Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Είδα και εγώ τον κυρ Παπαδιαμάντη


Είδα και εγώ τον κυρ Παπαδιαμάντη
.

Πατώντας το πόδι στο παραδεισένιο νησί της Σκιάθου, το πρώτο που σου καρφώνεται στο μυαλό και σου ταράζει το είναι, είναι η ρήση κάτω από την προτομή του κοσμοκαλόγερου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: "Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου". Ο άνθρωπος όσο ζει, πάντα θα χαίρεται και πάντα θα υποφέρει, σ' αυτή την αέναη εναλλαγή συναισθημάτων και απρόσμενων γεγονότων. Η Σκιάθος του κυρ Αλέξανδρου είναι εκεί, είναι ζωντανή και πάλλουσα τα πάθια και τους καημούς των ανθρώπων. Φτάνει o άνθρωπος να έχει τα μάτια, αλλά και την τύχη να συναντήσει τον μέγιστο των διηγηματογράφων.

Φθινόπωρο, τα σύννεφα σκέπαζαν τον γαλανό ουρανό και στα στενά δρομάκια της Σκιάθου, η λεβεντογριά, η κυρά Λενιώ, η ψυχή του νησιού όπως έλεγαν οι ντόπιοι, αναζητούσε άνθρωπο. Κρατούσε μια μπουκάλα κρασί στο ένα χέρι και ένα κλειδί στο άλλο. “Έλα ρε παιδάκι μου να μου ανοίξεις αυτό το κρασάκι. Θα φάω το ψαράκι μου και μετά θα πιο ένα ποτηράκι κρασί και θα είμαι μια χαρά.” Τα μάτια της έλαμπαν και το πρόσωπό της ακτινοβολούσε φως και χαρά. Έτρεξε ο καλός γείτονας και η επιθυμία έγινε πραγματικότητα.
Ξένοι (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου) εμείς και το καλωσόρισμα συνοδεύτηκε με το άνοιγμα της ψυχής. Πειράγματα, αναφορές στις χάρες και τις ομορφιές του νησιού, αλλά και πονηρά μυστικά για τους ανθρώπους. Η ψυχή άνοιξε, οι καρδιές άγγιξαν και ο βαρύς πόνος του χαμένου παιδιού της κυρά Λενιώς ήρθε και σκίασε αλλά δεν επισκίασε τη χαρούμενη ατμόσφαιρα. «Ήταν δεκαεννιά χρονών, πήγαινε με το μηχανάκι, αλλά στη στροφή προς τις Κουκουναριές ήρθε ένα αυτοκίνητο και τον πήρε από κάτω». Τα μάτια βούρκωσαν, ο πόνος ξεχείλισε και ο μουντός «καιρός» ήρθε και πλάκωσε την παρέα. Για λίγο όμως, αφού οι ευχές για καλή διαμονή ξελάφρωσαν την ατμόσφαιρα και έδιωξαν τα σύννεφα της ψυχής. Η κυρά Λενιώ έφυγε αργά - αργά για το σπίτι της και εμείς προχωρήσαμε παραδίπλα στο παραδοσιακό καφενείο για κουβέντα και φραπέ. Μοιραία ο Παπαδιαμάντης ήρθε στη συντροφιά και ασυναίσθητα έδωσε τις λύσεις σε όλες τις απορίες, φιλοσοφικές και λογικές για την κυρά του νησιού.

Ο χρόνος πέρασε και ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία. Ανηφορίζοντας στα βουνά του νησιού, φθάσαμε στην Παναγία την Κουνίστρα.
Εκεί που έψελλε ο κοσμοκαλόγερος Κυρ Αλέξανδρος. Το γραφικό μοναστηράκι, με την πανάρχαια εκκλησιά, συμπληρωνόταν με μια σειρά από κελιά. Κυρά της μονής, η Αργυρώ, η χαρούμενη. Γυναίκα των «ήντα», ανοικτό βιβλίο, όλο χάρες και ομορφιές. Καφεδάκι, κουλουράκια, κρύο νεράκι και εξιστόρηση της ιστορίας της Μονής αλλά και των ανθρώπων. Η παρέα συμπληρώθηκε με ένα ζευγάρι τουριστών από την Αγγλία, οι οποίοι απόλαυσαν τη φιλοξενία, αλλά σίγουρα δεν άγγιξαν τη ψυχή της Αργυρώς. Άραγε όμως ποιος ξέρει πώς οι ψυχές αγγίζουν και πώς το μυστήριο λειτουργεί;
Η κουβέντα έφερε το άγγιγμα των ψυχών και τη βίωση του μυστικού και απρόσμενου παραδείσου. Λόγο στο λόγο και η πεζότητα έφερε την ποίηση και το τραγούδι. «Εγώ ήθελα να γίνω ηθοποιός και τραγουδίστρια, έλεγε η Αργυρώ η χαρούμενη, αλλά οι θειες μου (κακές υπονοούσε) δεν με άφηναν και με έδερναν...» «Εχω ωραία φωνή και όταν τραγουδώ όλοι με χειροκροτούν και μου ζητούν να πω και άλλα...» Λίγα λεπτά σιωπής και η ψυχή ακολούθησε τη δική της πορεία και τα βάσανα που ξεχείλιζαν, απλώθηκαν ζωντανά καλύπτοντας το χώρο. Περιπέτειες νεανικές, βάσανα των παιδιών, υποκρισία της κοινωνίας και το παζλ της απομόνωσης της χαρούμενης Αργυρώς συμπληρώθηκε.
Και από τα λόγια στην πράξη και στο τραγούδι... Η αγγελική φωνή άρχισε το μακρόσυρτο τραγούδι αλλά στη μέση τα πάθια και οι καημοί το διέκοψαν. Τα μάτια βούρκωσαν και συμπαρέσυραν τις φωνητικές χορδές. «Δεν μπορώ άλλο, θα αρχίσω το κλάμα...»
Στο σημείο αυτό ήρθε και εισέβαλε στη συντροφιά, με μαγικό πάντα τρόπο, ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. «Οι γιαγιάδες μου έλεγαν, είπε η Αργυρώ η χαρούμενη, ότι έψελνε εδώ στην Παναγία ο κοσμοκαλόγερος. Ερχόταν το απόγευμα, έψελνε στον εσπερινό, διάβαζε το απόδειπνο και το πρωί συμμετείχε στην πάντα κατανυκτική με τα κεριά θεία λειτουργία.” Και πραγματικά οι ακολουθίες στο κατανυκτικό εκκλησάκι της Παναγιάς της Κουνίστρας, με τα κεριά και τους ταπεινούς πολυελαίους, σε οδηγούν κατ’ ευθείαν στις παπαδιαμάντειες ομορφιές. «Μου έλεγε η γιαγιά μου, συνέχισε η Αργυρώ ότι οι Σκιαθίτες δεν είχαν περί πολλού τον «παράξενο» κυρ Αλέξανδρο που έπινε τα βράδια και απομονωνόταν από τους πολλούς. Αλλά μήπως υπάρχει κανένας προφήτης που να είναι αγαπητός στην πατρίδα του;»
Η Ακριβούλα και το Μοιρολόγι της φώκιας έδεσαν με τα ψηλά βουνά που οδηγούν στο Χριστό στο Κάστρο και οι ομορφιές της Σκιάθου συμπλήρωσαν τα πάθια των ανθρώπων, φανερώνοντας τον κοσμοκαλόγερο Παπαδιαμάντη. Είδα και εγώ τελικά τον Παπαδιαμάντη, όσο χαζό και αν ακούγεται...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα εγγόνια του «διαβόλου»

Τα εγγόνια του «διαβόλου» . «Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι», συνηθίζει να λέει ο λαός, περιγελώντας και κοροϊδεύοντας τα καμώματα των ανθρώπων, που ζουν δίπλα στο ιερατείο. Είναι γεγονός και συχνό φαινόμενο, τα παπαδοπαίδια μη αντέχοντας την καταπίεση από την αναγκαστική συμμετοχή στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, να οδηγούνται σε μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις. Η βίωση της καθημερινότητας με τα προβλήματα και τις παραξενιές της, οδηγεί σε απομυθοποίηση του ιερατείου. Το παιδί ξέρει πρώτα τον πατέρα του, που μπορεί να παίζει και να γελά και μετά τον παπά, που διδάσκει. Ακόμη οι άνθρωποι που ζουν δίπλα στο ιερατείο, αναγκαστικά δακτυλοδείχνονται ως κομμάτι του «εκλεκτού» και περικλείονται σε τείχη καθωσπρεπισμού. Τα δεδομένα γίνονται τραγικά όταν η απομυθοποίηση του ιερατείου, συνοδεύεται και από αμφισβήτηση της αξίας του. Ωστόσο, το κριτήριο αυτό είναι πολύ σχετικό αφού ακόμη και αποδεδειγμένα άγιες οικογένειες, όπως του Μεγάλου Βασιλείου, είχαν στους κόλπους τους παιδιά που κάθε άλλο π...

Ο «γουμάς» της Λύσης

. "Νάτουν η Σκάλα μάλι σου, τζαι να μου τη χαρίσης, εν την αλλάσω φίλε μου με ένα γουμάν της Λύσης", τραγουδά ο λαικός ποιητής Παύλος Λιασίδης, και οι αλλόθρησκοι αττίλες βάλθηκαν να κάνουν το "καμάρι της μεσαρκάς" κατά τον άλλο λαϊκό ποιητή της Λύσης Γιακουμή Ατσίκκο, από χώρο μεγαλοπρέπειας, ομορφιάς και λαμπρότητας σε πραγματικό χώρο κατοικίας άλογων ζώων.... Τα χρόνια πέρασαν και η εξιδανίκευση του χαμένου τόπου ήλθε και ο μύθος κάλυψε την πραγματικότητα. Η Λύση 25 χρόνια μετά, έγινε διεθνώς γνωστή για τις κλεμμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, ενώ και οι άνθρωποι της, διασκορπισμένοι σΆ όλη την Κύπρο, παινεύονται για την καταγωγή και τα χαμένα μεγαλεία της Λύσης? Η προσπάθεια να αγγίξω το φαινόμενο «Λυσιώτες» είναι σίγουρα υποκειμενική, αλλά ίσως θα πρέπει κάποτε να περάσουμε από τον «όμορφο μύθο της τελειότητας», στην κοινωνική ανάλυση και τη αντικειμενική μελέτη? αν βεβαίως θέλουμε να μην χαθούμε από την κούραση των αντικατοχικών και μά...

«Αν ήταν η αζούλα πούζα» θα είχαμε και ουράνιο

➧ «Αν ήταν η αζούλα πούζα, ήταν να πουζιάσει ούλος ο κόσμος» δηλαδή αν η ζήλια ήταν κήλη, θα ήταν άρρω- στος όλος ο κόσμος. Η κυπριακή παροιμία ακολουθεί και τους σημερινούς Κύπριους και η κακή ζήλια φαί- νεται ότι κατατρύχει κάθε προσπάθεια, για να γίνει κάτι καλό σε αυτό τον τόπο. Αποσβολωμένοι οι τηλε- θεατές είδαν τον πρόεδρος του ΕΤΕΚ, τον σοβαρό Στέλιο Αχνιώτη, να ζητά εξηγήσεις από τον Νεοκλή Συλικιώτη, για δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία το αμερικανικό ωκεανογραφικό σκάφος Ναυτίλος, α- ναζητά ουράνιο στην περιοχή της υποθαλάσσιας ορο- σειράς Ερατοσθένης, εξήντα ναυτικά μίλια δυτικά της Πάφου. Ο υπουργός Εμπορίου χαμογελώντας εξέ- φρασε άγνοια, ενώ πιο παραστατικός και με πλατύτε- ρο χαμόγελο ήταν και την επομένη ο υπουργός Συ- γκοινωνιών, Ευθύμιος Φλουρέντζου. Καλά εκεί στο ΕΤΕΚ δεν ρωτούν –σε επιστημονικό επίπεδο– πριν να εκτεθούν δημοσίως; Είναι δικαιολογία ότι ρωτούσε ο πρόεδρος του ΕΤΕΚ ως απλός πολίτης αυτού του τό- που. Δεν θα ήταν καλύτερα το ΕΤΕΚ να ζητήσει από τους ε...