Ζωή που δεν μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη


.
Ζωή που δεν μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη
.

Νύκτα με πανσέληνο, στη μαγική κοιλάδα της Γαλάτας, με τη θεϊκή φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Όλα κουβαλούσαν ένα μυστήριο στη συναυλία που διοργάνωσε η Μητρόπολη Μόρφου. Στην εξέδρα η παιδική παραδοσιακή χορωδία έδεσε αρμονικότατα με τους σπουδαίους μουσικούς και τη ξακουστή τραγουδίστρια. Χωρίς υπερβολές και φανφάρες, χωρίς ροπαλοφόρους φρουρούς και θρόνους. Όλα έγιναν με πολύ ταπείνωση, με πολύ μεράκι και με ελάχιστα χρήματα. Η Ελευθερία τραγουδούσε για μια εικόνα του Αγίου Μάμα, ένα τραπέζι και τις ευλογίες του Δεσπότη. Κατά τα άλλα δεν πήρε μία. Οι μεγάλοι σπόνσορες έλειπαν και το βάρος για τις απαραίτητες τεχνικές διευκολύνσεις ανέλαβαν οι μικροί της περιοχής, που δεν φοβούνται τους λεγόμενους μεγάλους.

Είναι στιγμές που διερωτάσαι τι είναι τελικά η Ορθοδοξία, τι είναι ο πολιτισμός και τι ο άνθρωπος. Τελικά όλα είναι πολύ απλά και κινούνται γύρω από την αγάπη, το φιλότιμο και το Θεό. Ο Μητροπολίτης, οι παπάδες και χιλιάδες άνθρωποι αναμείχθηκαν και ανάχθηκαν σε άλλες σφαίρες. Σπουδαίοι και άσημοι, γνωστοί και άγνωστοι, χάρηκαν μαζί. Μοιράστηκαν την ομορφιά του χώρου και του τρόπου των τραγουδιών, βίωσαν ένα αλλιώτικο γεγονός που ενέπνεε ελευθερία και αγάπη, που απεικόνιζε τον Αναστάντα Χριστό.

Μετά το πέρας της συναυλίας, ο Μητροπολίτης Νεόφυτος, ανέβηκε στο βήμα για να «πληρώσει» την τραγουδίστρια αλλά και να υποδείξει το θεολογικό στίχο του Σταμάτη Σπανουδάκη, ο οποίος λέει ότι «ζωή που δεν μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη». Ο άνθρωπος γεννήθηκε για να αγαπά και αλίμονο στον άνθρωπο που δεν αγάπησε πολύ, γιατί δεν θα του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Ο παράδεισος γεννιέται στο πρόσωπο του άλλου, όπως η κόλαση βιώνεται στην απόρριψη του διπλανού. Ο ακατάληπτος Τριαδικός Θεός, φανερώνεται στον άνθρωπο με την έννοια του Λόγου, δηλαδή της τέλειας συνεργασίας μυαλού, φωνητικών χορδών και αέρα, η οποία παράγει την ομιλία.

Ο πολιτισμός είναι σκαλοπάτι για το Θεό, φτάνει να εκπέμπει τις αγαθές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης και όχι να αποτυπώνει τα χαμηλά ένστικτα της μοναξιάς. Ο πολιτισμός ξεκινά από τα μικρά και καθημερινά και φθάνει στα πολύπλοκα και δύσκολα που έχουν να κάνουν με τις λεγόμενες τέχνες, όπως η μουσική, η ζωγραφική, ο κινηματογράφος κλπ. Ο πολιτισμός ξεκινά στον τρόπο που τρώει κανείς, από τη μέθοδο που εργάζεται και φθάνει μέχρι και το ύφος με το οποίο συνομιλεί. Ο Θεός τα δημιούργησε όλα καλά λίαν και αν άνθρωπος μπορέσει να κινείται σε όλα τα επίπεδα, με λίαν καλό τρόπο, τότε μπορεί να χαίρεται την λίαν καλή δημιουργία. Καλό είναι το φαγητό, καλός και ο έρωτας, καλή και η διασκέδαση, καλή η προσευχή, καλή η μυστηριακή ζωή καλή, αλλά καλύτερη από όλα είναι η επικοινωνία με το Θεό, με όποιον τρόπο και αν γίνεται.


Η τελειότης είναι δαιμονιώδης, έλεγαν οι Βυζαντινοί, οι οποίοι άφηναν στο Θεό το τέλειο και διάλεγαν το περίπου, το οποίο είναι συνώνυμο με το ανθρώπινο. Σημασία εξάλλου έχει η πάλη για προσέγγιση στον τέλειο Θεό και όχι η πλανεμένη εντύπωση της ταύτισης με το θείο. Κανένας δεν είναι άγιος πριν κλείσει για πάντα τα μάτια και κανένας δεν είναι άτρωτος από τα βέλη του πονηρού, πριν αναχωρήσει για την αιώνια ζωή.


Η συναυλία της Γαλάτας, περιελάμβανε και τις ανθρώπινες μικρότητες, οι οποίες επικεντρώθηκαν κυρίως στην οργάνωση του χώρου. Ήταν η εξαίρεση του κανόνα, ενώ συνέβαλαν και στην προσγείωση στην καθημερινότητα. Κάποιες «έξυπνες» κυρίες με πολύ πονηριά, καταλάμβαναν τις καρέκλες με τις ταπελίτσες για τους λεγόμενους επισήμους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει όχι τόσο το γεγονός, όσο ο τρόπος με την οποία καταλάμβαναν τα τρόπαια τους. Στην αρχή κάθονταν δήθεν κατά λάθος, στη συνέχεια αποκολλούσαν τα ονόματα, ενώ στη συνέχεια προχωρούσαν από καρέκλα σε καρέκλα, μέχρι να φθάσουν στις κοντινότερες στην σκηνή. Όλα βεβαίως συνοδεύονταν και με τα απαραίτητα σχόλια, τα οποία ξεκινήσουν από το αθώο, αν έλθουν θα σηκωθούμε, συνεχίζονταν με το «αυτοί είναι καλύτερα από εμάς» ενώ κάποτε κατέληγαν σε προσβλητικά λόγια και υπονοούμενα. Με πολύ αυτοσυγκράτηση και σωφροσύνη, οι οργανωτές, μετέφεραν καρέκλες δημιουργώντας νέες σειρές για τους ανθρώπους που προσκάλεσαν. Υπήρχαν και οι πιο ειλικρινείς οι οποίοι άρπαζαν τις καρέκλες, χωρίς να ρωτήσουν κανένας και τις μετέφεραν πιο πίσω από καθόταν η παρέα.

Κατά τα άλλα οι στιγμούλες ήταν μοναδικές και πρόσφεραν μια ανάσα δροσιάς στα βάσανα του βίου. Η μιζέρια της επίδειξης έλειπε και η ζεστασιά της επικοινωνίας βασίλευαν. Τελικά δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος για να μπορέσει να φωνάξει δυνατά, δυνατά όλα τα αδύνατα είναι δυνατά σ΄ αυτή τη ζωή.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις