Παραμύθι αληθινό
Παραμύθι αληθινό
.
Χειμώνας και Χριστούγεννα στον τόπο μας και τζάκι και παραμύθι πάνε μαζί. Μύθι - μύθι, παραμύθι, το κουκκί και το ρεβύθι...
Τα κουκκιά και τα ρεβύθια πάνε με τα λάχανα, τις πλοταριές, τις ατραχίες και τις αγριαγγινάρες του Ακάμα. Το ελαιόλαδο ιλαρύνει καρδίαν ανθρώπου και η νηστεία κυλά ήρεμα από τ' Άι Φιλίππου ως τα Γέννα. Τι είναι το παραμύθι;
Εισαγωγή στο νόημα της ζωής, κάλυψη και αποκάλυψη της αλήθειας. Την καλύπτει για να μας προστατέψει από την κόψη της. Την αποκαλύπτει για να μας προστατέψει από την κόψη της. Την αποκαλύπτει ξαφνικά όπως η αστραπή ακαριαία ημερώνει όλη τη νύχτα.
Τα λόγια σου, αυτά που δεν καταλαβαίνω, γίνονται φως στη στράτα μου. Τα ψέματά σου ψιντροχαλίκια στην οικοδόμηση της αλήθειας μου.
Κάπου αστράφτει, κάπου βροντά, κάπου χαλάζι ρίπτει ... κι ένας κεραυνός έκοψε το ηλεκτρικό. Στο τζάκι οι φλόγες χόρεψαν επιδεικτικά, κυρίαρχα. Γλύκαναν τα πρόσωπά μας και τον χώρο. Αυθόρμητα έπεσε το κουβάρι από την καρδιά και ξετυλίχτηκε η κουβέντα. Κόκκινη κλωστή δεμένη... Ως σπαρτίον τα χείλη σου κόκκινο και τι γλυκιά η λαλιά σου!... Βοήθα, Παναγία μου. Όλοι παιδιά στην ποδιά σου είμαστε. Απ' το φουστάνι σου κρεμμόμαστε, στα γόνατά σου αποκοιμόμαστε. Φράσον ημίν το μυστήριον... Εξήγησε μας το μοναδικό και μέγα Μυστήριο της Σάρκωσης του Λόγου.
Η κουβέντα μας κύλησε πίσω, πήραν φωτιά οι στάχτες των προγόνων. Ο παππούς, ο βοσκός, έψηνε κρεμμύδια και πατάτες στη ζεστή στάχτη και δειπνούσε πίνοντας κρασί. Η γιαγιά έβραζε συχνά ένα είδος κρέμας με λίπος και αλεύρι. Την έβαζε σε μια μεγάλη σκουτέλλα και καθόμασταν μικροί - μεγάλοι κύκλο και τρώγαμε όλοι μαζί. Η γιαγιά τα βράδια μας έλεγε ιστορίες τρόμου με καλικάντζαρους, ατσουπάδες, δράκους και αγίους. Για το Θεό δεν εγνώριζε σχεδόν τίποτε - έλεγε μόνο πως παλιά ήταν πολύ χαμηλός και τον έγλειφαν τα βούδια. Για τον Άι - Γιώργη όμως εγνώριζε πολλά από προσωπική πείρα. Τον είδε και τον άκουσε πολλές φορές, αυτόν και τ' άλογό του και τις πατημασιές του αλόγου του.
Στο άλλο μας χωριό, προστάτη έχουμε τον Άγιο Μηνά. Ο έφιππος στρατιώτης με τα λευκά γένια είναι ο παππούς του χωριού."Ο παππούς μας", λένε όλοι.
Ο προπαππούς μας λεγόταν Θεοφύλακτος. Είχε μια στάνη σε μια σπηλιά ψηλά στο βουνό με την είσοδο καταντίκρυ στη θάλασσα. Μια τέτοια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη άναψε φωτιά να ζεσταθεί. Ήρθε μια γριά. "Βάλε ξύλα, του λέει, στη φωτιά". Μετά από λίγο "βάλε κι άλλα ξύλα, βάλε κι άλλα ξύλα" κι έριχνε η γριά ξύλα καπάλι. Τουμάνιασε. "Θα με κάψεις, της λέει ο Φυλακτής, δαίμονας είσαι;" Μόλις την είπε δαίμονα άρχισε να ουρλιάζει και να μεταμορφώνεται σε διάφορα άγρια θεριά ώσπου έγινε γουρούνι και γρυλλίζοντας χάθηκε στη θάλασσα. "Άγιε Αντώνιε, φύλαγέ μας", είπε ο παππούς.
Ο Θεόδωρος Στρατουράς έφτιαχνε σέλες αλόγων, όνων και ημιόνων. Γύριζε από χωριό σε χωριό, όπου υπήρχε δουλειά καθόταν. Ήταν καλός τεχνίτης και χωρατατζής, τον αγαπούσε όλος ο κόσμος. Σ' αυτόν παράγγελνε κι ο Δεσπότης, κυρ Ιάκωβος τη σέλα για τη μούλα του.
Ο Φίλιππος Σαρματάς ήταν παλληκάρι, το δειν του φοβερό κι ο λόγος του σπαθί. Εγλύτωνε άνθρωπο απ' την κρεμμάλα. Ίσαμε τώρα λένε τραγούδια γι' αυτόν.
Ο Παρθένιος ήταν ζωγράφος. Πήγε να γίνει καλόγερος μα δεν έκαμε. Περιεπλανάτο με το γαϊδουράκι του φορτωμένο σανίδες. Τον ταΐζανε, τον κοιμίζανε, του δίνανε και κάτι τι και ιστορούσε εικονίσματα σωρό. Ο κόσμος τον είχε για τρελό.
Η Μαρουδιά ήταν υφάντρα και κεντήτρα. Έφτιαχνε τα μεταξωτά ενδύματα των αρχόντισσων της χώρας, τα άμφια των Ηγουμένων και τα πέπλα των θαυματουργών εικόνων. Πέθανε όμως νέα. Την έκλαψε όλος ο κόσμος.
Ο Βασίλης ήταν πλούσιος. Σε μια επιδρομή Καραμάνων έκρυψε τα γυναικόπαιδα του χωριού στα υπόγεια της οικίας του. Αυτό έμεινε ν' αντιμετωπίσει τους επιδρομείς. Τους έκοψαν την κεφαλή. Σώθηκαν όμως τα γυναικόπεδα. Όταν βγήκαν παράγγειλε η γυναίκα του στον ζωγράφο Νικόλαο και ιστόρησε μια μεγάλη εικόνα του Δεσπότη Χριστού. Κάτω δεξιά ιστόρησε και τον δούλο του Θεού Βασίλειο με κομμένη την κεφαλή να δέεται στον Χριστό και να λέγει στους προσκυνούντας: "Θρηνήσατε επ' εμοί, άδικον γαρ υπέμεινα θάνατον...".
Αδικοθανατωμένη είναι και η Χριστινού της Θερμοκρήνης, η όμορφη κόρη του κυρ - Παπά. Χτενιζόταν στο παραθύρι, την είδαν οι Τούρκοι κι εβγήκε διαταγή να την πάρουν στη Χώρα. Ίσαμε να πάει ξεψύχησε. Δεν ξέρουμε πώς. "Αχ, Χριστινού της Θερμοκρήνης, π' αρωτούσιν ούλοι, ίντα γίνεις.
Ο Πορφύρης, ο Διγενής, ο Κωσταντάς, ο Τυρίμος, ο πελλός και ο φρόνιμος, ο Άγιος Νεόφυτος, ο Απόστολος Ανδρέας, η Παναγία του Κύκκου... Αυτά κι άλλα τόσα μας έλεγε η γιαγιά μας η παραμυθού. Λέτε ναν' όλα παραμύθια; Μη σκοτίζεστε. Έσμιξε το παραμύθι με την αλήθεια. Παραμυθούμενοι θαρρούμε να ζήσουμε και να χαρούμε κι εμείς.
Αλήθεια, χαρά που θα έκανε ο Αίσωπος όταν συνάντησε τον Ιησού Χριστό στην εις Άδου Κάθοδό του! Μα και στην εις Κόσμον Κάθοδό του, δηλαδή τη Γέννησή του, χαρά που κάνανε οι βοσκοί και οι μάγοι και πάντες οι ειδότες ψάλλει αλληλούια! Παραμύθι μοιάζει. Παραμύθι αληθινό!
Τα κουκκιά και τα ρεβύθια πάνε με τα λάχανα, τις πλοταριές, τις ατραχίες και τις αγριαγγινάρες του Ακάμα. Το ελαιόλαδο ιλαρύνει καρδίαν ανθρώπου και η νηστεία κυλά ήρεμα από τ' Άι Φιλίππου ως τα Γέννα. Τι είναι το παραμύθι;
Εισαγωγή στο νόημα της ζωής, κάλυψη και αποκάλυψη της αλήθειας. Την καλύπτει για να μας προστατέψει από την κόψη της. Την αποκαλύπτει για να μας προστατέψει από την κόψη της. Την αποκαλύπτει ξαφνικά όπως η αστραπή ακαριαία ημερώνει όλη τη νύχτα.
Τα λόγια σου, αυτά που δεν καταλαβαίνω, γίνονται φως στη στράτα μου. Τα ψέματά σου ψιντροχαλίκια στην οικοδόμηση της αλήθειας μου.
Κάπου αστράφτει, κάπου βροντά, κάπου χαλάζι ρίπτει ... κι ένας κεραυνός έκοψε το ηλεκτρικό. Στο τζάκι οι φλόγες χόρεψαν επιδεικτικά, κυρίαρχα. Γλύκαναν τα πρόσωπά μας και τον χώρο. Αυθόρμητα έπεσε το κουβάρι από την καρδιά και ξετυλίχτηκε η κουβέντα. Κόκκινη κλωστή δεμένη... Ως σπαρτίον τα χείλη σου κόκκινο και τι γλυκιά η λαλιά σου!... Βοήθα, Παναγία μου. Όλοι παιδιά στην ποδιά σου είμαστε. Απ' το φουστάνι σου κρεμμόμαστε, στα γόνατά σου αποκοιμόμαστε. Φράσον ημίν το μυστήριον... Εξήγησε μας το μοναδικό και μέγα Μυστήριο της Σάρκωσης του Λόγου.
Η κουβέντα μας κύλησε πίσω, πήραν φωτιά οι στάχτες των προγόνων. Ο παππούς, ο βοσκός, έψηνε κρεμμύδια και πατάτες στη ζεστή στάχτη και δειπνούσε πίνοντας κρασί. Η γιαγιά έβραζε συχνά ένα είδος κρέμας με λίπος και αλεύρι. Την έβαζε σε μια μεγάλη σκουτέλλα και καθόμασταν μικροί - μεγάλοι κύκλο και τρώγαμε όλοι μαζί. Η γιαγιά τα βράδια μας έλεγε ιστορίες τρόμου με καλικάντζαρους, ατσουπάδες, δράκους και αγίους. Για το Θεό δεν εγνώριζε σχεδόν τίποτε - έλεγε μόνο πως παλιά ήταν πολύ χαμηλός και τον έγλειφαν τα βούδια. Για τον Άι - Γιώργη όμως εγνώριζε πολλά από προσωπική πείρα. Τον είδε και τον άκουσε πολλές φορές, αυτόν και τ' άλογό του και τις πατημασιές του αλόγου του.
Στο άλλο μας χωριό, προστάτη έχουμε τον Άγιο Μηνά. Ο έφιππος στρατιώτης με τα λευκά γένια είναι ο παππούς του χωριού."Ο παππούς μας", λένε όλοι.
Ο προπαππούς μας λεγόταν Θεοφύλακτος. Είχε μια στάνη σε μια σπηλιά ψηλά στο βουνό με την είσοδο καταντίκρυ στη θάλασσα. Μια τέτοια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη άναψε φωτιά να ζεσταθεί. Ήρθε μια γριά. "Βάλε ξύλα, του λέει, στη φωτιά". Μετά από λίγο "βάλε κι άλλα ξύλα, βάλε κι άλλα ξύλα" κι έριχνε η γριά ξύλα καπάλι. Τουμάνιασε. "Θα με κάψεις, της λέει ο Φυλακτής, δαίμονας είσαι;" Μόλις την είπε δαίμονα άρχισε να ουρλιάζει και να μεταμορφώνεται σε διάφορα άγρια θεριά ώσπου έγινε γουρούνι και γρυλλίζοντας χάθηκε στη θάλασσα. "Άγιε Αντώνιε, φύλαγέ μας", είπε ο παππούς.
Ο Θεόδωρος Στρατουράς έφτιαχνε σέλες αλόγων, όνων και ημιόνων. Γύριζε από χωριό σε χωριό, όπου υπήρχε δουλειά καθόταν. Ήταν καλός τεχνίτης και χωρατατζής, τον αγαπούσε όλος ο κόσμος. Σ' αυτόν παράγγελνε κι ο Δεσπότης, κυρ Ιάκωβος τη σέλα για τη μούλα του.
Ο Φίλιππος Σαρματάς ήταν παλληκάρι, το δειν του φοβερό κι ο λόγος του σπαθί. Εγλύτωνε άνθρωπο απ' την κρεμμάλα. Ίσαμε τώρα λένε τραγούδια γι' αυτόν.
Ο Παρθένιος ήταν ζωγράφος. Πήγε να γίνει καλόγερος μα δεν έκαμε. Περιεπλανάτο με το γαϊδουράκι του φορτωμένο σανίδες. Τον ταΐζανε, τον κοιμίζανε, του δίνανε και κάτι τι και ιστορούσε εικονίσματα σωρό. Ο κόσμος τον είχε για τρελό.
Η Μαρουδιά ήταν υφάντρα και κεντήτρα. Έφτιαχνε τα μεταξωτά ενδύματα των αρχόντισσων της χώρας, τα άμφια των Ηγουμένων και τα πέπλα των θαυματουργών εικόνων. Πέθανε όμως νέα. Την έκλαψε όλος ο κόσμος.
Ο Βασίλης ήταν πλούσιος. Σε μια επιδρομή Καραμάνων έκρυψε τα γυναικόπαιδα του χωριού στα υπόγεια της οικίας του. Αυτό έμεινε ν' αντιμετωπίσει τους επιδρομείς. Τους έκοψαν την κεφαλή. Σώθηκαν όμως τα γυναικόπεδα. Όταν βγήκαν παράγγειλε η γυναίκα του στον ζωγράφο Νικόλαο και ιστόρησε μια μεγάλη εικόνα του Δεσπότη Χριστού. Κάτω δεξιά ιστόρησε και τον δούλο του Θεού Βασίλειο με κομμένη την κεφαλή να δέεται στον Χριστό και να λέγει στους προσκυνούντας: "Θρηνήσατε επ' εμοί, άδικον γαρ υπέμεινα θάνατον...".
Αδικοθανατωμένη είναι και η Χριστινού της Θερμοκρήνης, η όμορφη κόρη του κυρ - Παπά. Χτενιζόταν στο παραθύρι, την είδαν οι Τούρκοι κι εβγήκε διαταγή να την πάρουν στη Χώρα. Ίσαμε να πάει ξεψύχησε. Δεν ξέρουμε πώς. "Αχ, Χριστινού της Θερμοκρήνης, π' αρωτούσιν ούλοι, ίντα γίνεις.
Ο Πορφύρης, ο Διγενής, ο Κωσταντάς, ο Τυρίμος, ο πελλός και ο φρόνιμος, ο Άγιος Νεόφυτος, ο Απόστολος Ανδρέας, η Παναγία του Κύκκου... Αυτά κι άλλα τόσα μας έλεγε η γιαγιά μας η παραμυθού. Λέτε ναν' όλα παραμύθια; Μη σκοτίζεστε. Έσμιξε το παραμύθι με την αλήθεια. Παραμυθούμενοι θαρρούμε να ζήσουμε και να χαρούμε κι εμείς.
Αλήθεια, χαρά που θα έκανε ο Αίσωπος όταν συνάντησε τον Ιησού Χριστό στην εις Άδου Κάθοδό του! Μα και στην εις Κόσμον Κάθοδό του, δηλαδή τη Γέννησή του, χαρά που κάνανε οι βοσκοί και οι μάγοι και πάντες οι ειδότες ψάλλει αλληλούια! Παραμύθι μοιάζει. Παραμύθι αληθινό!
Σχόλια