Ευτέρπη και Χαράλαμπος
.
Η Χρυσοπατερίτισσα Παναγία των πατέρων, η μητέρα των πατέρων ημών. Εσώθη η κεφαλή της μόνο και ο υιός της σχεδόν ολόκληρος σε μια σάπια λωρίδα ξύλου.
Ο Ιησούς φέρει στοιχάριο σαν διάκος και κοιτάζει υιοπρεπώς με γλυκύτητα και σεβασμό τη μητέρα του. Ωσάν να είναι έτοιμος εις διακονίαν βλέπει με προσοχή την Θεοτόκον τεντωμένος ν' ακούσει από αυτήν λόγο και δι' αυτής ημάς να υπηρετήσει. Ευλογεί με το δεξί και κρατεί χαρτί τυλιγμένο με τ' αριστερό. Εκεί μέσα γράφει: "ουκ ήλθεν διακονηθείναι αλλά διακονείσαι". Η δε Παναγία μητέρα του έχει αυστηρό το ύφος. Δεν είναι παναγίτσα, είναι η μεγάλη Μητέρα πάντων ανθρώπων. Αυτά τα ξέρει όλα και τα καταλαβαίνει όλα. Έχει τους οφθαλμούς μαχαιρωμένους από απίστων χέρια, πλην όμως βλέποντας προς τους πιστούς που την ασπάζονται. Και όντως, τέτοιους οφθαλμούς καθαρούς και διορατικούς πώς ηδύνατο να αντέξει ο άπιστος να τον μαχαιρώνουν. Τους εμαχαίρωσε χιαστί ελπίζοντας έτσι πως θ' απαλλαγεί από το βλέμμα των. Όμως δεν εγλύτωσε ούτε αυτός ούτε εμείς, όσοι βλέπωμε.
Η αγία αυτή εικόνα φέρει χρονολογία ΑΦΚΒ (1522) και είναι έργο του Τίτου Χαρτοφύλακος. Το 1521 ο ίδιος ιστόρησε την Παναγία της Μονής του Αγίου Σάββα Κάρωνος και το 1523 έγραψε τον Παντοκράτορα του Αγίου Επιφανίου Ασπρογιάς. Αργότερα το 1536 ζωγράφισε τον Αντιφωνητή της 'Εμπας και πλήθος άλλων στην Πάφο. Η πινελιά του είναι καθαρή, σταθερή, σκληρή και κοφτερή, σαν το πρωινό ανοιξιάτικης ημέρας.
Μα κι αυτοί σαν εικόνες ξεχασμένες κι εφθαρμένες παρέμειναν στην άκρα του χωριού με φόντο τη θάλασσα ο γέρο – Χαράλαμπος και η ομόζυγός του Ευτέρπη. Σαν εικόνες ζωντανές, που δεν γαντώνεται το μάτι του πια από τίποτα των ώδε, βλέπουν εκείθε. Τους δασκάλεψε η θάλασσα, του βίου η θάλασσα των πειρασμών τω κλείδωνι.
Το σπιτάκι τους, ένα δωμάτιο και μια ξύλινη παράγκα δίπλα χάσκει κατά τη θάλασσα σα ν' αγναντεύει το πέλαγος. Ψαράς όμως δεν ήταν ο γέρο – Χαράλαμπος. Μια παλιά ξύλινη μάντρα βρίσκεται χαμηλότερα από το σπίτι, λίγα μέτρα από το γιαλό. Εκεί μάντριζε τα πρόβατα και τα γίδια του.
Εκεί σ' αυτή την άκρα, πάνω απ' τη θάλασσα, απέναντι στο βοριά επέρασαν τη ζωή τους ο Χαράλαμπος και η Ευτέρπη. Εκεί εμεγάλωσαν τα παιδιά τους κι αυτά σαν ήρθαν σε ηλικία επέταξαν και βρήκαν μέρη απάνεμα, στες πόλεις κι έφτιαξαν τις φωλιές τους. Οι φωτογραφίες τους είναι στους τοίχους του γεροντικού οικίσκου σαν εικονοστάσι.
Ο γέρος σιωπά, ησυχάζει καθισμένος κάτω από την αδύνατη, μισοξεραμμένη κληματαριά. Όλη και όλη μια κληματόβεργα που αγκαλιάζει την πόρτα οδυνηρά περιπλεγμένη σε μια ξύλινη καλύβα. Η γριά αν και ξερακιανή είναι ευσταλής αεικίνητη και ομιλητική, σκληρή στη φάτσα πλην όμως καταδεκτική στους τρόπους. Φαίνεται να είναι άνθρωπος που έζησε, επέρασε, έπαθε και έμαθε πολλά. Ξέρει τα πολλά να τα συνοψίζει στο ένα. Φαίνεται να μην περιμένει τίποτε μα και τα πάντα την κάθε στιγμή. Τίποτε δεν την ξενίζει. Είναι ήδη ξένη με όλα κι όμως ξενίζει τους ξένους. Σαν ζωντανή κληματαριά κι αυτή ριζωμένη με πείσμα έναντι στο βοριά και την αλμύρα της θάλασσας σ' αυτό τον άχαρο βράχο. Δίνει ζωή και προσφέρει στον κάθε ξένο περαστικό γλυκύ νερό, λεμονάδα και σταφύλι, όπως προσέφερε και σ' εμένα.
Σχόλια