Ο παράδεισος και η κόλαση της τηλεόρασης
Η ΚΑΛΗ, Η ΚΑΚΗ ΚΑΙ Η ΑΣΧΗΜΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Ο παράδεισος και η κόλαση της τηλεόρασης
.
Με βάση αυτή τη ρήση, πολλοί λεγόμενοι θρήσκοι, συνήθως εξορίζουν την τηλεόραση και μένουν μόνοι τους στο σπίτι, αναζητώντας τρόπους για να σκοτώσουν συνήθως την πλήξη τους. Η άλλη λύση της ψυχικής επικοινωνίας και της ανάγνωσης βιβλίων, μάλλον, ανάγεται στη σφαίρα του ουτοπικού.
Κόλαση και παράδεισος
Τι είναι η κόλαση και τι ο παράδεισος, τι είναι ο Θεός και τι ο διάβολος, τι είναι η ζωή και τι ο θάνατος;
Η μόνη περιγραφή της κόλασης που έχουμε, βρίσκεται στο γεροντικό και στο θαύμα του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, ο οποίος ρώτησε κάποτε ένα κρανίο ενός ειδωλολάτρη που συνάντησε στην έρημο, πώς είναι η ζωή στον άλλο κόσμο.
Βγήκε φωνή με θαυμαστό τρόπο από το κρανίο, η οποία του είπε. Εμείς οι κολασμένοι είμαστε δεμένοι ο ένας στην πλάτη του άλλου και δεν μπορούμε να δούμε το πρόσωπο του άλλου. Από μακριά βλέπουμε τους δίκαιους, οι οποίοι βλέπουν τον Θεό, αλλά και τους άλλους και αγάλλονται.
Το μυστικό, λοιπόν, του παραδείσου και της κόλασης βρίσκεται στη λέξη επικοινωνία, δηλαδή στην κοινωνία προσώπων.
Αν προσπαθήσουμε να αντιπαραβάλουμε τη συγκεκριμένη εικόνα με την εικόνα της τηλεόρασης, θα βρούμε πολλές ομοιότητες.
Φανταστείτε τι συμβαίνει σε ένα σπίτι ένα βράδυ. Στην καλύτερη περίπτωση, κάθεται όλη η οικογένεια γύρω από μία τηλεόραση και παρακολουθεί ή ειδήσεις ή ένα έργο. Πολλές φορές, τα μέλη της οικογένειας κάθονται σε διαφορετικά δωμάτια, για να παρακολουθήσουν το έργο που επιθυμούν.
Αποτέλεσμα ποιο είναι; Ο ένας να είναι δίπλα στον άλλο, ο ένας να είναι δεμένος με τον άλλο, αλλά το πρόσωπο του άλλου, σπάνια το βλέπει. Αν τυχόν και θελήσει ένας να μιλήσει στον άλλο, συχνά - πυκνά θα ακούσει το περίφημο «σσσσ, γιατί ενοχλείς...»
Οικογένειες ολόκληρες, για εβδομάδες, για μήνες, για χρόνια, δεν ανταλλάζουν άλλη λέξη από το τι θα δούμε απόψε στην τηλεόραση και το τι θα φάμε. Στη λογική αυτή εντάχθηκε και το φαΐ της τηλεόρασης, το οποίο, κατά κανόνα, τρώγεται μπροστά στους δέκτες, βλάπτοντας και την υγεία του σώματος. Οι Αμερικανοί πρώτοι ανακάλυψαν το φαί της τηλεόρασης, το οποίο έρχεται με τη διανομή στο σπίτι. Ακόμη έβαλαν και το πρόγραμμα με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση, τις ειδήσεις, την ώρα του φαγητού, δηλαδή γύρω στις επτά.
Εικόνα της κοινωνίας
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη είπε κάποτε το περίφημο ότι «κοινωνία, εικόνα σου είμαι και σου μοιάζω».
Και η τηλεόραση είναι εικόνα της κοινωνίας, η οποία αναδεικνύει όχι μόνο τα φανερά της κοινωνίας, αλλά και τα μυστικά της.
Όσοι ασχολούνται με τα κοινά, συχνά - πυκνά λένε ότι οι βουλευτές, αντιπροσωπεύουν πραγματικά ό,τι έχει η κοινωνία, ενώ γενικεύοντας το θέμα, μπορούμε να πούμε απλά ότι κάθε λαός έχει την εξουσία που του αξίζει, την εξουσία που θέλει ο λαός.
Η τηλεόραση ως μορφή εξουσίας, η τέταρτη όπως αρέσκονται πολλοί να την ονομάζουν, αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνίας μέσα στην οποία εκπέμπει.
Σ’ όλες τις δημοκρατικές ελεύθερες χώρες, τα δελτία ειδήσεων ασχολούνται κατά 95% με θέματα από την τοπική επικαιρότητα. Αυτό οφείλεται όχι κατ’ ανάγκη στις επιλογές των ανθρώπων της τηλεόρασης, αλλά στις επιλογές των τηλεθεατών, οι οποίοι μέσω των μηχανών μέτρησης της τηλεθέασης επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές των ανθρώπων της τηλεόρασης. Όπως, εξάλλου, γίνεται και με τις εκλογές.
Κάποτε πριν την έλευση της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, πολλοί ήταν αυτοί που έλεγαν ότι θα διαλυθεί η κυπριακή τηλεόραση, ότι θα σταματήσουν οι τοπικές παραγωγές και όλοι οι άνθρωποι της τηλεόρασης θα έμεναν χωρίς δουλειά. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά, αφού οι τοπικές παραγωγές καταλαμβάνουν μεγάλα νούμερα τηλεθέασης, ενώ οι ελληνικές σειρές, οι οποίες είναι πολύ καλύτερες σε περιεχόμενο σεναρίου και εκτέλεσης, σιγά - σιγά περνούν στο περιθώριο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις τοπικές κοινωνίες της Κύπρου, όπου σε μεγαλύτερο βαθμό η απομακρυσμένη Πάφος έχει δύο πολύ πετυχημένους σε επίπεδο ακροαματικότητας, άρα και οικονομικό, τηλεοπτικούς σταθμούς, ενώ τα δεδομένα, όσο κανείς πλησιάζει προς την πρωτεύουσα, μειώνονται, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.
Τα ίδια φαινόμενα ισχύουν και στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε μία μεγάλη μόδα στην Ευρώπη με τη δημιουργία ερασιτεχνικών σταθμών, οι οποίοι κλέβουν μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης. Και όλα αυτά, την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ενοποίησης του πλανήτη μας. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί απλά ο άνθρωπος θέλει να ξέρει τι συμβαίνει με τον διπλανό του και όχι τι γίνεται στην άλλη άκρη του κόσμου. Θέλει να ξέρει για τους δικούς του και όχι τους ξένους. Ο διπλανός αποτελεί τον παράδεισο, αλλά και την κόλαση, λέει ο λαός, και δεν έχει και τόσο άδικο. Η επικοινωνία και πάλι αποτελεί την αρχή και το τέλος.
Η αδυναμία της τηλεόρασης
Σύμφωνα με τις στατιστικές, από τα 20-25 θέματα που έχει ένα τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων μισής ώρας, ο θεατής λίγο μετά το τέλος του δελτίου μπορεί να θυμηθεί την υπόθεση μόνο για ενάμιση ρεπορτάζ, ενώ μπορεί να απαριθμήσει 5-6 θέματα από το δελτίο. Όλα τα άλλα πάνε στον αέρα και χάνονται. Μαζί, βεβαίως, πηγαίνει στον αέρα και η προβολή της βίας, της μεγαλύτερης ποσότητας βίας που δείχνει η τηλεόραση. Και διερωτάσαι, πού πηγαίνουν οι κόποι μιας ολόκληρης ημέρας, ο μόχθος και τα ξενύκτια δεκάδων ανθρώπων και γιατί εταιρείες πληρώνουν δεκάδες χιλιάδες λίρες για να έχουν τηλεοπτικό χρόνο εντός των δελτίων ειδήσεων.
Η απάντηση έχει δύο σκέλη. Η πρώτη σχετίζεται με τον σχεδιασμό και την υποταγή των ειδήσεων στους κανόνες τις διαφήμισης. Δηλαδή, μία είδηση θα πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά μίας διαφήμισης. Μικρή διάρκεια, γύρω στο ένα λεπτό, να περιέχει λίγα λόγια και πολλές δηλώσεις και να περιλαμβάνει εντυπωσιακές ατάκες.
Αυτό είναι αποτέλεσμα της υποταγής του δελτίου ειδήσεων στις μετρήσεις ακροαματικότητας. Δηλαδή, πρέπει οι απρόσωπες χιλιάδες θεατών, που κρατούν αυτό το μαγικό κουτάκι, το τηλεχειριστήριο, να αναγκαστούν να μην κάνουν ζάπινγκ, γιατί αν τους χάσεις, τότε πραγματικά αυτά που ετοίμασες όλη μέρα, πάνε κυριολεκτικά στον αέρα, ενώ μένουν και τα ταμεία άδεια. Η δεύτερη απάντηση αφορά τους διαφημιστές, αλλά και τους πολιτικούς, όλους αυτούς που θέλουν να πουλήσουν είτε την πραμάτεια τους, είτε την εικόνα τους, οι οποίοι ιδίως τώρα που πλησιάζουν οι εκλογές, κάνουν μάχη για να μπουν στην τηλεόραση, έστω και για μερικά δευτερόλεπτα.
Όταν κάνουμε ένα γκάλοπ και ρωτήσουμε αν επηρεάζεται ο κόσμος από αυτά που λένε οι πολιτικοί στην τηλεόραση ή από αυτά που προβάλλουν οι διαφημίσεις, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι θα απαντήσουν αρνητικά.
Ωστόσο, η πρακτική δεικνύει ότι όταν ο καταναλωτής πάει στο σούπερ μάρκετ, αγοράζει αυτά που βλέπει και ακούει στην τηλεόραση, έστω και αν γνωρίζει ότι το εξίσου καλό διπλανό προϊόν είναι πιο φθηνό.
Οι επιθυμίες, το υποσυνείδητο, η μνήμη, οδηγούν το χέρι να επιλέξει το συγκεκριμένο προϊόν που είδε στην τηλεόραση.
Το ίδιο ισχύει και με τους πολιτικούς, που πωλούν τις ιδέες ή την εμφάνισή τους στους πολίτες.
Κάποτε ένας βουλευτής έκανε μία πύρινη ομιλία, η οποία διήρκεσε μιάμιση ώρα, την οποία φυσικά άκουαν μερικοί δημοσιογράφοι και μερικοί βουλευτές, που προσπαθούσαν να μην κοιμηθούν. Την επομένη, όταν ρώτησαν τον εν λόγω βουλευτή γιατί έκανε αυτή την ομιλία, αφού κανείς, στην ουσία, δεν την άκουσε, απάντησε απλά ότι θα ακούσουν μερικά δευτερόλεπτα οι ψηφοφόροι από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση και αυτό μου αρκεί. Όταν θα πάω την επομένη στο καφενείο, θα μου πουν αμέσως όλοι ότι σε είδαμε στην τηλεόραση και σε ακούσαμε στο ραδιόφωνο.
Άρα, από όλα αυτά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η τηλεόραση κτυπά όχι απευθείας στο συνειδητό, αλλά επηρεάζει κυρίως το υποσυνείδητο.
Εμπόριο και τηλεόραση
Στην Ελλάδα γίνεται μεγάλη συζήτηση για τα λεγόμενα διαπλεκόμενα συμφέροντα, δηλαδή για το φαινόμενο, ιδιοκτήτες τηλεοράσεων να είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτες μεγάλων εργοληπτικών εταιρειών, οι οποίες εξασφαλίζουν έργα από το δημόσιο. Δηλαδή, η τηλεόραση ως επιχείρηση, που κατά κανόνα δεικνύει παθητικά οικονομικά νούμερα, φέρνει μεγάλο πλούτο από την πίσω πόρτα για τους ιδιοκτήτες της. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ στην Κύπρο και οι φωνές ότι καναλάρχες ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις, δεν είναι λίγες ή ότι επηρεάζουν τις αποφάσεις πολλών κυβερνητικών αποφάσεων, είναι πολλές.
Φυσικά, όλη αυτή την υπόθεση, οι πρώτοι που την πληρώνουν είναι οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι αν δεν πηγαίνουν με τα βήματα του καναλάρχη, ή θα παραγνωριστούν ή θα εκδιωχθούν. Η επιλογή των δημοσιογράφων της τηλεόρασης, δεν γίνεται συνήθως με την αξία των ανθρώπων, αλλά με τα πιστεύω τους, εκτός βεβαίως από μερικές εξαιρέσεις, έτσι για να κλείνουν τα στόματα.
Ο έλεγχος πάνω στα μέσα δεν είναι μονόδρομος, αλλά είναι αμφίδρομος, αφού οι εκάστοτε κυβερνώντες επιχειρούν να ελέγχουν τα Μέσα Ενημέρωσης και διά μέσου τους να ελέγχουν και χειραγωγούν την κοινή γνώμη.
Αυτό το πετυχαίνουν με τον ασφυκτικό έλεγχο των πηγών πληροφόρησης, όπου απαγορεύεται με αυστηρότητα η ενημέρωση των δημοσιογράφων από λειτουργούς του δημοσίου, με τη δημιουργία γραφείων Τύπου, όπου οι ειδήσεις φιλτράρονται με τη σύσταση πρακτορείων ειδήσεων και με ένα σωρό άλλους τρόπους.
Έτσι ηγέτες όπως ο Μιλόσεβιτς, ο Κάρατζις, ο Σαντάμ Χουσέιν, ο Γιάσερ Αράφατ και τόσοι άλλοι, εν μιά νυκτί από διάβολοι γίνονται άγγελοι και από άγγελοι διάβολοι. Το ίδιο συμβαίνει και με τους λαούς. Τη μία στιγμή χαίρε ο βασιλεύς, την άλλη άρον - άρον σταύρωσον αυτόν.
Τηλεόραση και κόσμος
Ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και γνωστός τουρκολόγος, ο Νεοκλής Σαρρής, ο οποίος έγραψε δύο βιβλία για την τηλεόραση, προσπάθησε να τεκμηριώσει με επιστημονικό τρόπο τη σχέση ποσότητας βίας με την τηλεόραση. ΄Ελεγε ότι κάθισε για ολόκληρους μήνες και έβλεπε με τις ώρες τηλεόραση, είδε χιλιάδες φόνους, είδε χιλιάδες σκηνές βίας, είδε σεξουαλικές σκηνές, αλλά το μόνο που μου έμεινε, έλεγε, ήταν ένα τίποτα. Ούτε θετικά, αλλά ούτε και αρνητικά λειτούργησε πάνω μου η τηλεόραση. Αναλύοντας τα δικά του συμπεράσματα, υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι η επίδραση της τηλεόρασης είναι ανάλογη με τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του. Αναλόγως των οικογενειακών και κοινωνικών συνθηκών που ζει, είναι και τα ερεθίσματα που έχει.
Μερικοί ψυχολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, υποστηρίζουν ότι η βία στην τηλεόραση λειτουργεί ευεργετικά, αφού δίνει την ευκαιρία στον θεατή να εκτονωθεί χωρίς κίνδυνο. Για άλλους, η βία στην τηλεόραση επιτείνει και πολλαπλασιάζει τη βία και στην κοινωνία.
Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι μειώνει το άγχος, αφού ως ένα ωραίο ζωντανό παραμύθι κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά.
Για κάποιους άλλους, αποτελεί την πηγή του άγχους, αφού τους φορτώνει με τα προβλήματα των ανθρώπων που βλέπει να παρελαύνουν, ιδίως, από τα τηλεοπτικά παράθυρα.
Για κάποιους άλλους η τηλεόραση αποτελεί το μόνο μέσο ξεκούρασης από την κούραση της ημέρας.
Αντιθέτως, για κάποιους άλλους αποτελεί πηγή ταραχής, προκαλώντας εφιάλτες όλο το βράδυ.
Αποτελεί μέσο εύκολης μόρφωσης, αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο, αποτελεί τον πιο εύκολο τρόπο ταξιδιού.
Για κάποιους άλλους αποτελεί αιτία τεμπελιάς και εύκολη φυγή από τον κόπο της μάθησης.
Διαλέγοντας και παίρνοντας
Η ιστορία του γεροντικού έρχεται και ξαναέρχεται, ότι ο παράδεισος και η κόλαση προσωποποιείται στον άλλο, στον διπλανό, στην παρουσία ή απουσία του Θεού.
Από εκεί και πέρα, ο καθένας κάνει τις επιλογές του και διαλέγει είτε να πάει στον παράδεισο, είτε να πάει στην κόλαση.
Η τηλεόραση ως μέσο είναι ένα ουδέτερο κατασκεύασμα, που μπορεί να ενημερώνει, μπορεί να μεταφέρει τον κόσμο όλο σε ένα κουτί, μπορεί να μορφώνει, αλλά δεν παύει να αποτελεί και μέσο διαχωρισμού των ανθρώπων, μέσο φθοράς και διαφθοράς.
Οπως όλα στη ζωή είναι σχετικά, έτσι και η τηλεόραση είναι σχετική και η αξία ή η απαξία της εξαρτάται από τον άνθρωπο και τη χρήση που της κάνει. Από εκεί και πέρα, ο καθένας διαλέγει και παίρνει.
ΠΛΑΙΣΙΟ
Κήρυγμα και τηλεόραση
Κάποτε υπήρχε η τέχνη της ρητορικής, η οποία στόχο είχε να μάθει τους λίγους πώς να ενημερώνουν ή να επιβάλλονται με τον λόγο τους στους πολλούς.
Πρωταγωνιστές ήταν οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, ενώ τη λέξη διατήρησαν και οι βυζαντινοί, σε ένα βαθμό. Ακολούθως, ήρθε η λέξη ρητορική, η οποία με τη φθορά του χρόνου πήρε και αρνητική εικόνα, για να αντικατασταθεί στη συνέχεια με τη λέξη κήρυγμα, μια λέξη που χρησιμοποιείτο ως μήνυμα ειρήνης σε περιόδους πολέμου.
Στα νεότερα χρόνια είχαμε και έχουμε την αποθέωση της προπαγάνδας με τις χίλιες και δύο ονομασίες που αντικαθιστούν τον όρο, αλλά όχι την ουσία.
Στην εκκλησιαστική ορολογία εμφανίστηκε η λέξη ομιλητική, ως συνέχεια και συμπλήρωμα της λέξης κήρυγμα, η οποία και πάλι με τον χρόνο υπέστη την ανάλογη φθορά, αποκτώντας και αρνητικό νόημα.
Όλα αυτά, σίγουρα, δεν είναι και τόσο σημαντικά μπροστά στην ουσία της υπόθεσης, που έχει να κάνει με τη χειραγώγηση των πολλών ή των λίγων, δηλαδή με την οδήγηση των ανθρώπων στον ορθό δρόμο, όπως και αν μεταφράζεται αυτός.
Σ’ αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια και η έννοια του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού κηρύγματος, με πρωταγωνιστές πρώτα απ’ όλα τις τοπικές Εκκλησίες και σε λιγότερο βαθμό τα κρατικά δίκτυα. Τα αποτελέσματα του πολυδάπανου αυτού ονείρου, σύμφωνα με πολλούς ιεράρχες και άλλους εκκλησιαστικούς ταγούς, ήταν και είναι πενιχρά. Οι πιστοί αρνούνται ή δεν προτιμούν να ακούουν την ερτζιανή φωνή της τοπικής τους Εκκλησίας.
Τα ποσοστά ακροαματικότητας είναι καταθλιπτικά, ενώ όπου αυτός ο κανόνας ανατρέπεται, η αιτία είναι η εισαγωγή στο πρόγραμμα, κοσμικών, όπως τα χαρακτηρίζουν κάποιοι, στοιχείων. Το ίδιο και σε χειρότερο βαθμό, συμβαίνει και με τα τηλεοπτικά μηνύματα, τα οποία αν και πολυδάπανα, πετυχαίνουν πολύ λιγότερα.
Η μαζική προσέγγιση δεν φέρνει τα ποθούμενα αποτελέσματα, γιατί πρώτα απ’ όλα, σ’ αυτή τη διαδικασία χάνεται η έννοια του προσώπου, η οποία αντικαθίσταται, όπως βεβαίως απαιτούν οι κανόνες των ερτζιανών, από την έννοια των μαζανθρώπων.
Ακόμη, μέσα από την απογύμνωση του διδασκάλου και την αποκοπή του από τον χώρο, είτε αυτός λέγεται εκκλησία, είτε θυμίαμα, είτε ψαλμωδία, είτε φως των κεριών, είτε οτιδήποτε άλλο, μένει για επικοινωνία μόνο ο λόγος, μόνο τα λόγια, τα οποία ωστόσο καθίστανται εξαιρετικά αδύναμα και μειώνουν και τον πρωταγωνιστή και την όλη προσπάθεια.
Με άλλα λόγια, το θαύμα, το μυστήριο, η χάρις του Θεού, η πραγματική, δηλαδή, δύναμη της Εκκλησίας δεν λειτουργεί.
Αυτό μπορεί να είναι ο κανόνας, αλλά πάντα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Πάντα υπάρχουν παραδείγματα, που άνθρωποι βασανισμένοι βρήκαν παρηγοριά, βρήκαν τον δρόμο να καταφύγουν σε πνευματικούς πατέρες, για να βρουν την αληθινή διέξοδο στα προβλήματά τους.
Ίσως δεν είναι τυχαίο που εκπομπές ιερωμένων έχουν επιτυχία μόνο όταν ασχολούνται με κοινωνικά, κυρίως, θέματα και όχι με καθαρά εκκλησιαστικά - όπως η έννοια καθορίζεται από τους πολλούς - θέματα.
Σχόλια