Η Καλομοίρα ή Ένα Παραμύθι, ένα τραγούδι



.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φτωχό αντρόγυνο. Δουλεύοντας από κει δουλεύοντας από δω τα βόλευαν με το ψωμί, με τις ελιές και με τις προσευχές. Έκαμαν κι ένα κορίτσι που τ' ονομάτισαν Καλομοίρα ίσως κι αλλάξει και τη μοίρα τους. Μα όσο Καλομοίρα την εφώναζαν, κακομοίρα εγινότανε. Χαΐρι δεν έβλεπε και προκοπή δεν θωρούσε. Χρυσό έπιανε, χώμα γινότανε. Τεμπέλα ήταν κι ακουμαντάρισσα. Ολοένα με τα λουλούδια μιλούσε και με τα πουλιά ετραγουδούσε. Άλλο τίποτα, μήτε δουλειά, μήτε μιλιά.
Μια μέρα ένα πουλάκι την επερίπαιζε μ' αυτό το τραγούδι.
Καλομοίρα, καλομοίρα
τα καλά σου σού τα πήρα
Κακομοίρα, κακομοίρα
δούλεψε να βρεις τη μοίρα.
Η κοπέλα άκουσε παραξενεμένη το τραγούδι και της άρεσε, μα δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει το πουλάκι.
Μια μέρα η νοννά της τής εχάρισε μια γαρυφαλιά, μιας κι αγαπούσε τόσο τα λουλούδια. Την εφύτεψε σε μια όμορφη γλάστρα και την είχε μεγάλη αγάπη αυτή τη γαρυφαλιά. Την επότιζε και της μιλούσε, την εντάντευε και της ετραγουδούσε. Και κάθε μέρα την ερωτούσε:
- Γαρυφαλιά μου πράσινη, πότε θα κοκκινίσεις; Απ' τα πολλά γλυκόλογα κι απ' τις πολλές αγάπες, μια μέρα έσκασε ένα μπουμπουκάκι κόκκινο-κόκκινο σαν τη φωτιά. Την άλλη μέρα τινάκτηκε άλλο και την παράλλη άλλο κι άλλο. Κι έγινε η γαρυφαλιά μας ολόπλουμη, λουλουδιασμένη, χαρά σου να τη θωρείς!
Η Καλομοίρα όλο χαρές κι όλο τραγούδια καθόταν στο παραθύρι της κι εκαμάρωνε τη γαρυφαλιά. Ένα πρωινό στο παραθύρι της κάθισε κι εκείνο το πουλάκι και την επερίπαιζε πάλι:
Καλομοίρα, καλομοίρα
τα καλά σου σού τα πήρα
Κακομοίρα, κακομοίρα
δούλεψε να βρεις τη μοίρα.
Της άρεσε το τραγούδι και το πουλάκι της τόλεγε ξανά και ξανά. Απ' τα πολλά που τ' άκουσε σκέφτηκε:
- Δίκιο έχει το πουλί, να κάμω και καμιά δουλειά. Μα τί να κάμω, τι να κάμω… Της ήρθε μια ιδέα.
- Να κόψω ένα γαρύφαλο, να κάμω φρουκαλίτσα.
Έκοψε λοιπόν ένα μεγάλο γαρύφαλο κι έφτιαξε μια φρουκαλίτσα, μια όμορφη μικρή σκούπα. Πρώτη φορά έγινε τέτοιου είδους σκούπα. Την εκοίταζε με καμάρι και σκεφτότανε. Τι να φρουκαλώ ... τι να φρουκαλώ...
- Να φρουκαλώ τη θάλασσα
να ρέσσουν τα καΐκια
Ενθουσιασμένη τότε με την ιδέα, έτρεξε στο γιαλό και έπιασε δουλειά. Μ' εκείνη την όμορφη φρουκαλίτσα εφρουκαλούσε τη θάλασσα.
Φρουκάλιζε, φρουκάλιζε, με κέφι με σπουδή. Με αγάπη για τη φρουκαλίτσα και για τη θάλασσα και για τα καΐκια. Κι ημέρευε η θάλασσα μ' εκείνη τη σκουπίτσα, μ' εκείνη την αγάπη της κοπέλας κι ερέσσαν τα καΐκια μια χαρά. Θάλασσα είναι όμως κι αναπαμό δεν έχει. Όσο την εφρουκάλιζε καλά, άμα σταματούσε, πολύ ταραχή, τρικυμία και τραμουντάνα. Κουράστηκε η Καλομοίρα κι απόκαμε μ' αυτή τη δουλειά. Έκατσε να ξεκουραστεί κάτω από ένα δέντρο με τη φρουκαλίτσα της αγκαλιά. Άκουσε πάλι το πουλάκι να κελαϊδεί και να την περιπαίζει:
- Καλομοίρα, καλομοίρα
τα καλά σου, σού τα πήρα
Κακομοίρα, κακομοίρα
γύρεψε να βρεις τη μοίρα.
Έλαχε τότε ν' αράξει ένα καράβι στο γιαλό. Σηκώθηκε η Καλομοίρα κι ερωτά τον Καπετάνιο:
- Πού πάτε καπετάνιο;
- Πάμε στους αγίους Τόπους να προσκυνήσουμε το Σταυρό. - Με παίρνετε κι εμένα;
- Άμα ξέρεις καμιά δουλειά να κάνεις σε παίρνουμε.
- Έχω μια φρουκαλίτσα κι άμα θέλετε να σας φρουκαλώ το καΐκι σας.
- Έλα κι εσύ με τη φρουκαλίτσα σου.
Έτσι, έφυγε η Καλομοίρα μ' εκείνο το καΐκι. 'Εμπα μέρα – έβγα μέρα, ουρανό και θάλασσα, ήρθε μια μέρα π' άραξε το καράβι σ' ένα λιμάνι.
- Πού ήρθαμε; ρωτά η κοπέλα .
- Στου βασιλιά την πόρτα, της λέγουν. Κι άρχισαν ένας – ένας να κατεβαίνουν απ' το καράβι και να μπαίνουν από μια ωραία πύλη σ' ένα κάστρο, ένα παλάτι.
Η κοπέλα κάθησε κι εχάζευε τ' ανάκτορο. Δεν είχε δει ποτέ ως τα τώρα τέτοιο κάλλος, τέτοια πολυτέλεια.
Οι τοίχοι και τα κεραμίδια του, οι πόρτες και τα παραθύρια του, οι πύργοι και τα μπαλκόνια του, οι γλάστρες με τα λουλούδια τους ένα θαύμα! Ένας μύθος!
Θαύμασε και ν' αποθαυμάσεις η κοπέλα, ενέβησαν μέσα οι προσκυνητές κι έκλεισε η μεγάλη εκείνη θύρα του κάστρου. Τι να κάμει και τι να γενεί τώρα. Απ' τη χαζομάρα και την παλαβομάρα της έμεινε έξω. Εκάθησε κι έκλαιγε, έκλαιγε απαρηγόρητη. Σε κάποια στιγμή άκουσε το γνωστό της πουλάκι. Εκαθόταν στο περιβάζι του παραθυριού κι ετραγουδούσε.
- Καλομοίρα, καλομοίρα
τα καλά σου, σού τα πήρα
Κακομοίρα, κακομοίρα
σήκω για να βρεις τη μοίρα.
Εσηκώθηκε τότε και τι να δει:
Ο βασιλιάς δεν ήτανε, μονάχα τρεις κοπέλες. Εκάθουνταν κι εκουβέντιαζαν συναμεταξύ τους μπροστά στα σπίτια του βασιλιά, ανάμεσα σε γλάστρες από λουλούδια.
- Πού πάεις, κορούδα μου, την ερωτούσαν, έτσι μοναχή σου;
-Έμεινα μόνη μου κι έρημη μεσ' στις στράτες.
- Έλα, άμα θέλεις μαζί μας.
- Έρχομαι. Και την επήραν στο σπίτι τους.
- Εμείς, της είπαν, δουλεύουμε, θα δουλεύεις κι εσύ;
- Θα δουλεύω, έχω μια φρουκαλίτσα να φρουκαλώ τα σπίτια σας. Έτσι κι έγινε, μπήκε στην υπηρεσία των τριών αδελφών.
Η μεγάλη αδελφή κεντούσε σ' ένα μεγάλο πανί τον ουρανό με τ' άστρα. Όταν το είδε η Καλομοίρα αποθαυμάστηκε.
- Θέλω κι εγώ να κεντήσω τον ουρανό.
- Θέλεις, αλλά πρέπει να γίνεις μαθήτρια για ένα χρόνο και μπορεί να μάθεις.
– Να γίνω.
 Κι έγινε μαθήτρια. Βοηθούσε και παρακολουθούσε την κεντήστρα κι ό,τι της έλεγε άκουγε. Της έλεγε ιστορίες κι όλου του κόσμου τις θεωρίες.
Τες νύχτες την έπαιρνε από το χέρι κι περιδιάβαιναν τον ουρανό. Έβλεπαν από κει πάνω τον περασμένο κόσμο και τον μελλούμενο. Έβλεπαν τον αγγελικό κόσμο, τον ουράνιο. Ολάκερος κόσμος ήταν εκεί και καλύτερος από τον κάτω. Της έλεγε η κεντήστρα πως τούτος ο κόσμος είναι ο αληθινός, ο κάτω είναι ψεύτης κι απατηλός.
Ο χρόνος πέρασε κι η Καλομοίρα πήγε στη δεύτερη αδελφή. Αυτή κεντούσε το φεγγάρι. Ένα όμορφο φεγγάρι! Πανσέληνο, με τα μάτια του και τα φρύδια του, τα μάγουλα και τα χείλια του. Να σου μιλήσει ήθελε.
Εθαύμασε η Καλομοίρα και της λέγει:
- Θα ήθελα κι εγώ να κεντήσω το φεγγάρι.
- Έ, να γίνεις μαθήτρια για ένα χρόνο και βλέπουμε. Μπορεί να μάθεις.
Έτσι έγινε και σ’ αυτήν μαθήτρια. Όλη την ημέρα κεντούσαν και για να περνά η ώρα ευχάριστα της έλεγε η κεντήτρια μύθους και παραμύθια και παραβολές. Τη νύχτα, όταν έβγαινε το φεγγάρι, παρατούσαν το κέντημα κι’ έβγαιναν στον περίπατο. Πότε στο δάσος και πότε στην ακροθαλασσιά. Στην ησυχία της νύχτας εθωρούσαν το φεγγάρι που καθρεφτιζότανε στις λίμνες κι ελουζόταν στες θάλασσες και που εκρυβότανε μεσ’ στ’ αγγαλιασμένα σύννεφα και μεσ’ στα σκοτεινά πηγάδια.
Πέρασε έτσι κι αυτός ο χρόνος και πήγε στην τρίτη αδελφή, τη μικρότερη. Αυτή κεντούσε ένα μαξιλάρι με πολύχρωμες κλωστές και ποικίλα σχέδια και πλουμίδια.
- Τι ωραίο μαξιλάρι! Θα με μάθεις κι εμένα να κεντάω μαξιλάρια;
- Θα σε μάθω, κάθισε κανένα χρόνο και μπορεί να μάθεις.
Εκάθησε λοιπόν η Καλομοίρα με τη μικρή αδελφή κι εκεντούσαν το μαξιλάρι. Καθώς κεντούσαν η κοπέλα έλεγε ποιήματα, ετραγουδούσε τραγούδια κι έψελνε προσευχές. Κάθε τόσο άφηναν το κέντημα κι έβγαιναν στον κήπο να σκαλίσουν τα λάχανα και τα μαρούλια, να μαζέψουν μπάμιες ή φασολάκι να μαγειρέψουν ή φρούτα για νάχουν στη φρουτιέρα για τους ξένους. Ακόμη να φέρουν νερό της πηγής με τη στάμνα να έχουν για τους περαστικούς.
Να μη τα πολυλογούμε, τέλειωσε κι ο τρίτος χρόνος κι η Καλομοίρα μας έμαθε και των τριών αδελφών τις δουλειές και τα εργόχειρα και τους τρόπους και τα μυστικά. Έμαθε ακόμη τες ιστορίες της πρώτης, τα παραμύθια της δεύτερης και τα τραγούδια της τρίτης.
Μια μέρα έλαχε να βρίσκεται στο σπίτι μόνη της και να κεντά το δικό της μαξιλάρι. Κτύπησε η πόρτα και σηκώθηκε ν’ ανοίξει. Έξω στεκόταν ένας όμορφος νέος ντυμένος με ωραία ρούχα. Εφαινόταν πολύ κουρασμένος και ζαλισμένος απ’ την οδοιπορία ίσως.
- Έλα μέσα, του λέγει η κοπέλα, έλα μέσα να ξεκουραστείς.
- Είμαι πολύ κουρασμένος. Αν έχεις λίγο τόπο να μείνω να ξαποστάσω.
- Έχω, έχω, έλα μέσα.
Εχάρηκε πολύ με τον αναπάντεχο εκλεκτό ξένο, δεν ήξερε τι να του πρωτοπροσφέρει.
- Θα ήθελες να ακούσεις μια αληθινή ιστορία; του λέει.
- Ευχαρίστως, είπε ο ξένος.
Κι άρχισε να του διηγείται ιστορίες κι απάνω στη διήγηση τον επήρε από το χέρι κι ανέβησαν στες φτερούγες του ανέμου και βρέθηκαν στον ουρανό. Είδε και εθαύμασε ο ξένος. Η Καλομοίρα χαρούμενη τον ερωτά:
- Τώρα ξεκουράστηκες, καλέ μου ξένε;
- Όχι, της λέει ο ξένος, δεν ξεκουράστηκα.
- Κάθησε τότε να σου πω ένα παραμύθι. Κι άρχισε να του διηγείται ένα παραμύθι.
Τον πήρε από το χέρι και περπάτησαν το βράδυ στα δάση και στις ακροθαλασσιές, στο φως του φεγγαριού. Είδε και μαγεύτηκε ο εκλεκτός ξένος.
Η κοπέλα χάρηκε και τον ερώτησε πάλι αν ξεκουράστηκε. Αυτός απάντησε πάλι:
- Όχι, αν και όλα αυτά είναι σπουδαία και ωραία, θαυμάσια και υπέροχα. - Έλα τότε, καλέ μου ξένε, να σου στρώσω τραπέζι, κάτι να φας.
Έφαγε ο ξένος κι ύστερα έγυρε σ’ ένα ντιβάνι να ξεκουραστεί. Τούβαλε μάλιστα για προσκέφαλο εκείνο το μαξιλάρι που κεντούσε η ίδια.
Κι είχε σ’ αυτό κεντήσει σχέδια ξώπρωτα, με λογής – λογής λουλούδια και πουλιά, τον ουρανό με τ’ άστρα του, τον ήλιο και το φεγγάρι, τα όρη με τα δέντρα τους, τη θάλασσα με τα ψάρια της και με τα κύματά της. Τούδωσε λοιπόν αυτό το μαξιλάρι κι εξάπλωσε ο ωραίος ξένος. Το ερώτησε τότε χαρούμενη:
- Και τώρα ξεκουράστηκες καλέ μου ξένε;
Μα δεν επήρε απάντηση, γιατί μόλις έγυρε ο βασιλιάς το κεφαλάκι του στ’ ωραίο μαξιλάρι αποκοιμήθηκε γλυκά. Η Καλομοίρα εχάρηκε τότε κι ευχαριστημένη σιγοτραγουδούσε κι έλεγε αυτό το τραγούδι:
Γαρυφαλιά μου πράσινη πότε θα κοκκινίσεις να κόψω ένα γαρύφαλλο να κάμω φρουκαλίτσα, να φρουκαλώ τη θάλασσα να ρέσσουν τα καΐκια. Ένα καΐκι πέρασε στου βασιλιά την πόρτα κι ο βασιλιάς δεν ήτανε μονάχα τρεις κοπέλες.
Η μια κεντούσε ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι
κι η τρίτη η μικρότερη κεντούσε μαξιλάρι να πέφτει πάνω ο βασιλιάς να του
περνά η ζάλη.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις