αρκετά μακριά από την Έμπα. Ήταν λοιπόν από τα πολύ δύσκολα να πηγαινοέρχεται μιαν απόσταση των τριάντα και πλέον μιλίων αν και την εποχήν εκείνη δεν ήταν παντελώς ασυνήθιστο. Ο παπά Κωνσταντής όμως και η παπαδιά του ενόμιζαν χρυσή ευκαιρία την μετοίκηση έχοντας κρυφή την ελπίδα να μεταλλάξει κι η τύχη των. Διότι μαζί με τες άλλες δυσκολίες είχαν και τούτο το πρόβλημα: τα παιδιά που εγεννούσαν απέθνησκαν πρόωρα.
Αποχαιρέτησε λοιπόν, το λευιτικό ζεύγος, μιαν καλή πρωία συγγενείς και συγχωριανούς, οι οποίοι ομοθυμαδόν τους εξεπροβόδησαν ίσα μΆ ένα μίλι δρόμο. ΑπΆ εκεί συνέχισαν πεζοπορούντες με το υποζύγιό τους και τα λίγα υπάρχοντά τους επΆ αυτού κι από τη χαμηλή έφτασαν στην ορεινή μετά μιας ημέρας δρόμο. Παρελήφθησαν από τους Στατιώτες και φιλοξενήθηκαν ως έπρεπε. Τους έδωσαν και σπίτι να μένουν. Σύντομα οικειώθησαν με το νέο τους χωριό. Αγαπήθησαν κι αγάπησαν, υπηρετήθησαν και υπηρέτησαν. Και με τους ανθρώπους καλά και με τους αγίους καλύτερα, δηλαδή το Ζηνόβιο και τη Ζηνοβία που τιμά το χωριό. Και τα χρόνια κυλούσαν ειρηνικά, πλην όμως, αν και άλλαξαν τόπο και χωριό κι απέκτησαν κτήματα και κτηνά και σπίτια και χρυσά, η τύχη των δεν άλλαξε, παιδιά δεν απέκτησαν.
ΚατΆ εκείνο τον καιρό ακούστηκε πως απέθαναν σύγκοντα κι ο πατέρας κι η μητέρα μιας οικογένειας στη Μεσόγη και διένειμαν οι συγγενείς τα ορφανά ώδε κακείσε. Τότε μήνυσε κι ο παπά-Κωνσταντής και του έφεραν ένα παιδί αρσενικό και το υιοθέτησε. Επέρασέν το από μανίκι του ράσου του, εδιάβασέν του και την σχετική ευχή περί υιοθεσίας και τον εκράτησε στο σπίτι του. Η παπαδιά τον εμεγάλωνε ως δικόν της κι ο παπάς τον εσπούδαζε στα γράμματα και τα λοιπά εκκλησιαστικά πράγματα.
Τα χρόνια επέρασαν, ο υιοθετημένος ενηλικιώθη, ενυμφεύθη, ετεκνοποίησε. Παρέλαβε και ανέλαβε τα υπάρχοντα του παπά όλα, κινητά και ακίνητα κτηνά και κτήματα, τα σπίτια και τα χρήματα. Ο παπάς κι η παπαδιά εγέρασαν, εκληροδότησαν πάντα όσα είχαν μαζί και τις ελπίδες των για ειρηνική γηροκομεία στον θετό υιό τους. Μάταια όμως, διότι ο μοναχογιός απεδείχθη ανεπρόκοπος και αχάριστος.
Μόλις και μετά βίας ανέχθηκε την παπαδιά, η οποία αφού έμεινε στο κρεβάτι για λίγο καιρό απέθανε. Αμέσως μετά την κηδεία της κι ενώ ο παπάς ευρίσκετο σε ανημπόρια και θλίψη τον ανέβασε σΆ ένα γέρικο γαϊδούρι και τον απέπεμψε έξω του χωριού.
Μόνος, γέρος, ασθενής και τελείως ακτήμων ευρέθηκε ο παπά-
Κωνσταντής καβάλα στο γέρικο ζώο να οδεύει το δρόμο της επιστροφής από την ορεινή στη χαμηλή. Κατάκοπος αυτός και το ζώο έφτασε στο πρώτο του χωριό στη γενέτειρά του μνημονεύοντας το λόγο «γυμνός εξήλθαν... γυμνός και απελεύσομαι!!» κι ευχαριστώντας την Χρυσελεούσα της Έμπας τέλος πάντων και ένεκεν πάντων.
Οι Εμπάτες που είδαν τον γέρο παπά έσπευσαν να τον βοηθήσουν, να τον κατεβάσουν από το ζώο, εκαπαλιάζοντο να τον φιλοξενήσουν, μα ουδείς τον εγνώριζε. Αυτός τους εζήτησε και τον επήραν στο σπίτι της Ελένης του παπά-Γιάννη, της αδελφότεκνης τους. Αυτή τον εδέχθηκε με συγκίνηση και με κλάματα και τον εκράτησε στο σπίτι της.
Πολλά λόγια δεν εχρειάζοντο, κατάλαβαν όλοι στο σπίτι της Ελένης τι έγινε. Έδωσαν φαΐ και πιοτό στο γέροντα και ρούχα καθαρά και κλίνη να κοιμάται. Για την περιουσία του δεν είπαν τίποτε, για χρήματα δεν μίλησαν καθόλου, μόνο που πρόσεξαν όλοι πως ο παπα-Κωνσταντής κρατούσε σφικτά στον κόρφο του ένα κουτί. Κι όταν επλάγιασε το τοποθέτησε δίπλα στο προσκέφαλό του. Τον έβλεπαν να το προσέχει, να το προσκυνεί που και που και να μην απομακρύνεται από αυτό. Άλλωστε, η ηλικία του πια δεν του επέτρεπε νΆ απομακρυνθεί πολύ από το κρεβάτι. Ήταν πια πολύ κουρασμένος κι από τες ταλαιπωρίες αποκαμωμένος. Έτσι τον ενθυμάται η κόρη της Ελένης, η Μαριάννα, που ήταν, λέγει, παρούσα όταν ο παπάς κάλεσε τη μητέρα της, την αδελφότεκνη του λίγες μέρες πριν πεθάνει και της παρέδωσε το κουτί. Στο κουτί αυτό φυλαγόταν όλος ο θησαυρός του παπά, ό,τι του απέμεινε από την παρελθούσα ζωή του, ό,τι δεν του πήραν, ότι ήταν αχρείαστο στους κοσμικούς ανθρώπους. Της το παρέδωσε ψάλλοντας με αδύνατη, πλην μελωδική φωνή: «ως στύλος ακλόνητος της εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης, σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπε .... «Διότι, ακριβώς αυτός ήτο ο κρυφός θησαυρός του ψυχορραγούντος παπά, μικρή εικόνα και τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου ιερομάρτυρος Χαραλάμπους.
Μετά από λίγες ημέρες ο παπά-Κωνσταντής εκοιμήθη εν ειρήνη. Έφεραν τότε τους παπάδες του χωριού να τον μιζαρώσουν, μα δεν εύρισκαν φελόνι να του φορέσουν όπως πρέπει στους ιερείς. Ο μακαρίτης δεν είχε άλλο ιερατικό ένδυμα πλην ενός τετριμμένου αντεριού. Έμεινε τότε ο παπά-Ευαγόρας να του διαβάζει το ψαλτήρι κι ο παπά-Γεώργιος επήγε στην Μητρόπολη κι είπεν του Δεσπότη, το και το. Έδωκεν του ο Δεσπότης · ήταν τότε ο κυρ Ιάκωβος ο Αντζουλάτος · ένα φελόνι και το έφερε και το εφόρεσε στον κεκοιμημένο. Ύστερα ήλθε κι ο ίδιος ο Δεσπότης και τον εκήδευσαν.
Έτσι περιήλθε ο πολύτιμος θησαυρός στα χέρια της Ελένης, η οποία τον εφύλαξε καλά μέσα σΆ ένα εντοιχισμένο ερμαράκι στο σπίτι της. Συχνά-πυκνά άνοιγε το ερμαράκι κι εθυμίαζε το ιερό λείψανο κι όταν είχε θλίψεις εκεί μπροστά στο ερμάρι εστέκετο και προσεύχετο. Κι όταν κι αυτή ήλθε η σειρά της να φύγει από τα παρόντα, παρέδωσε το ιερό κουτί στην κόρη της, την Μαριάννα. Κι αυτή συνέχισε να το φυλάγει στο ίδιο ερμαράκι.
Μια φορά, ένα απόγευμα, δυο από τις κόρες της Μαριάννας, η Φωστήρα και η Ελένη, ενώ έπαιζαν στο σπίτι μόνες των · ήσαν οκτώ δέκα χρονών · ήλθαν σε καυγά κι εβλαστήμησαν. Τότε, μόλις ξεστόμησε τη βλαστημιά · το θυμάται σήμερα η Φωστήρα σα να έγινε τώρα · ακούστηκε κρότος δυνατός κι αυτομάτως άνοιξε η θύρα του ερμαριού. Το σιδεράκι που την έκλεινε, έφυγε και πετάχτηκε μέχρι την εξώπορτα, η ξύλινη θύρα κτύπησε στον τοίχο και το κουτί με το ιερό λείψανο έπεσε έξω, χαμαί.
Έντρομες οι κορούδες άρχισαν να κλαίουν κι έφυγαν έξω όπου βρήκαν τη μάνα τους και της απήγγειλαν το γεγονός. Σίγουρα οι μικρές υπήρξαν μάρτυρες του ορατού μέρους αοράτου συγκρούσεως των ακαθάρτων πνευμάτων και της ιεράς παρουσίας του ιερομάρτυρος και διώκτη τούτων.
Πέρασαν χρόνια και χρόνια, οι μικρές αδελφές ενηλικιώθησαν και δεν εβλαστήμησαν έκτοτε, η μητέρα των Μαριάννα εγέρασε. Στο μεταξύ ανηγέρθη ναός του Αγίου Χαραλάμπους έξω του χωριού. Εκεί ανέκαθεν ευρίσκετο μια μεγάλη πέτρα που ήταν η Αγία Τράπεζα, ως λέγουν οι παλαιοί, το μοναδικό απομεινάρι του αρχαίου ναού. Έκτισαν λοιπόν εκεί ένα μικρό αρχικά παρεκκλήσι και ύστερα προσέθεσαν άλλα δυο κλίτη και εξωνάρθηκα. Έκτισαν μάλιστα και αρχονταρίκι πλησίον ώστε να λαμβάνουν οι εκκλησιαζόμενοι ένα κέρασμα μετά το πέρας των ακολουθιών.
Με ευχαρίστηση παρακολουθούσε την ανέγερση και εξωραϊσμό του παρεκκλησίου η γερόντισσα Μαριάννα. Τελευταίως εσκέπτετο, «το σπίτι του Αγίου είναι εκεί και είναι ωραίον κι εγώ τον έχω μέσα στο ερμάρι, στο φτωχό μου το σπίτι...».
Εκάλεσε λοιπόν μια μέρα τον παπά-Μάριο στο σπίτι της και του παρέδωσε το Άγιο λείψανο. Αυτός το παρέλαβε ιεροπρεπώς και σιγοψάλλοντας το τρισάγιο και το Απολυτίκιο το μετέφερε στην εκκλησία όπου το ετοποθέτησε σε αργυρή λειψανοθήκη επί της Αγίας Τραπέζης.
Η δε γερόντισσα Μαριάννα παραμένει έγκλειστη στο σπιτάκι της. Οσάκις την επισκεφθεί κανείς ανακάθεται επί της μονής οκλαδόν και διηγείται αυτήν, μα και πολλές άλλες ιστορίες σΆ όσους έχουν αυτά που ακούουν.
Κάποτε, πάνω-κάτω, στα 1880 ήσαν στο χωριό τρεις παπάδες. Οι δυο εκ των τριών ήσαν αδέλφια, ο παπά Γιάννης και ο παπά-
Κωνσταντής. Φαίνεται ότι τρεις παπάδες για ένα χωριό ήσαν πολλοί. Ο ένας επερίσσευε και αυτός ήταν ο παπά-Κωνσταντής καθότι νεότερος. Αγαπούσε την παπαδική, αλλά δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να έλθει σε σύγκρουση με τους άλλους παπάδες και κυρίως με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Από καιρό είχεν αποφασίσει να μετοικήσει γιΆ αυτό και εξέλαβε ως θεόσταλτο δώρο την ακοή πως θέλουσι παπά σΆ ένα χωριό της ορεινής, τον Στατό. Κι ο Στατός ευρίσκετο αρκετά μακριά από την Έμπα. Ήταν λοιπόν από τα πολύ δύσκολα να πηγαινοέρχεται μιαν απόσταση των τριάντα και πλέον μιλίων αν και την εποχήν εκείνη δεν ήταν παντελώς ασυνήθιστο. Ο παπά Κωνσταντής όμως και η παπαδιά του ενόμιζαν χρυσή ευκαιρία την μετοίκηση έχοντας κρυφή την ελπίδα να μεταλλάξει κι η τύχη των. Διότι μαζί με τες άλλες δυσκολίες είχαν και τούτο το πρόβλημα: τα παιδιά που εγεννούσαν απέθνησκαν πρόωρα.
Αποχαιρέτησε λοιπόν, το λευιτικό ζεύγος, μιαν καλή πρωία συγγενείς και συγχωριανούς, οι οποίοι ομοθυμαδόν τους εξεπροβόδησαν ίσα μΆ ένα μίλι δρόμο. ΑπΆ εκεί συνέχισαν πεζοπορούντες με το υποζύγιό τους και τα λίγα υπάρχοντά τους επΆ αυτού κι από τη χαμηλή έφτασαν στην ορεινή μετά μιας ημέρας δρόμο. Παρελήφθησαν από τους Στατιώτες και φιλοξενήθηκαν ως έπρεπε. Τους έδωσαν και σπίτι να μένουν. Σύντομα οικειώθησαν με το νέο τους χωριό. Αγαπήθησαν κι αγάπησαν, υπηρετήθησαν και υπηρέτησαν. Και με τους ανθρώπους καλά και με τους αγίους καλύτερα, δηλαδή το Ζηνόβιο και τη Ζηνοβία που τιμά το χωριό. Και τα χρόνια κυλούσαν ειρηνικά, πλην όμως, αν και άλλαξαν τόπο και χωριό κι απέκτησαν κτήματα και κτηνά και σπίτια και χρυσά, η τύχη των δεν άλλαξε, παιδιά δεν απέκτησαν.
ΚατΆ εκείνο τον καιρό ακούστηκε πως απέθαναν σύγκοντα κι ο πατέρας κι η μητέρα μιας οικογένειας στη Μεσόγη και διένειμαν οι συγγενείς τα ορφανά ώδε κακείσε. Τότε μήνυσε κι ο παπά-Κωνσταντής και του έφεραν ένα παιδί αρσενικό και το υιοθέτησε. Επέρασέν το από μανίκι του ράσου του, εδιάβασέν του και την σχετική ευχή περί υιοθεσίας και τον εκράτησε στο σπίτι του. Η παπαδιά τον εμεγάλωνε ως δικόν της κι ο παπάς τον εσπούδαζε στα γράμματα και τα λοιπά εκκλησιαστικά πράγματα.
Τα χρόνια επέρασαν, ο υιοθετημένος ενηλικιώθη, ενυμφεύθη, ετεκνοποίησε. Παρέλαβε και ανέλαβε τα υπάρχοντα του παπά όλα, κινητά και ακίνητα κτηνά και κτήματα, τα σπίτια και τα χρήματα. Ο παπάς κι η παπαδιά εγέρασαν, εκληροδότησαν πάντα όσα είχαν μαζί και τις ελπίδες των για ειρηνική γηροκομεία στον θετό υιό τους. Μάταια όμως, διότι ο μοναχογιός απεδείχθη ανεπρόκοπος και αχάριστος.
Μόλις και μετά βίας ανέχθηκε την παπαδιά, η οποία αφού έμεινε στο κρεβάτι για λίγο καιρό απέθανε. Αμέσως μετά την κηδεία της κι ενώ ο παπάς ευρίσκετο σε ανημπόρια και θλίψη τον ανέβασε σΆ ένα γέρικο γαϊδούρι και τον απέπεμψε έξω του χωριού.
Μόνος, γέρος, ασθενής και τελείως ακτήμων ευρέθηκε ο παπά-
Κωνσταντής καβάλα στο γέρικο ζώο να οδεύει το δρόμο της επιστροφής από την ορεινή στη χαμηλή. Κατάκοπος αυτός και το ζώο έφτασε στο πρώτο του χωριό στη γενέτειρά του μνημονεύοντας το λόγο «γυμνός εξήλθαν... γυμνός και απελεύσομαι!!» κι ευχαριστώντας την Χρυσελεούσα της Έμπας τέλος πάντων και ένεκεν πάντων.
Οι Εμπάτες που είδαν τον γέρο παπά έσπευσαν να τον βοηθήσουν, να τον κατεβάσουν από το ζώο, εκαπαλιάζοντο να τον φιλοξενήσουν, μα ουδείς τον εγνώριζε. Αυτός τους εζήτησε και τον επήραν στο σπίτι της Ελένης του παπά-Γιάννη, της αδελφότεκνης τους. Αυτή τον εδέχθηκε με συγκίνηση και με κλάματα και τον εκράτησε στο σπίτι της.
Πολλά λόγια δεν εχρειάζοντο, κατάλαβαν όλοι στο σπίτι της Ελένης τι έγινε. Έδωσαν φαΐ και πιοτό στο γέροντα και ρούχα καθαρά και κλίνη να κοιμάται. Για την περιουσία του δεν είπαν τίποτε, για χρήματα δεν μίλησαν καθόλου, μόνο που πρόσεξαν όλοι πως ο παπα-Κωνσταντής κρατούσε σφικτά στον κόρφο του ένα κουτί. Κι όταν επλάγιασε το τοποθέτησε δίπλα στο προσκέφαλό του. Τον έβλεπαν να το προσέχει, να το προσκυνεί που και που και να μην απομακρύνεται από αυτό. Άλλωστε, η ηλικία του πια δεν του επέτρεπε νΆ απομακρυνθεί πολύ από το κρεβάτι. Ήταν πια πολύ κουρασμένος κι από τες ταλαιπωρίες αποκαμωμένος. Έτσι τον ενθυμάται η κόρη της Ελένης, η Μαριάννα, που ήταν, λέγει, παρούσα όταν ο παπάς κάλεσε τη μητέρα της, την αδελφότεκνη του λίγες μέρες πριν πεθάνει και της παρέδωσε το κουτί. Στο κουτί αυτό φυλαγόταν όλος ο θησαυρός του παπά, ό,τι του απέμεινε από την παρελθούσα ζωή του, ό,τι δεν του πήραν, ότι ήταν αχρείαστο στους κοσμικούς ανθρώπους. Της το παρέδωσε ψάλλοντας με αδύνατη, πλην μελωδική φωνή: «ως στύλος ακλόνητος της εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης, σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπε .... «Διότι, ακριβώς αυτός ήτο ο κρυφός θησαυρός του ψυχορραγούντος παπά, μικρή εικόνα και τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου ιερομάρτυρος Χαραλάμπους.
Μετά από λίγες ημέρες ο παπά-Κωνσταντής εκοιμήθη εν ειρήνη. Έφεραν τότε τους παπάδες του χωριού να τον μιζαρώσουν, μα δεν εύρισκαν φελόνι να του φορέσουν όπως πρέπει στους ιερείς. Ο μακαρίτης δεν είχε άλλο ιερατικό ένδυμα πλην ενός τετριμμένου αντεριού. Έμεινε τότε ο παπά-Ευαγόρας να του διαβάζει το ψαλτήρι κι ο παπά-Γεώργιος επήγε στην Μητρόπολη κι είπεν του Δεσπότη, το και το. Έδωκεν του ο Δεσπότης · ήταν τότε ο κυρ Ιάκωβος ο Αντζουλάτος · ένα φελόνι και το έφερε και το εφόρεσε στον κεκοιμημένο. Ύστερα ήλθε κι ο ίδιος ο Δεσπότης και τον εκήδευσαν.
Έτσι περιήλθε ο πολύτιμος θησαυρός στα χέρια της Ελένης, η οποία τον εφύλαξε καλά μέσα σΆ ένα εντοιχισμένο ερμαράκι στο σπίτι της. Συχνά-πυκνά άνοιγε το ερμαράκι κι εθυμίαζε το ιερό λείψανο κι όταν είχε θλίψεις εκεί μπροστά στο ερμάρι εστέκετο και προσεύχετο. Κι όταν κι αυτή ήλθε η σειρά της να φύγει από τα παρόντα, παρέδωσε το ιερό κουτί στην κόρη της, την Μαριάννα. Κι αυτή συνέχισε να το φυλάγει στο ίδιο ερμαράκι.
Μια φορά, ένα απόγευμα, δυο από τις κόρες της Μαριάννας, η Φωστήρα και η Ελένη, ενώ έπαιζαν στο σπίτι μόνες των · ήσαν οκτώ δέκα χρονών · ήλθαν σε καυγά κι εβλαστήμησαν. Τότε, μόλις ξεστόμησε τη βλαστημιά · το θυμάται σήμερα η Φωστήρα σα να έγινε τώρα · ακούστηκε κρότος δυνατός κι αυτομάτως άνοιξε η θύρα του ερμαριού. Το σιδεράκι που την έκλεινε, έφυγε και πετάχτηκε μέχρι την εξώπορτα, η ξύλινη θύρα κτύπησε στον τοίχο και το κουτί με το ιερό λείψανο έπεσε έξω, χαμαί.
Έντρομες οι κορούδες άρχισαν να κλαίουν κι έφυγαν έξω όπου βρήκαν τη μάνα τους και της απήγγειλαν το γεγονός. Σίγουρα οι μικρές υπήρξαν μάρτυρες του ορατού μέρους αοράτου συγκρούσεως των ακαθάρτων πνευμάτων και της ιεράς παρουσίας του ιερομάρτυρος και διώκτη τούτων.
Πέρασαν χρόνια και χρόνια, οι μικρές αδελφές ενηλικιώθησαν και δεν εβλαστήμησαν έκτοτε, η μητέρα των Μαριάννα εγέρασε. Στο μεταξύ ανηγέρθη ναός του Αγίου Χαραλάμπους έξω του χωριού. Εκεί ανέκαθεν ευρίσκετο μια μεγάλη πέτρα που ήταν η Αγία Τράπεζα, ως λέγουν οι παλαιοί, το μοναδικό απομεινάρι του αρχαίου ναού. Έκτισαν λοιπόν εκεί ένα μικρό αρχικά παρεκκλήσι και ύστερα προσέθεσαν άλλα δυο κλίτη και εξωνάρθηκα. Έκτισαν μάλιστα και αρχονταρίκι πλησίον ώστε να λαμβάνουν οι εκκλησιαζόμενοι ένα κέρασμα μετά το πέρας των ακολουθιών.
Με ευχαρίστηση παρακολουθούσε την ανέγερση και εξωραϊσμό του παρεκκλησίου η γερόντισσα Μαριάννα. Τελευταίως εσκέπτετο, «το σπίτι του Αγίου είναι εκεί και είναι ωραίον κι εγώ τον έχω μέσα στο ερμάρι, στο φτωχό μου το σπίτι...».
Εκάλεσε λοιπόν μια μέρα τον παπά-Μάριο στο σπίτι της και του παρέδωσε το Άγιο λείψανο. Αυτός το παρέλαβε ιεροπρεπώς και σιγοψάλλοντας το τρισάγιο και το Απολυτίκιο το μετέφερε στην εκκλησία όπου το ετοποθέτησε σε αργυρή λειψανοθήκη επί της Αγίας Τραπέζης.
Η δε γερόντισσα Μαριάννα παραμένει έγκλειστη στο σπιτάκι της. Οσάκις την επισκεφθεί κανείς ανακάθεται επί της μονής οκλαδόν και διηγείται αυτήν, μα και πολλές άλλες ιστορίες σΆ όσους έχουν αυτά που ακούουν.
Σχόλια