ΜΑΡΟΥΔΙΑ
.
Να είναι λοιπόν αυτή η ιερογράφος Μαρουδιά η ίδια με αυτή για την οποία ομιλούσαν οι γιαγιάδες μας; Ποιος ξέρει; Πάντως η Μαρού της Χρυσής και της Χαρικλούς απέθανε νέα. Ο λαός λυπήθηκε πολλά και όπως εσυνήθιζαν σε τέτοιες περιτπώσεις εσύνθεσαν ένα τραγούδι που μιλά κυρίως για την συντυχία της με το Χάροντα. Το μόνο και καλύτερο άλλωστε που μπορούσαν να κάνουν, για να κρατήσουν στη μνήμη του αιώνος τούτου τ’ όνομα της καλλιγράφου και περικαλλούς καλλιτέχνιδος. Αλλά και για να προκαλούν τους ακούοντες να λέγουν, ο Θεός μακαρίσοι την και εις τον μέλλοντα άληκτον αιώνα.
Έτσι η ιστορία της Μαρουδιάς συνεχίζεται δια στόματος γεροντισσών σε ποιητικό λόγο:
«Εξέβηκεν ο Χάροντας να πάει να γυρίσει είδεν τον η Μαρουδιά πα’ να τον ερωτήσει:
- Έκτισα εξήντα εκκλησιές κι εξήντα μοναστήρια κι έχω νερά τρεχούμενα στες στράτες στους διαβάτες και ιδέ τώρα που έπιασα μωρούδια κι αναγιώνω.
- Τα ψυχικά σου που ’καμες τα κρίματα νικούν τα. - Και πε μου, πε μου Χάροντα, τα κρίματά μου ιντά ’νι;.
- Τη μάνα σου ατίμασες, στον κύρη σου αντιστάθης, με το μεγάλο σου αδερφό έχεις μεγάλη μάχη. Παρακαλώ σε Μαρουδιά διακίνεψε το μαύρο.
- Δε μ’ έμαθεν η μάνα μου να διακινεύω μαύρους.
Παρά έμαθε με η μάνα μου τέχνες και προκοπάδες.
- Και πε μου, πε μου, Μαρουδιά, η προκοπή σου ίντα ’νι.
- Έμαθε χίλια το πλουμί και χίλια το χαλκούπι και άλλα χίλια έμαθα μαντήλια και πλουμίδια.
- Παρακαλώ σε Μαρουδιά πλούμισ’ μου ένα μαντίλι.
- Φέρε μετάξι και πανί κι εγώ πλουμίζω σου.
- Βάλε μετάξι και πανί κι εγώ πλερώνω σου, μόν’ πε μου, πε μου Μαρουδιά πότε να το γυρέψω;
- Να κάμει εξήντα Σάββατα κι εξήντα Κυριακάδες, να λειτουργήσουσι δεντρά να λειτουργήσουν κάμποι να βάλω τη γη με τα δέντρα τον ουρανό με τ’ άστρα, θάλασσα με τα ψάρια της και με τα κύματά της τότες τελειώνω το κι εγώ και να ’ρτεις να το πάρεις.
Δέκα μέρες δεν έκαμε κι ο Χάρος εκατέβη, έσεισε το γρυκέλλι της κι εσείστην η αυλή της, εσείστη και το σπίτι της, εσείστη κι η μονή της.
- Αν ειν’ διαβάτης να διαβεί, περάτης να περάσει, αν ειν’ κανείς προξενητής να πάει στ’ αδερφού μου.
- Δεν ειν’ διαβάτης να διαβεί, περάτης να περάσει, δεν ειν’ κανείς προξενητής να πάει στ’ αδερφού σου παρά ν’ ο πικροχάροντας κι ήρτεν, εις το μαντήλι.
Διπλό τραππίδιν έκαμε κι άνοιξεν του την πόρτα, χρυσή καρέκλα του ’δωσε κι έκατσε στον αέρα.
Μαντήλι ξεδιπλώνει το και φέρνει το κοντά του και ξαναξεδιπλώνει το πάνω στα γόνατά του.
Απού θωρεί ο Χάροντας επήρεν τον το κλάμα:
Θωρώ σε και λυπούμαι σε μα ίντα να σου ποιείσω, εν’ προσταγή που τον Θεόν πίσω να μη σ’ αφήσω. Παρακαλώ σε Χάροντα, χάρισ’ μου τριάντα μέρες να μάθω τες μαθήτριες τες ενενήντα πέντε.
Τριάντα μέρες μου ζήτησες, ας είναι τριάντα χρόνοι.
Φέρ’ μου κυρά – Μαρού το χέρι σου ν’ αποχαιρετιστούμε κι από τους τριάντα χρόνους το ατέν ε, πότε να βρεθούμε;
Κανένας δεν εβγάλει το, που την υποταγή της έδωκεν του το χέρι της κι επήρε την ψυχήν της».
Κι έτσι παρέδωσε το πνεύμα η δούλη του Θεού Μαρουδιά στα χέρια του ζώντος Θεού. Παρεδώθη στο θέλημά του αφού συνήψε σχέση και διεξήγαγε μάχη μετά του Χάροντα, ήγουν του θανάτου. ΄Εμπροσθεν αυτού, του μεγάλου γέροντος, εξομολογήθηκε κι ενουθετήθη. Επρόταξε ό,τι καλύτερο είχε, εμαρτύρησε τη ζωή, το κάλλος της ζωής κι επαρεδώθη.
Εξεδίπλωσε κατ’ αρχάς, μπροστά στο θάνατο, τους λογισμούς της, τα καλά της έργα. «Έκτισα εξήντα εκκλησιές κι εξήντα μοναστήρια κι έχω νερά τρεχούμενα στες στράτες, στους διαβάτες»… Εκκλησιές για τον Θεό και τους αγίους, μοναστήρια για τους αφοσιωμένους στον Θεό και βρύσες για τους οδοιπόρους διαβάτες, αναζητητές. «Κι ακόμη τώρα έπιασα μωρούδια κι αναγιώνω». Η περίθαλψη ορφανών παιδιών είναι σεβασμός και υπηρεσία της ζωής που ανθεί στα πρόσωπα των παιδιών. Ευλάβεια προς τον Θεό και κοινωνική προσφορά ήταν η ζωή της Μαρουδιάς.
Τι περισσότερο ημπορούσε να κάμει; Ο θάνατος όμως ξεγυμνώνει σκληρά τα πάντα, όσα έχονται κενοδοξίας. Τα κρυφά εμπαθή κρίματα νικούν τα εμφανή αγαθά κοινωνικά έργα. Οι προσωπικές σχέσεις με τους πολύ στενούς ανθρώπους σου δεν είναι τόσο καλές. Άρα βαδίζεις ακόμη στο εξωκεντρικό θέλημά σου, μάλιστα με αυτό τελείς όσα θαυμάσια. Κι όλ’ αυτά σε δικαιώνουν, σε θεοποιούν. Γι’ αυτό λήγει «ερούσι μοι, εν τω ονόματί σου επροφητεύσαμεν, δαιμόνια εξεβάλωμεν… ουκ οίδα ημάς». Στην ερώτηση «τις εστί μου πλησίον;» ο Χάροντας απαντά στη Μαρουδιά: ο αδελφός σου, ο πατέρας σου, η μάνα σου… Όλοι αυτοί που η ζωή σ’ έδεσε μαζί, τους ή η στιγμή σ’ έδεσε μαζί τους, όπως έδεσε τον Σαμαρείτη με τον εμπεσόντα στους ληστάς. Πλησίον δεν είναι αυτός που εσύ επιλέγεις.
Στην επιλογή σου δεν ανθεί ο έρως, φουντώνει ο εγωισμός και η πορνεία. Ο έρως βλαστάνει, ανθεί και καρποφορεί επάνω στο θάνατο του ιδίου θελήματος.
Γι’ αυτό ο θάνατος επισκέπτεται τη Μαρουδιά, την εξομολογεί, και την καθοδηγεί. Την προκαλεί να δώσει τον πραγματικό εαυτό της, να εκδηλώσει ό,τι ωραιότερο έχει, την αγάπη της για το κάλλος του κόσμου. Του κόσμου του Θεού. Κι απάνω εκεί στο κύκνιο άσμα την παίρνει από το χέρι για να την οδηγήσει εκεί ένθα το τρισάγιο άσμα των αγγέλων που δια κλωστής ιστορούσε δεν γνωρίζει τέλος.
Σχόλια