Ανακαλύπτοντας την αλήθεια μέσα από το μύθο
Ανακαλύπτοντας την αλήθεια μέσα από το μύθο
Ανάλυση του παραμυθιού "Η μαγεμένη βασιλοπούλα"
«Μύθος έστι λόγος ψευδής εικονίζων αλήθειαν». Μέσα στο παραμύθι της Μαγεμένης βασιλοπούλας είναι δυνατό ν’ ανακαλύψει κανείς πολλές αλήθειες. Φανερώνει μια πραγματικότητα που είναι απαληθεύσιμη στη ζωή. Σκοπός του δεν είναι να τέρψει δια της φαντασίας, πρόθεσή του είναι να δηλώσει κάτι το οποίο συμβαίνει, σπανίως μεν και μερικώς, αλλά συμβαίνει.
Αυτό το παραμύθι τα λέγει όλα εν ολίγοις. Πάσα η αλήθεια ηδυσμένω λόγω διατυπούται, όσο βέβαια είναι δυνατό να μιλήσει γι’ αυτήν ο ανθρώπινος λόγος. Και αυτό το παραμύθι, όπως όλα τα παλαιά, δεν απευθύνεται ειδικά σε παιδιά μα σε όλες τις ηλικίες. Η ίδια η γιαγιά Χαρίκλεια, όταν έκανε σύναξη στο σπίτι, τη γειτονιά ή το προαύλιο της εκκλησίας, απηύθυνε τα παραμύθια της σε μικρούς και μεγάλους.
O θάνατος
Αρχίζει λοιπόν η ιστορία με το θάνατο των κηδεμόνων του ήρωα. Απέθανε η μάνα του κι έχασε τη στοργή, απέθανε ο κύρης του κι έχασε το στήριγμα. Έτσι πρέπει να γίνει, ο πασαείς θα μείνει μόνος του χωρίς χάδια και δίχως υποστήριξη. Πρέπει να ωριμάσει, να κερδίσει ή να χάσει τη ζωή του. Αυτό συνέχεια συμβαίνει. Οι άλλοι ή θα αποχωρούν ή θα υποχωρούν. Μόνο τότε αναγκάζεσαι να προχωρείς μόνος μετά πάντων. Ώριμος είναι «ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος».
Ο νέος βιώνει την οδύνη του θανάτου και του χωρισμού, μα επειδή αγαπά τη ζωή φεύγει. Δεν ταυτίζεται με τα αγαπημένα πρόσωπα για να μην πεθάνει μαζί τους. Αρχίζει μια πορεία αναζήτησης πράγματός τινός ισχυροτέρου του θανάτου. Στην πορεία αυτή δεν είναι μόνος. Τα πρόσωπα από τα οποία έχει χωρισθεί είναι μαζί του. Όσα έχει μάθει κοντά τους τον ακολουθούν. Γι’ αυτό, όταν νυχτώνει επιλέγει να μείνει στο παρεκκλήσι. Ήταν οικείος με την Εκκλησία του Θεού, την αισθάνθηκε ως το σπίτι του το πατρικό, «εν τοις του Πατρός μου δει είναι με». Σε άλλες περιπτώσεις ο ήρωας διανυκτερεύει σ’ ένα εγκαταλελειμμένο μύλο, μισοχαλασμένο σπίτι, στο ύπαιθρο, σε μια σπηλιά ή φιλοξενείται από ανθρώπους. Σ’ αυτή την περίπτωση, όταν η ζωή νυχτώνει, ο ήρωας επιλέγει να παρηγορηθεί προς ώραν εν τη εκκλησία.
Στην εκκλησία
Μέσα στη νύχτα και μέσα στην εκκλησία, εκεί δηλαδή ακριβώς που επιζητεί ανακούφιση και προστασία συναντά το ίδιο πρόβλημα από το οποίο δραπέτευσε: Το θάνατο. Ένας νεκρός κείται στη μέση της εκκλησίας και καλείται να διανυκτερεύσει μαζί του. Ασπάζεται τις εικόνες των εν αλήκτω ζωή νεκρών και ύστερα το νεκρό άνθρωπο και διαβάζει τα εκκλησιαστικά βιβλία. «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον. Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα…». Ο πλούτος και η δόξα είναι μπροστά του, στη ζωή του. «Επί ολίγα ή πιστός, επί πολλών σε καταστήσω». Αν στα λίγα σταθεί εν πίστει και στα πολλά θα σταθεί.
Έρχονται δύο άνθρωποι με πρόθεση να κάψουν τον πεθαμένο. Είναι υλόφρονες, είναι ασεβείς. Θέλουμε τα χρήματά μας και εκδικούμεθα. Πέραν του θανάτου δεν μετρά γι’ αυτούς τίποτα, η θεϊκή μακαριότητα και δικαιοσύνη δεν υπάρχει.
Για το παιδί όμως υπάρχει, πιστεύω σ’ αυτήν και πληρώνει γι’ αυτήν. Δίδει όλη του την περιουσία και εξαγοράζει το νεκρό σώμα, που ανήκει πια στη μακαριότητα, στη «βασιλεία της ωραιότητας». Γι’ αυτό και το σώμα – σήμα του νεκρού είναι ωραίο και είναι βέβηλος αυτός που δεν το βλέπει τέτοιο.
Το παιδί είναι σε θέση να βλέπει την ωραιότητα της βασιλείας του Θεού, που εξακτιδώνεται στον υλικό κόσμο. Ο νεκρός είναι τεμάχιο ύλης που δηλώνει αφενός την αποτυχία του κόσμου αυτού και που αγγίζει αφετέρου την αιώνια απέραντη, αόρατη προς το παρόν, παρουσία του Θεού.
Στα εκκλησιαστικά βιβλία διαβάζουμε ένα παρόμοιο περιστατικό. Κάποιος αξιωματούχος έφιππος προσπερνά μετά της συνοδείας του ένα νεκρό γυμνό ερριμμέον χαμαί. Επιστρέφει σε λίγο, κατεβαίνει, ασπάζεται τον άγνωστο νεκρό, τον τυλίγει μ’ ένα λινό δικό του ένδυμα και αναχωρεί.
Το θαύμα
Αργότερα έτυχε ν’ αρρωστήσει κι επρόκειτο την επομένη οι γιατροί να του κόψουν το πόδι που είχε μολυνθεί. Το βράδυ, άγνωστος έρχεται στον ύπνο του, τον ερωτά για το πάθος του, τον παρηγορεί και του θεραπεύει το πόδι «Ποιος είσαι»: Τον ερωτά ο αξιωματούχος: «Είμαι ο νεκρός εκείνος, του λέγει, που μ’ εσκέπασες με το λινούδι σου».
«Αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσι ίνα απολάβωσα τα ίσα… δανείζετε μηδέν απελπίζοντες και έσται ο μισθός υμών πολύς». Το να ευεργετήσεις ένα, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, νεκρό είναι σίγουρα πράξη γνήσιας ευεργεσίας και πίστης στη θεϊκή δικαιοσύνη και τάξη. Ο νεκρός είναι αδύνατο να ανταποδώσει οτιδήποτε. Είναι, όμως, ζωντανός σ’ ένα άλλο κόσμο και με τη δύναμη του Θεού γίνεται ο θεραπευτής και σύντροφός σου.
Έτσι, το παιδί αποκτά ένα φίλο συνοδοιπόροι και σύμβουλο. Κι όποιος πορεύεται, όπως αυτό, κατά Θεόν, του βρίσκει εκ του μη όντος ο Θεός ένα φίλο ομόψυχο που θα τον οδηγήσει εκεί που θέλει.
Οι δύο φίλοι διαμένουν στο πανδοχείο. Απέναντί τους λαμποκοπούν τα παλάτια του βασιλιά, τα σπίτια των πλουσίων. Άλλοι πεινούν και άλλοι κάμνουν χρυσή μήτε την καρδιά τους μάλαμα. Σκληρύνεται μέσα στη μαλακότητα της πολυτέλειας και δεν μπορεί να αγαπήσει μήτε ξένους μήτε δικούς. Γι’ αυτό η κόρη του βασιλιά είναι μαγεμένη, δαιμονισμένη και τρελή. Είναι εγκαταλελειμμένη στη μοναξιά της, παραπαίει στον κόσμο της, κάνει συντροφιά με τα φαντάσματά της και τους δαίμονες. Δεν την αγαπά κανένας, μήτε ο βασιλιάς πατέρας της, μήτε η μάνα της, ούτε οι δούλες της, ούτε οι υποψήφιοι γαμπροί. Μάλλον η αγάπη τους γι’ αυτήν δεν είναι τόσο δυνατή που να μπορεί να λύσει τα μάγια της μοναξιάς της, να παλέψει και να κατανικήσει τα πονηρά πνεύματα που τη συντροφεύουν.
Η βασιλοπούλα
Βασιλοπούλα είναι η ψυχή του ανθρώπου που απομονώνεται και χάνεται. Τότε ζητεί να παρηγορηθεί με τα εξωτερικά πλούτη κι αναζητά χαρά στην άσκηση εξουσίας πάνω στους άλλους. Τελικά, βασανίζεται αυτή μόνη και κατά συνέπεια βασανίζει και τους πλησίον της, τους σκοτώνει, δηλαδή τους υποτιμά, τους περιφρονεί, τους απορρίπτει. Το ίδιο αυτούς που είναι διαφορετικοί, που δεν έχουν το δικό της νου, που δεν μπορούν να μπουν μέσα στο νου της να δουν τι έχει. Ο νέος ήρωας του παραμυθιού, κατ’ εξαίρεση, βλέπει τι έχει στο νου της, διότι του αποκαλύπτεται άνωθεν, γιατί αυτός μόνος έχει πάρε – δώσε με τα άνωθεν.
Η βασιλοπούλα αποκεφαλίζει αυτούς που την πλησιάζουν και φιλοδοξούν να λύσουν αινίγματα για να την αποκτήσουν. Στην πραγματικότητα δεν την αγαπούν, ορέγονται αυτήν και τα πέριξ αυτής. Και όταν απλώς και μόνον ορέγεσαι τινός, μη πλανάσαι ότι μπορείς να λύσεις αινίγματα. Για να γνωρίσεις «στροφάς λόγων… παραβολήν και σκοτεινόν λόγον… και αινίγματα» πρέπει να έχεις ανοίγματα προς τον πνευματικό κόσμο του Θεού. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου». «Σοφία ταπεινού ανυψώσει κεφαλήν αυτού, και εν μέσω μεγιστάνων καθίσει αυτόν». Εάν πορεύεσαι μόνο δια του ορέγεσθαι σίγουρα θα πάει το κεφάλι σου και η ευθύνη δεν βαραίνει μόνον αυτόν που σου το κόβει.
Ο νέος της ιστορίας μας, από το μπαλκόνι του ανωγείου βλέπει τη βασιλοκόρη επάνω στο άλογο και θαυμάζει την ομορφιά της, την ομορφιά του έρωτα. «Εκ του οράν τίκτεται το εράν». Για να ζήσεις όμως και μετά το εράν και να μην σε πάρει από κάτω πρέπει να πατάς καλά στο μπαλκόνι του ανωγείου και να ’χεις μια ιστορία, αλλιώς σ’ έφαγε.
Τα αινίγματα
Έτσι, τολμά ο νέος να τα βάλει με το Σατανά και το θάνατο. Δεν βασίζεται βέβαια στη δική του δύναμη ή ομορφιά ή εξυπνάδα. Κάνει απλώς αυτό που έκανε μέχρι τώρα, είναι ο εαυτός του και κινείται υπό το σκέπος του Θεού. Σ’ αυτό το χώρο ουδέν αδυνατεί, όλα γίνονται ακόπως, τα μικρά και τα μεγάλα.
Το πρώτο αίνιγμα – ερώτημα κατά συμβουλή των πονηρών πνευμάτων είναι «να βάλεις στο νου σου τα παπούτσια σου και να τον ερωτήσεις να σου πει τι έχεις στο νου σου». Δια των ιδίων ποδών του έκαστος βαδίζει την οδό της απωλείας ή της σωτηρίας. Στην αρχή και ο νους σου βρίσκεται στην οδό που βαδίζεις και η οδός κατέχει το νου σου όπως συμβαίνει στη βασιλοπούλα. Λέγει ο προφητάναξ: «Μακάριος ανήρ ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών» Και ύστερα λέγει «έστη» και στο τέλος «εκάθισε»: Πρώτα πορεύεσαι, ύστερα στέκεσαι και μετά καλοκάθεσαι.
Γιατί, όμως, λέγει τα παπούτσια και όχι τα πόδια να έχεις στο νου σου; Διότι τα παπούτσια συμβολίζουν τα πόδια και το βάδισμα. Δεν κατέχει ακόμη ο διάβολος τα πόδια, μα τα παπούτσια. Είναι ελεύθερα τα πόδια στην αρχή. Αν ο άνθρωπος θελήσει μπορεί να δραπετεύσει και να σωθεί γυμνός ως ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος ή γυμνόπους και ασκεπής ως η πόρνη εκείνη, αδελφή ενός μοναχού της αιγυπτιακής ερήμου.
Για τον ίδιο λόγο, η βασιλοπούλα βάζει στο νου της για δεύτερο αίνιγμα τα γάντια της. Τα χέρια είναι σύμβολα των έργων, στην προκειμένη περίπτωση, των μιαρών. Όταν τα ακάθαρτα έργα σου κυριαρχήσουν στο νου σου, όπως συνέβη στη βασιλοπούλα, έχεις ακόμη τη δυνατότητα όχι να κόψεις τα χέρια, μα να πετάξεις τα γάντια, δηλαδή τα έργα της κακίας.
Στο τρίτο στάδιο, στο νου του παραστρατήσαντος δεν είναι πια ούτε η οδός ούτε τα έργα της αισχύνης μα ο ίδιος ο αρχηγός της, ο διάβολος. Όλα πια έχουν διαβληθεί. Ο άνθρωπος εδώ έχει πουλήσει την ψυχή του, δεν του ανήκει πια ο νους του, έχει αποξενωθεί από όλους και από τον εαυτό του.
«Εμείς δε νουν Χριστού έχομεν» λέγει ο Απ. Παύλος.
Η κάθαρση
Ο Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, όταν βιώνει την ένωσή του με τον Θεό, γράφει για τον εαυτό του ότι ο όλος γίνεται Χριστός και τα πόδια του και τα χέρια του, όλα του τα μέλη. Αντιθέτως, η βασιλοπούλα γίνεται διάβολος, έχει νου διαβόλου. Από αυτή την κατάσταση δεν μπορεί πια ο άνθρωπος να φύγει από μόνος του.
«Έτσι ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος έχουσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Με συμπόνια, λοιπόν, με συμπάθεια τελειώνει το παραμύθι, παρέχοντας την κάθαρση των παθημάτων. Ο νέος του παραμυθιού δίδει τη λύση του δράματος με την επέμβαση του νεκρού φίλου του. Έτσι αποκόπτεται η κεφαλή του διαβόλου θεία δυνάμει.
«Αρχή σωτηρίας η γνώσις του αμαρτήματος». Όχι μόνον γνωρίζεται και καταδεικνύεται το αμάρτημα της βασιλοπούλας μα και καθοράται με κομμένη την κεφαλή, ανίσχυρο πια να δράσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Ελευθερώνεται η κόρη κι εξαγοράζεται ούσα πάμπτωχη, ως αμαρτωλή, με τον πλούτο του νέου, τον πλούτο της καθαρής ζωής του. Αυτό θυμίζει τη θυσία του Ιησού Χριστού. Ο νέος του παραμυθιού «ηράσθη πόρνης», ως λέγει ο Χρυσολόγος Ιωάννης περί Χριστού και ανθρωπίνης φύσεως και «λαμβάνει αυτήν και αρμόζεται αυτήν!…». Ο ασθενής και εκπεσών προσλαμβάνεται από τον υγιή και δυνατό και σώζεται.
Η κάθαρση και αποκατάσταση της υγείας επιτυγχάνεται δια της τριπλής καταδύσεως στο αγιασμένο με το όνομα της Αγίας Τριάδος νερό. Έχουμε μια τελετουργία συμβαλλομένων ορατών στοιχείων, που είναι σύμβολα αόρατων ενεργειών. Είναι το ορατό μέρος μιας αόρατης πράξης, της πορείας της ψυχής από την κατάσταση της ασθένειας στη θεραπεία, που δεν είναι ανώδυνη και καθόλου στιγμιαία. Περνάς μεσ’ από το μαύρο και κίτρινο. Γίνεσαι όλος μαύρος, δεν αντανακλάς τίποτε, δεν βλέπεις τίποτε, είναι νεκρή η ψυχή σου. Αφήνεσαι να σε οδηγήσουν, να σε λούσουν, να σε αρωματίσουν όπως κάνουν σε νεκρό.
Η αιωνιότητα
Και ως νεκρός επιστρέφεις από τον Άδη σαν την Περσεφόνη και σαν το Λάζαρο «κίτρινος, μαύρος και χλωμός και τεταπεινωμένος!» Κυρίως τεταπεινωμένος. Απ’ εδώ αρχή σωτηρίας, «αρχή πλουσίων δωρεών, αρχή δεντρών τε και φυτών και κήρυξις των προφητών». Στον Ιουστίνο τον φιλόσοφο, όταν ευρίσκετο σε αδιέξοδο μαθητεύοντας στους φιλοσόφους, του είπε ένας άγνωστος γέροντας: «Να μαθητεύσεις στο κήρυγμα ων προφητών». «Των προφητών το κήρυγμα» λέγεται από τους πατέρες η Παναγία και ο εξ αυτής τόκος. Γι’ αυτό όταν συνέρχεται η βασιλοπούλα λέγει: «Παναγία μου! Μα τι μου εγίνει; Και σ’ αυτό το σημείο «αισθάνθηκε αίσθηση» κατά τη φράση της Χαρικλούς, «εσκέφτηκε σκέψη κι άλλαξε γνώμη». Και φίλησε το χέρι του κυρού της. Ύστερα αγκάλιασε το νέο και τον εφιλούσε. Τώρα μόλις αρχίζει να φιλά, ν’ αγαπά. Απόδειξη της γνησιότητος και θολικότητος της αγάπης, φιλούσε και τις δούλες ακόμη. Η εκ της καθάρσεως της ψυχής αγάπη ξεχειλίζει πλέον προς πάντας έως εσχάτου της γης. «Έτσι καταλαβαίνουμε τι είναι θεία αγάπη και πώς ψυχή λυτρώνεται από πικρόν τον άδην» ως λέγει και το δημοτικό άσμα. Τότε η βασιλοπούλα αρμόζεται το νέο και αυτός γίνεται άσιλα και εξωτερικά βασιλέας διότι εντός του γινόταν από καιρό. Και πώς φαίνεται τούτο;
Κυρίως από την καλοσύνη που έκαμε σ’ ένα νεκρό. Πράξη υψίστης αριστοκρατικότητος. Έκαμε το καλό στον πεθαμένο. Τουτέστιν, έσυρεν το στο γιαλό. Γιαλός είναι το πέλαγος της αιωνιότητος, είναι η απέραντη και πανταχού παρούσα βασιλεία του Θεού. Απευθύνεται σ’ αυτήν κι επενδύει σ’ αυτήν ο καθαρός νουν, ο βλέπων αυτήν.
Έτσι, το παραμύθι τελειώνει όχι με το έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Εξάλλου, αν έζησαν αυτοί καλά στην προκειμένη περίπτωση είναι το θέμα για ένα άλλο παραμύθι, εξίσου αληθινό όσο και το εν λόγω. Τελειώνει, λοιπόν, αυτό το παραμύθι η Χαρικλού απευθύνοντας στον ακροατή την ερώτηση «ακούεις»; Δηλαδή προσέχεις; Παρακολουθείς; καταλαβαίνεις; Πιάνεις το νόημα; Γινώσκεις α αναγινώσκεις; Έχεις ώτα του ακούειν;
Τέλος και τω Θεώ Δόξα.
Σχόλια