Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΜΑΡΟΥΔΙΑ



.

Έλεγαν οι γιαγιάδες μας, η Χρυσή και η Χαρίκλεια, πως έζησε κάποτε στον τόπο μας μια εξακουστή και σπουδαία κεντήτρα που την έλεγαν Μαρού ή Μαρουδιά. Ακόμη έλεγαν πως τα χωριά μας εφημίζοντο για τα χρυσοκέντητα ενδύματα και κεντήματα από τον καιρό των Φράγκων. Αυτή, λοιπόν, η Μαρουδιά ήταν, λέγουν, κυρά και κοκώνα, σπουδαία στους τρόπους και στο ήθος, ωραία στην όψη, λιγερόκρμη και σεμνή στο βάδισμα, έξυπνη στο μάτι και γλυκιά στο δειν, σοφή στους λόγους και μετρημένη στες συναναστροφές. Κυρίως, όμως, έκαμνε κάτι κεντήματα, πλουμίδια και υφάδια με σχέδια ξώπρωτα, υπερθαυμαστά που καμιά δεν ιστόρισε άλλη ποτέ. Πραγματικά, είδα κάποτε μιαν ιερατική στολή στην ιερά μονή της Παναγίας της Χρυσορρογιάτισσας πλουμισμένη από πάνω ως κάτω, που έμοιαζε έναστρος ουρανός του Αυγούστου. Ήταν κατάστικτη μ’ εξαπτέρυγα αγγελάκια σε φόντο ουρανί. Έγραφε κάτω – κάτω, στο κράσπεδο του φελονίου διά κλωστής: Χειρ Μαρουδιάς ΑΨΑ΄ (1701). Ένας ουρανός ιστοριμένος δια χειρός Μαρουδιάς. Νοητό στερέωμα μετά νοητού διακόσμου. Σου θυμίζει το λόγο του χρυσολόγου Ιωάννη: «άπας ο αήρ εμπέπλησται αγγέλων». Κι άμα αφεθείς εν προσευχή να κοιτάς, νιώθεις πως το μόνο που πραγατικά υπάρχει είναι αυτό: η αόρατη πραγματικότητα. Και το μόνο που πραμγατικά εκκωφαντικά ακούγεται με την υπέρ πάντα ήχον ωραιοτέραν, αήχον φωνήν είναι το: άγιος, άγιος, άγιος, εκ στόματος αγγέλων. Των αγγέλων που περιίπτανται του θρόνου του Παντοκράτωρος εν ουρανώ, αλλά και του θυσιαστηρίου της αναιμάκτου θυσίας που τελείται από τους πατέρες της εκκλησίας επί της γης.
Να είναι λοιπόν αυτή η ιερογράφος Μαρουδιά η ίδια με αυτή για την οποία ομιλούσαν οι γιαγιάδες μας; Ποιος ξέρει; Πάντως η Μαρού της Χρυσής και της Χαρικλούς απέθανε νέα. Ο λαός λυπήθηκε πολλά και όπως εσυνήθιζαν σε τέτοιες περιτπώσεις εσύνθεσαν ένα τραγούδι που μιλά κυρίως για την συντυχία της με το Χάροντα. Το μόνο και καλύτερο άλλωστε που μπορούσαν να κάνουν, για να κρατήσουν στη μνήμη του αιώνος τούτου τ’ όνομα της καλλιγράφου και περικαλλούς καλλιτέχνιδος. Αλλά και για να προκαλούν τους ακούοντες να λέγουν, ο Θεός μακαρίσοι την και εις τον μέλλοντα άληκτον αιώνα.
Έτσι η ιστορία της Μαρουδιάς συνεχίζεται δια στόματος γεροντισσών σε ποιητικό λόγο:
«Εξέβηκεν ο Χάροντας να πάει να γυρίσει είδεν τον η Μαρουδιά πα’ να τον ερωτήσει:
- Έκτισα εξήντα εκκλησιές κι εξήντα μοναστήρια κι έχω νερά τρεχούμενα στες στράτες στους διαβάτες και ιδέ τώρα που έπιασα μωρούδια κι αναγιώνω.
- Τα ψυχικά σου που ’καμες τα κρίματα νικούν τα. - Και πε μου, πε μου Χάροντα, τα κρίματά μου ιντά ’νι;.
- Τη μάνα σου ατίμασες, στον κύρη σου αντιστάθης, με το μεγάλο σου αδερφό έχεις μεγάλη μάχη. Παρακαλώ σε Μαρουδιά διακίνεψε το μαύρο.
- Δε μ’ έμαθεν η μάνα μου να διακινεύω μαύρους.
Παρά έμαθε με η μάνα μου τέχνες και προκοπάδες.
- Και πε μου, πε μου, Μαρουδιά, η προκοπή σου ίντα ’νι.
- Έμαθε χίλια το πλουμί και χίλια το χαλκούπι και άλλα χίλια έμαθα μαντήλια και πλουμίδια.
- Παρακαλώ σε Μαρουδιά πλούμισ’ μου ένα μαντίλι.
- Φέρε μετάξι και πανί κι εγώ πλουμίζω σου.
- Βάλε μετάξι και πανί κι εγώ πλερώνω σου, μόν’ πε μου, πε μου Μαρουδιά πότε να το γυρέψω;
- Να κάμει εξήντα Σάββατα κι εξήντα Κυριακάδες, να λειτουργήσουσι δεντρά να λειτουργήσουν κάμποι να βάλω τη γη με τα δέντρα τον ουρανό με τ’ άστρα, θάλασσα με τα ψάρια της και με τα κύματά της τότες τελειώνω το κι εγώ και να ’ρτεις να το πάρεις.
 Δέκα μέρες δεν έκαμε κι ο Χάρος εκατέβη, έσεισε το γρυκέλλι της κι εσείστην η αυλή της, εσείστη και το σπίτι της, εσείστη κι η μονή της.
- Αν ειν’ διαβάτης να διαβεί, περάτης να περάσει, αν ειν’ κανείς προξενητής να πάει στ’ αδερφού μου.
- Δεν ειν’ διαβάτης να διαβεί, περάτης να περάσει, δεν ειν’ κανείς προξενητής να πάει στ’ αδερφού σου παρά ν’ ο πικροχάροντας κι ήρτεν, εις το μαντήλι.
Διπλό τραππίδιν έκαμε κι άνοιξεν του την πόρτα, χρυσή καρέκλα του ’δωσε κι έκατσε στον αέρα.
Μαντήλι ξεδιπλώνει το και φέρνει το κοντά του και ξαναξεδιπλώνει το πάνω στα γόνατά του.
Απού θωρεί ο Χάροντας επήρεν τον το κλάμα:
Θωρώ σε και λυπούμαι σε μα ίντα να σου ποιείσω, εν’ προσταγή που τον Θεόν πίσω να μη σ’ αφήσω. Παρακαλώ σε Χάροντα, χάρισ’ μου τριάντα μέρες να μάθω τες μαθήτριες τες ενενήντα πέντε.
Τριάντα μέρες μου ζήτησες, ας είναι τριάντα χρόνοι.
Φέρ’ μου κυρά – Μαρού το χέρι σου ν’ αποχαιρετιστούμε κι από τους τριάντα χρόνους το ατέν ε, πότε να βρεθούμε;
Κανένας δεν εβγάλει το, που την υποταγή της έδωκεν του το χέρι της κι επήρε την ψυχήν της».
Κι έτσι παρέδωσε το πνεύμα η δούλη του Θεού Μαρουδιά στα χέρια του ζώντος Θεού. Παρεδώθη στο θέλημά του αφού συνήψε σχέση και διεξήγαγε μάχη μετά του Χάροντα, ήγουν του θανάτου. ΄Εμπροσθεν αυτού, του μεγάλου γέροντος, εξομολογήθηκε κι ενουθετήθη. Επρόταξε ό,τι καλύτερο είχε, εμαρτύρησε τη ζωή, το κάλλος της ζωής κι επαρεδώθη.
Εξεδίπλωσε κατ’ αρχάς, μπροστά στο θάνατο, τους λογισμούς της, τα καλά της έργα. «Έκτισα εξήντα εκκλησιές κι εξήντα μοναστήρια κι έχω νερά τρεχούμενα στες στράτες, στους διαβάτες»… Εκκλησιές για τον Θεό και τους αγίους, μοναστήρια για τους αφοσιωμένους στον Θεό και βρύσες για τους οδοιπόρους διαβάτες, αναζητητές. «Κι ακόμη τώρα έπιασα μωρούδια κι αναγιώνω». Η περίθαλψη ορφανών παιδιών είναι σεβασμός και υπηρεσία της ζωής που ανθεί στα πρόσωπα των παιδιών. Ευλάβεια προς τον Θεό και κοινωνική προσφορά ήταν η ζωή της Μαρουδιάς.
Τι περισσότερο ημπορούσε να κάμει; Ο θάνατος όμως ξεγυμνώνει σκληρά τα πάντα, όσα έχονται κενοδοξίας. Τα κρυφά εμπαθή κρίματα νικούν τα εμφανή αγαθά κοινωνικά έργα. Οι προσωπικές σχέσεις με τους πολύ στενούς ανθρώπους σου δεν είναι τόσο καλές. Άρα βαδίζεις ακόμη στο εξωκεντρικό θέλημά σου, μάλιστα με αυτό τελείς όσα θαυμάσια. Κι όλ’ αυτά σε δικαιώνουν, σε θεοποιούν. Γι’ αυτό λήγει «ερούσι μοι, εν τω ονόματί σου επροφητεύσαμεν, δαιμόνια εξεβάλωμεν… ουκ οίδα ημάς». Στην ερώτηση «τις εστί μου πλησίον;» ο Χάροντας απαντά στη Μαρουδιά: ο αδελφός σου, ο πατέρας σου, η μάνα σου… Όλοι αυτοί που η ζωή σ’ έδεσε μαζί, τους ή η στιγμή σ’ έδεσε μαζί τους, όπως έδεσε τον Σαμαρείτη με τον εμπεσόντα στους ληστάς. Πλησίον δεν είναι αυτός που εσύ επιλέγεις.
Στην επιλογή σου δεν ανθεί ο έρως, φουντώνει ο εγωισμός και η πορνεία. Ο έρως βλαστάνει, ανθεί και καρποφορεί επάνω στο θάνατο του ιδίου θελήματος.
Γι’ αυτό ο θάνατος επισκέπτεται τη Μαρουδιά, την εξομολογεί, και την καθοδηγεί. Την προκαλεί να δώσει τον πραγματικό εαυτό της, να εκδηλώσει ό,τι ωραιότερο έχει, την αγάπη της για το κάλλος του κόσμου. Του κόσμου του Θεού. Κι απάνω εκεί στο κύκνιο άσμα την παίρνει από το χέρι για να την οδηγήσει εκεί ένθα το τρισάγιο άσμα των αγγέλων που δια κλωστής ιστορούσε δεν γνωρίζει τέλος.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα εγγόνια του «διαβόλου»

Τα εγγόνια του «διαβόλου» . «Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι», συνηθίζει να λέει ο λαός, περιγελώντας και κοροϊδεύοντας τα καμώματα των ανθρώπων, που ζουν δίπλα στο ιερατείο. Είναι γεγονός και συχνό φαινόμενο, τα παπαδοπαίδια μη αντέχοντας την καταπίεση από την αναγκαστική συμμετοχή στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, να οδηγούνται σε μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις. Η βίωση της καθημερινότητας με τα προβλήματα και τις παραξενιές της, οδηγεί σε απομυθοποίηση του ιερατείου. Το παιδί ξέρει πρώτα τον πατέρα του, που μπορεί να παίζει και να γελά και μετά τον παπά, που διδάσκει. Ακόμη οι άνθρωποι που ζουν δίπλα στο ιερατείο, αναγκαστικά δακτυλοδείχνονται ως κομμάτι του «εκλεκτού» και περικλείονται σε τείχη καθωσπρεπισμού. Τα δεδομένα γίνονται τραγικά όταν η απομυθοποίηση του ιερατείου, συνοδεύεται και από αμφισβήτηση της αξίας του. Ωστόσο, το κριτήριο αυτό είναι πολύ σχετικό αφού ακόμη και αποδεδειγμένα άγιες οικογένειες, όπως του Μεγάλου Βασιλείου, είχαν στους κόλπους τους παιδιά που κάθε άλλο π...

Ο «γουμάς» της Λύσης

. "Νάτουν η Σκάλα μάλι σου, τζαι να μου τη χαρίσης, εν την αλλάσω φίλε μου με ένα γουμάν της Λύσης", τραγουδά ο λαικός ποιητής Παύλος Λιασίδης, και οι αλλόθρησκοι αττίλες βάλθηκαν να κάνουν το "καμάρι της μεσαρκάς" κατά τον άλλο λαϊκό ποιητή της Λύσης Γιακουμή Ατσίκκο, από χώρο μεγαλοπρέπειας, ομορφιάς και λαμπρότητας σε πραγματικό χώρο κατοικίας άλογων ζώων.... Τα χρόνια πέρασαν και η εξιδανίκευση του χαμένου τόπου ήλθε και ο μύθος κάλυψε την πραγματικότητα. Η Λύση 25 χρόνια μετά, έγινε διεθνώς γνωστή για τις κλεμμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, ενώ και οι άνθρωποι της, διασκορπισμένοι σΆ όλη την Κύπρο, παινεύονται για την καταγωγή και τα χαμένα μεγαλεία της Λύσης? Η προσπάθεια να αγγίξω το φαινόμενο «Λυσιώτες» είναι σίγουρα υποκειμενική, αλλά ίσως θα πρέπει κάποτε να περάσουμε από τον «όμορφο μύθο της τελειότητας», στην κοινωνική ανάλυση και τη αντικειμενική μελέτη? αν βεβαίως θέλουμε να μην χαθούμε από την κούραση των αντικατοχικών και μά...

«Αν ήταν η αζούλα πούζα» θα είχαμε και ουράνιο

➧ «Αν ήταν η αζούλα πούζα, ήταν να πουζιάσει ούλος ο κόσμος» δηλαδή αν η ζήλια ήταν κήλη, θα ήταν άρρω- στος όλος ο κόσμος. Η κυπριακή παροιμία ακολουθεί και τους σημερινούς Κύπριους και η κακή ζήλια φαί- νεται ότι κατατρύχει κάθε προσπάθεια, για να γίνει κάτι καλό σε αυτό τον τόπο. Αποσβολωμένοι οι τηλε- θεατές είδαν τον πρόεδρος του ΕΤΕΚ, τον σοβαρό Στέλιο Αχνιώτη, να ζητά εξηγήσεις από τον Νεοκλή Συλικιώτη, για δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία το αμερικανικό ωκεανογραφικό σκάφος Ναυτίλος, α- ναζητά ουράνιο στην περιοχή της υποθαλάσσιας ορο- σειράς Ερατοσθένης, εξήντα ναυτικά μίλια δυτικά της Πάφου. Ο υπουργός Εμπορίου χαμογελώντας εξέ- φρασε άγνοια, ενώ πιο παραστατικός και με πλατύτε- ρο χαμόγελο ήταν και την επομένη ο υπουργός Συ- γκοινωνιών, Ευθύμιος Φλουρέντζου. Καλά εκεί στο ΕΤΕΚ δεν ρωτούν –σε επιστημονικό επίπεδο– πριν να εκτεθούν δημοσίως; Είναι δικαιολογία ότι ρωτούσε ο πρόεδρος του ΕΤΕΚ ως απλός πολίτης αυτού του τό- που. Δεν θα ήταν καλύτερα το ΕΤΕΚ να ζητήσει από τους ε...