Η ιστορία του κουκκουφκιάου


  Mιαφ φοράν ένασ σιελιόνιν έκατσεμ πα’ σ’ έναδ δεντρόν. Mέσ’ στηγ κουφάλλαν του δεντρού είεν έναγ κουκκουφκιάον.
 - Είντα ’μ’ που κάμνεις δα μέσα; λαλεί του το σιελιόνιν.
 - Έν η φουλιά μου τούτη, λαλεί ο κουκκουφκιάος.
  Λαλεί του το σιελιόνιν:
 - Nάρτης μιτά μου μιαν ημέραν να σε πάρω να δεις κόσμον.
 - Όι, λαλεί του ο κουκκουφκιάος, γιατί εβ βαστάχνω τα παράξενα.

 - Nα χωρής τζιαι να μελ λαλής τίποτε, λαλεί του το σιελιόνιν.
 - Αφού ’σαι φίλος, να ‘ρτω. Nα πετάς ομπρός εσού τζιαι ταπισόν εγιώ.
 Επήαν τζι’ εμπέηκαν μεσ’ στο παλάτιν του βασιλέα. Ο
 κουκκουφκιάος έκατσεμ πα’ στην τσιμινιάν τζιαι το σιελιόνιν επέταν μέσ’ στο σπίτιν. Σαν ήτουμ μέσ’ στο παλάτιν, ήρτεν έναγ κοπέλλιν να πκιάη άξαμον να κάμη παπούτσια της κόρης του βασιλέα. Aντί να πκιάη άξαμον όμως, ετσίμπαν τηγ κοπέλλαμ πα’ στες ζάμπες. Ο κουκκουφκιάος εν εβάσταξεν τζι’ εμούνταρεμ πα’ στο κοπέλλιν τζι’ εγαιμάτωσέν το με τα νύσια του, τζι’ ύστερις επήεσ στηφ φουλιάν του.

 Το σιελιόνιν, την άλλην ημέραν, επήεμ πάλε στηφ φουλιάν του φίλου του.

 Λαλεί του ο κουκκουφκιάος:
 - Έσ σου ’πα εβ βαστάχνω τα παράξενα; Ε καλό, ήρτεν να πκιάη άξαμον τζιαι να τσιμπά τες ζάμπες της κοπέλλας! Εμούνταρα όμως τζι’ εγιώ τζι’ έσσιησά τον.
 - Έσ σου ’πα να χωρής τζιαι να μελ λαλής τίποτε; λαλεί του το σιελιόνιν. Εγιώ εχώρουν τζι’ εν είπα τίποτε. Άησ’ τους να κάμουν τηδ δουλειάν τους τζι’ εμείς τηδ δουλειάμ μας.
 (Αφήγηση της Mαριούς, από την Κώμα Γιαλού, 55 χρόνων (1974) και απόφοιτης Δημοτικού Σχολείου).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις