Εν Εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν
Είχαμε πάει πάλι περιοδεία στα χωριά, η οικογένεια και μερικοί φίλοι. Ήταν ημέρα Σάββατο, ημέρα που συνηθίζουμε να επισκεπτόμεθα χωριά και μοναστήρια, να βλέπουμε ανθρώπους, εκκλησίες και σπίτια. Αυτές οι περιοδείες είναι πάντα συναρπαστικές. Συναντούμε σπουδαίους ανθρώπους τους οποίους ευλαβούμεθα. Χαιρόμεθα τη μορφή τους, λαμβάνουμε την ευχή τους και ακούμε τα λόγια τους. Άλλοτε πάλι κάνουμε νέες γνωριμίες διότι όταν κάνουμε εκδρομή δεν βιαζόμαστε και πιάνουμε κουβέντα με όσους συντύχωμε και αν μας καλέσουν πηγαίνουμε στα σπίτια των. Οι άνθρωποι του τόπου μας, αλλά και κάθε τόπου, πιστεύω, αποκαλύπτονται θαυμάσιοι όταν τους πλησιάσεις χωρίς αρνητική διαμόρφωση. Και τα κτίρια και τα τοπία, η λαϊκή αρχιτεκτονική, η ναοδομία, η εικονογραφία. Πόση και ποια τέχνη και πόσος πλούτος συσσωρευμένος για αιώνες στα φτωχά χωριά μας! Χίλια μάτια για να βλέπεις κι εφτά καρδιές να τ’ αγαπάς!
Εκείνο το Σάββατο λοιπόν αφού περιδιαβήκαμε τόπους αξιοθαύμαστους καταλήξαμε σε ένα μικρό σήμερα χωριό για τον εσπερινό. Ήσαν δυο οι παπάδες, ο ένας ιερουργούσε ο άλλος έψαλλε. Ο ψάλλων έψαλλε πρακτικά, απλοϊκά με ύφος γλυκύ και σεμνό εκ παραδόσεως εγνώριζε την ψαλτική. Πλην όμως λίγο τον άφηνε να ψάλλει ένας νεαρός, ο οποίος καθεδράζετο στο κεντρικό υπερυψωμένο στασίδι και προδήλως εγνώριζε μουσικά δηλαδή έψαλλε διαβάζοντας την Βυζαντινή σημειογραφία. Κουνούσε το χέρι του σύμφωνα με τον ρυθμό της μελωδίας και κάθε τόσο σφυρούσε με ένα μικρό μηχάνημα · με αυτό έπιανε το ίσον, όπως μου είπαν αργότερα. Το ύφος ήταν μάλλον αθηναϊκό, πομπώδες. Η φωνή έβγαινε από τον λάρυγγα μεταλλική. Και ήταν πολύ δυνατή και χωρίς μεγάφωνα. Ακουγόταν στ’ αυτιά μου ηχηρή και την έβρισκα πολύ ισχυρή για την μικρή αυτή εκκλησία. Διερωτήθηκα σε κάποια στιγμή, γιατί να φωνάζουμε έτσι; Ποιος θέλουμε να μας ακούσει; Ο δια την ημών σωτηρίαν ενανθρωπήσας καταδεξάμενος Θεός ημών ή οι άνθρωποί μας; Είμασταν εκτός από τους δυο παπάδες και τον ένα ψάλτη η δική μας συντροφιά και μια γριά. Ύστερα ήρθε κι ένας μεσόκοπος άνδρας και στάθηκε δίπλα στο αναλόγι.
Μετά από λίγο όχι μόνο άρχισα να βαριέμαι μα και πολύ άσχημα να αισθάνομαι. Ένιωθα πως η επίσημη ψαλμωδία καταργούσε την ιερότητα του ναού. Κοίταξα να πιαστώ από κάτι άλλο. Περιπλανήθηκα στις εικόνες. Οι μεγάλες ήσαν νεώτερης τέχνης, έργα των δεκαετιών του πενήντα και εξήντα της λεγόμενης αναγεννησιακής τέχνης. Γλυκές, σεμνές, με χαρούμενα χρώματα, κυρίως ουρανιά, χωρίς βάθος, χωρίς μυστήριο, χωρίς εσωτερικό φως. Στους τοίχους και στις κολώνες ήσαν και κάποιες καινούργιες της λεγόμενης βυζαντινής τέχνης. Στάθηκα λίγο σ’ αυτές. Δεν είχαν καθιστικό να σε κεράσουν τίποτε. Ήταν επιπλέον άσχημες. Επέστρεψα στις πρώτες. Επάνω ψηλά ήσαν αρκετές μικρές κυπριακής τέχνης της Τουρκοκρατίας, ταπεινές, με γλυκύτατα χρώματα, με αγάπη πλουμισμένες, πολύχρωμες σαν κεντήματα. Ωστόσο, πρόσεξα άσπρα σημάδια πάνω τους, το χρώμα του υποστρώματος. Κατάλαβα πως απολεπίζονται ξεχασμένες εκεί ψηλά. Θυμήθηκα πως υπήρχαν παλιές εικόνες σε αυτό το ναό του δεκάτου έκτου αιώνα. Μεταφέρθηκαν πριν μερικά χρόνια στο μουσείο της πόλεως της επαρχίας μας. Τις επισκέφθηκα τελευταίως και πρόσεξα πως παρά τη συντήρηση που τους έγινε και την συνεχή επίβλεψη του συντηρητή του μουσείου απολεπίζονται. Εάν τις αγγίξεις σε ορισμένα σημεία είναι έτοιμες να λουβίσουν. Τι να υποθέσεις; Σκέφτηκα πως για τέσσερις αιώνες ήσαν σε αυτό το χωριό με το ξηρό ορεινό κλίμα και τώρα βρίσκονται σε χαμηλοτάβανα δωμάτια με το μπετόν να κοχλάζει από πάνω τους το καλοκαίρι και την υγρασία της παραλιακής πόλης να τις διαπερνά.
Και το κυριώτερο δεν θυμιατίζονται, δεν προσκυνούνται, δεν τους ανάβουν καντήλι και δεν κάνει κανείς μετάνοια, ούτε κλαίει κανείς μπροστά τους.
Πρόσεξα τώρα στο ναό πως μέσα στα καντήλια αν και ασημένια, παλιά, υπήρχαν ηλεκτρικές λάμπες. Ήταν τόσο αταίριαστο πράγμα και το φως τους δεν άφηνε το μάτι σου να ξεκουραστεί. Επιπλέον το φως των πολυελαίων ήταν πολύ δυνατό. Τόσο δυνατό κι αχρείαστο σαν την φωνή του ψάλτη. Κι ακόμα πρόσεξα πως από κάθε γυάλινο πολυέλαιο κρεμμόταν μια αρκετά μεγάλη μεταλλική ταμπέλα που έγραφε το όνομα του δωρητή. Μπορούσα καθαρά να διαβάσω: δωρεά οικογένειας Ιωάννου Κ. Γεωργιάδη. Η ταμπέλα όμως των μεγαφώνων ήταν πολύ μεγαλύτερη: δωρεά Ελπίδας Ιορδάνου. Μα και στη ράχη των στασιδίων αναγράφονταν διάφορα ονόματα, διάβασα όλα όσα ημπορούσα από τη θέση μου. Έψαξα με τα μάτια μου όλο τον επιστητό χώρο και ο εσπερινός δεν έλεγε να προχωρήσει και η καρδιά μου δεν έλεγε να βρει παρηγοριά εντός του ναού. Είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν σε αίθουσα πανεπιστημίου σε ώρα διδασκαλίας με ένα χάλια οπτιοκοακουστικό σύστημα. Τα παιδιά με έβγαλαν από όλη αυτή την δυσκολία. Άρχισαν να γκρινιάζουν και να με τραβούν: πάμε έξω, πάμε έξω? Εβγήκα μαζί τους αμέσως έξω με ανακούφιση.
Δεν περπατήσαμε πολύ στον κήπο και ήρθε να μας συναντήσει η σύζυγός μου εκφράζοντας επίσης τη χαρά της που βρήκε την ευκαιρία και δραπέτευσε. Σε λίγο ένας-ένας ήρθαν έξω όλοι οι φίλοι της παρέας και επιάσαμε ζωηρή συζήτηση στο καγγέλι του αυλόγυρου, ωσάν να είχαμε όλοι ελευθερωθεί από την ίδια καταπίεση. Είχαμε τέτοιο κέφι να μιλάμε και να γελάμε.
Σε λίγο πέρασε από εκεί μια παπαδιά, η οποία παραδόξως όπως και η άλλη δεν ήρθε καθόλου στον εσπερινό. Όταν είδε την χαρά της συναναστροφής κοντοστάθηκε, ήταν επίσης χαρούμενη κι εμπήκε στη συζήτηση σαν να είμαστε παλιοί φίλοι. Μετά από λίγο συνέβηκε κάτι που δεν το περίμενε κανένας μας. Η μοναδική γριά που στεκόταν με ευλάβεια μέσα στην εκκλησία εξήλθε επίσης και βρέθηκε με γελαστά μάτια ανάμεσά μας, ήταν τόσο συμπαθής! «Εσύ, γιαγιά, γιατί εβγήκες;» την ερωτώ και αυτή αμέσως απολογήθη: «Γιατί εσείς εβγήκατε κι εγώ θα μείνω μέσα;» Κι άρχισε να μας ερωτά και να την ερωτούμε και να γνωριζόμαστε και να αγαπιόμαστε.
Πέρασαν κι άλλοι από εκεί, κοντοστάθηκαν, έπειτα καλοστάθηκαν και ύστερα επικάθισαν στα πεζούλια των καλντεριμιών, ώδε κακείσε λέγοντας ο καθένας τα δικά του. Κι έγινε πανηγύρι.
Στο μεταξύ εβγήκαν κι οι παπάδες από τον εσπερινό κι ο ψάλτης κι ο ένας ο πιστός που παρέμεινε μέσα. «Μας συγχωρείτε πάτερ..»
Σπεύσαμε να πούμε: «Ξέρω, ξέρω?» απήντησε ο παπάς. «Κι όμως, ένας πιστός άντεξε μέχρι το τέλος, αυτός μας κρίνει?». «Αυτός είναι κουφός, είπε ο παπάς, δεν ακούει καθόλου». Ναι, μα θα μπορούσαμε να γίνουμε δια Χριστόν κουφοί, δια Χριστόν τυφλοί, δια Χριστόν σαχλοί. Μα πού τέτοια καρδιά;
Άρχισε να σουρουπώνει, ο ήλιος έδωσε, τα δυνατά χρώματα του καλοκαιριού ατόνισαν, τ’ αντίθετα αντέδωσαν μεταξύ τους κι έσμιξαν. Η ώρα ησύχασε, οι θόρυβοι κούρνιασαν. Υπήρχε παντού μια ιερότητα! Κι εμείς σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δεν ήμουν σίγουρος διερωτήθηκα: μήπως τελικά ήταν ο πειρασμός που μας άφησε ασπερίνιαστους απόψε;
Εκείνο το Σάββατο λοιπόν αφού περιδιαβήκαμε τόπους αξιοθαύμαστους καταλήξαμε σε ένα μικρό σήμερα χωριό για τον εσπερινό. Ήσαν δυο οι παπάδες, ο ένας ιερουργούσε ο άλλος έψαλλε. Ο ψάλλων έψαλλε πρακτικά, απλοϊκά με ύφος γλυκύ και σεμνό εκ παραδόσεως εγνώριζε την ψαλτική. Πλην όμως λίγο τον άφηνε να ψάλλει ένας νεαρός, ο οποίος καθεδράζετο στο κεντρικό υπερυψωμένο στασίδι και προδήλως εγνώριζε μουσικά δηλαδή έψαλλε διαβάζοντας την Βυζαντινή σημειογραφία. Κουνούσε το χέρι του σύμφωνα με τον ρυθμό της μελωδίας και κάθε τόσο σφυρούσε με ένα μικρό μηχάνημα · με αυτό έπιανε το ίσον, όπως μου είπαν αργότερα. Το ύφος ήταν μάλλον αθηναϊκό, πομπώδες. Η φωνή έβγαινε από τον λάρυγγα μεταλλική. Και ήταν πολύ δυνατή και χωρίς μεγάφωνα. Ακουγόταν στ’ αυτιά μου ηχηρή και την έβρισκα πολύ ισχυρή για την μικρή αυτή εκκλησία. Διερωτήθηκα σε κάποια στιγμή, γιατί να φωνάζουμε έτσι; Ποιος θέλουμε να μας ακούσει; Ο δια την ημών σωτηρίαν ενανθρωπήσας καταδεξάμενος Θεός ημών ή οι άνθρωποί μας; Είμασταν εκτός από τους δυο παπάδες και τον ένα ψάλτη η δική μας συντροφιά και μια γριά. Ύστερα ήρθε κι ένας μεσόκοπος άνδρας και στάθηκε δίπλα στο αναλόγι.
Μετά από λίγο όχι μόνο άρχισα να βαριέμαι μα και πολύ άσχημα να αισθάνομαι. Ένιωθα πως η επίσημη ψαλμωδία καταργούσε την ιερότητα του ναού. Κοίταξα να πιαστώ από κάτι άλλο. Περιπλανήθηκα στις εικόνες. Οι μεγάλες ήσαν νεώτερης τέχνης, έργα των δεκαετιών του πενήντα και εξήντα της λεγόμενης αναγεννησιακής τέχνης. Γλυκές, σεμνές, με χαρούμενα χρώματα, κυρίως ουρανιά, χωρίς βάθος, χωρίς μυστήριο, χωρίς εσωτερικό φως. Στους τοίχους και στις κολώνες ήσαν και κάποιες καινούργιες της λεγόμενης βυζαντινής τέχνης. Στάθηκα λίγο σ’ αυτές. Δεν είχαν καθιστικό να σε κεράσουν τίποτε. Ήταν επιπλέον άσχημες. Επέστρεψα στις πρώτες. Επάνω ψηλά ήσαν αρκετές μικρές κυπριακής τέχνης της Τουρκοκρατίας, ταπεινές, με γλυκύτατα χρώματα, με αγάπη πλουμισμένες, πολύχρωμες σαν κεντήματα. Ωστόσο, πρόσεξα άσπρα σημάδια πάνω τους, το χρώμα του υποστρώματος. Κατάλαβα πως απολεπίζονται ξεχασμένες εκεί ψηλά. Θυμήθηκα πως υπήρχαν παλιές εικόνες σε αυτό το ναό του δεκάτου έκτου αιώνα. Μεταφέρθηκαν πριν μερικά χρόνια στο μουσείο της πόλεως της επαρχίας μας. Τις επισκέφθηκα τελευταίως και πρόσεξα πως παρά τη συντήρηση που τους έγινε και την συνεχή επίβλεψη του συντηρητή του μουσείου απολεπίζονται. Εάν τις αγγίξεις σε ορισμένα σημεία είναι έτοιμες να λουβίσουν. Τι να υποθέσεις; Σκέφτηκα πως για τέσσερις αιώνες ήσαν σε αυτό το χωριό με το ξηρό ορεινό κλίμα και τώρα βρίσκονται σε χαμηλοτάβανα δωμάτια με το μπετόν να κοχλάζει από πάνω τους το καλοκαίρι και την υγρασία της παραλιακής πόλης να τις διαπερνά.
Και το κυριώτερο δεν θυμιατίζονται, δεν προσκυνούνται, δεν τους ανάβουν καντήλι και δεν κάνει κανείς μετάνοια, ούτε κλαίει κανείς μπροστά τους.
Πρόσεξα τώρα στο ναό πως μέσα στα καντήλια αν και ασημένια, παλιά, υπήρχαν ηλεκτρικές λάμπες. Ήταν τόσο αταίριαστο πράγμα και το φως τους δεν άφηνε το μάτι σου να ξεκουραστεί. Επιπλέον το φως των πολυελαίων ήταν πολύ δυνατό. Τόσο δυνατό κι αχρείαστο σαν την φωνή του ψάλτη. Κι ακόμα πρόσεξα πως από κάθε γυάλινο πολυέλαιο κρεμμόταν μια αρκετά μεγάλη μεταλλική ταμπέλα που έγραφε το όνομα του δωρητή. Μπορούσα καθαρά να διαβάσω: δωρεά οικογένειας Ιωάννου Κ. Γεωργιάδη. Η ταμπέλα όμως των μεγαφώνων ήταν πολύ μεγαλύτερη: δωρεά Ελπίδας Ιορδάνου. Μα και στη ράχη των στασιδίων αναγράφονταν διάφορα ονόματα, διάβασα όλα όσα ημπορούσα από τη θέση μου. Έψαξα με τα μάτια μου όλο τον επιστητό χώρο και ο εσπερινός δεν έλεγε να προχωρήσει και η καρδιά μου δεν έλεγε να βρει παρηγοριά εντός του ναού. Είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν σε αίθουσα πανεπιστημίου σε ώρα διδασκαλίας με ένα χάλια οπτιοκοακουστικό σύστημα. Τα παιδιά με έβγαλαν από όλη αυτή την δυσκολία. Άρχισαν να γκρινιάζουν και να με τραβούν: πάμε έξω, πάμε έξω? Εβγήκα μαζί τους αμέσως έξω με ανακούφιση.
Δεν περπατήσαμε πολύ στον κήπο και ήρθε να μας συναντήσει η σύζυγός μου εκφράζοντας επίσης τη χαρά της που βρήκε την ευκαιρία και δραπέτευσε. Σε λίγο ένας-ένας ήρθαν έξω όλοι οι φίλοι της παρέας και επιάσαμε ζωηρή συζήτηση στο καγγέλι του αυλόγυρου, ωσάν να είχαμε όλοι ελευθερωθεί από την ίδια καταπίεση. Είχαμε τέτοιο κέφι να μιλάμε και να γελάμε.
Σε λίγο πέρασε από εκεί μια παπαδιά, η οποία παραδόξως όπως και η άλλη δεν ήρθε καθόλου στον εσπερινό. Όταν είδε την χαρά της συναναστροφής κοντοστάθηκε, ήταν επίσης χαρούμενη κι εμπήκε στη συζήτηση σαν να είμαστε παλιοί φίλοι. Μετά από λίγο συνέβηκε κάτι που δεν το περίμενε κανένας μας. Η μοναδική γριά που στεκόταν με ευλάβεια μέσα στην εκκλησία εξήλθε επίσης και βρέθηκε με γελαστά μάτια ανάμεσά μας, ήταν τόσο συμπαθής! «Εσύ, γιαγιά, γιατί εβγήκες;» την ερωτώ και αυτή αμέσως απολογήθη: «Γιατί εσείς εβγήκατε κι εγώ θα μείνω μέσα;» Κι άρχισε να μας ερωτά και να την ερωτούμε και να γνωριζόμαστε και να αγαπιόμαστε.
Πέρασαν κι άλλοι από εκεί, κοντοστάθηκαν, έπειτα καλοστάθηκαν και ύστερα επικάθισαν στα πεζούλια των καλντεριμιών, ώδε κακείσε λέγοντας ο καθένας τα δικά του. Κι έγινε πανηγύρι.
Στο μεταξύ εβγήκαν κι οι παπάδες από τον εσπερινό κι ο ψάλτης κι ο ένας ο πιστός που παρέμεινε μέσα. «Μας συγχωρείτε πάτερ..»
Σπεύσαμε να πούμε: «Ξέρω, ξέρω?» απήντησε ο παπάς. «Κι όμως, ένας πιστός άντεξε μέχρι το τέλος, αυτός μας κρίνει?». «Αυτός είναι κουφός, είπε ο παπάς, δεν ακούει καθόλου». Ναι, μα θα μπορούσαμε να γίνουμε δια Χριστόν κουφοί, δια Χριστόν τυφλοί, δια Χριστόν σαχλοί. Μα πού τέτοια καρδιά;
Άρχισε να σουρουπώνει, ο ήλιος έδωσε, τα δυνατά χρώματα του καλοκαιριού ατόνισαν, τ’ αντίθετα αντέδωσαν μεταξύ τους κι έσμιξαν. Η ώρα ησύχασε, οι θόρυβοι κούρνιασαν. Υπήρχε παντού μια ιερότητα! Κι εμείς σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δεν ήμουν σίγουρος διερωτήθηκα: μήπως τελικά ήταν ο πειρασμός που μας άφησε ασπερίνιαστους απόψε;
Σχόλια