Η πάμπτωχη Αλισαβού
Από τις τρεις αδελφές η μικρότερη ήταν η Αλισαβού. Ήσαν πάμπτωχες, γιΆ αυτό και τις έστειλαν από μικρές σε μεγάλα σπίτια ως δούλες, δηλαδή υπηρέτριες. Στην Πόλη και στη Μόρφου επήγαν οι δύο πρώτες, στη Χώρα η μικρότερη. Έτσι εγίνετο τότε, οι πτωχές κοπέλλες από πολύ μικρές επήγαιναν δούλες στα πλούσια σπίτια των πόλεων μέχρι να Άρθουν σε ηλικία γάμου.
Μετά παρέλευση αρκετών χρόνων γύρισε πίσω η Αλισαβού, στο χωριό της. Μα δεν ήταν ολότελα καλά. Να σαλέψει ο νους του ανθρώπου δεν είναι δύσκολο. Λένε πως τη βασάνιζαν εκεί που εδούλευε, πως την κακοποιούσαν, πως της έβαζαν νερά ή λάδια λερωμένα στΆ αυτιά για τιμωρία όταν δεν άκουγε την κυρία. Και ποιος ξέρει τι άλλο? Η ίδια πάντως δεν είπε ποτέ, τίποτε, σε κανένα. Της έμελλε να άρει τον σταυρό της δια βίου μοναξιάς και απολύτου μόνωσης από τους άλλους ανθρώπους κι από τη σκέψη και τη λογική των.
Κανένας δεν την αγάπησε πλέον · ποιος να την αγαπήσει αυτήν; Δεν είχε τίποτα, δεν ήταν τίποτα. Κανένας δεν είχε χρόνο νΆ ασχοληθεί μαζί της, κανένας δεν είχε την ισορροπία να ιδεί την ανισόρροπη. Κι αυτή εκλείσθηκε στον εαυτό της και τον κόσμο της, στον μονόλογο και στη σιωπή της, στην αναχώρηση και τον ασκητισμό της.
Τες νύκτες επεριπλανάτο στα δάση του Ακάμαντος, επερπατούσε ώρες, συχνά όλο το βράδυ. Εκοιμάτο λίγο μέσα στους θάμνους κι ελούζετο πολλάκις όπου εύρισκε νερό τρεχάμενο. Την είδαν πολλοί να λούζεται τες φεγγαρόφωτες νύκτες μεσΆ στα νερά, στα λουτρά της Αφροδίτης, στο κεφαλόβρυσο και στη φουντάνα Αμορόζα. Το νερό ήταν η χαρά της, ο έρωτάς της, η λύτρωσή της μα και το βάσανό της. Διότι τέτοιο πράγμα ήταν, νεροκουβαλήτρα. Την προσέλαβαν οι άρχοντες του χωριού στην υπηρεσία τους ως νεροκουβαλήτρα. Η αφέντισσά της η κυρά-Παγώνα, την έπεμπε αναρίθμητες φορές την ημέρα στο Κεφαλόβρυσο, με το σταμνί, να φέρει νερό.
Στο αρχοντόσπιτο ήσαν τότε πενήντα, πάνω · κάτω, εργάτες μόνιμα. Ήθελαν νερό να πιουν, να πλυθούν, να μαγειρέψουν. Η Αλισαβού η σαλή πηγαινοερχόταν όλη την ημέρα κουβαλώντας το σταμνί στον ώμο αγκομαχώντας και συχνά μονολογώντας κατάρες εναντίον αυτών που θα έπιναν το νερό. Ο μισθός της ήταν λίγο φαγητό κι ένα στρώμα στον αχυρώνα.
Αργότερα, όταν άρχισε να γερνά και δεν έσωνε και πολύ να κουβαλάει νερό, ανέλαβε άλλο διακόνημα, έβοσκε γαλήνες. Είχε υπό την ευθύνη της πενήντα- εξήντα γαλήνες. Τις έβγαζε το πρωί για βοσκή, έξω του χωριού, στον Άη Μηνά, στο δάσος. Επαρακολουθούσε όλες κατά πόδι ώστε όταν εγεννούσαν αυγά τα εμάζευε όλα. Επέστρεφε το δείλι με τις γαλήνες και την ποδιά γεμάτη αυγά.
Με το νερό και το δάσος, με τον ερημικό Άη-Μηνά και τες γαλήνες συντροφιά περνούσε η ζωή της φτωχής σαλής. Η κυρά Παγώνα απέθανε, την παρέλαβε η κόρη της η κυρά Μαρίκα. Κοντά της υπηρέτησε μερικά χρόνια αλλΆ άρχισε να γερνά. Δεν έσωνε πια ούτε το σταμνί, αλλΆ ούτε προλάβαινε τες γαλήνες να μαζέψει ολωνών τα αυγά. Είπαν, τότε πως εγέμισε φτείρες και πως εγέμισε και τΆ αχερώνι και πως τα πουλερικά φτειριάζανε απΆ αυτή. Και την έδιωξαν.
Δεν είχε τίποτε για να χάσει μήτε τίποτε για να πάρει, έφυγε σαν την τρίχα από το ζυμάρι κι άλλαξε απλώς τρόπο ζωής. Έγινε περιπλανώμενη ζητιάνα. Δεν εζητούσε πολλά, λίγο ξηρό φαγητό κι έναν καφέ που της τον έβαζε σΆ ένα μαστραπούδι. Εγύριζε όλη την ημέρα το χωριό και τες νύκτες επλανάτο στο δάσος. Όταν εκουράζετο επήγαινε κι εκοιμάτο σΆ ένα εγκαταλελειμμένο σπιτάκι, σχεδόν ερειπωμένο στην άκρα του χωριού. Η στέγη του ήταν ημικατεστραμμένη και τον χειμώνα έβαζε νερά της βροχής. Η αγαθή όμως εφαίνετο ευχαριστημένη. Αγάπησε αυτή τη γωνιά, την ησυχία της και την ελευθερία της.
΄Εμπαινε στο κάθε σπίτι ελεύθερα, στην αυλή εκάθετο στα σκαλοπάτια ώσπου να της δώσουν κάτι να φάει, καφέ να πιει και κανένα αποφόρι να φορέσει. Η συνηθισμένη φράση που έλεγε: «ευχαριστώ, κι ο Θεός μακαρίσει τους πεθαμένους σας».
Κάποτε απέθανε μια γυναίκα κι έδωσαν τα ρούχα της όλα στην Αλισαβού. Φαίνεται ότι της άρεσε αυτό και μια φορά που επήγε σΆ ένα σπίτι να ζητιανέψει, ερώτησε την οικοδέσποινα: «πότε να πεθάνεις να μου δώσουν τα ρούχα σου;» Αυτή οργίσθηκε και την έδιωξε κακήν κακώς. Όμως αυτή η κακόμοιρη δεν το είπε με κακία ούτε το εννοούσε. Μάλιστα, λέγουν πως, συχνά έκανε αυτή την ενοχλητική ερώτηση στις γυναίκες.
Άλλες φορές πάλι, όταν επήγαινε σε κάποιο σπίτι κι έβλεπε ρούχα πλυμμένα κι απλωμένα για να στεγνώσουν, έβγαζε κι άφηνε εκεί το δικό της κουρέλι κι εφορούσε ένα από τα καθαρά φουστάνια κι έφευγε. Έτσι, όταν εμφανίζετο η Αλισαβού να φορεί καινούργιο φουστάνι, συχνά αταίριαστο με την ηλικία και το σχήμα της, εγνώριζαν ότι κάποια το έκλαιγε. Η νοικοκυρά πάντοτε εγνώριζε ποιος ήταν ο κλέπτης, διότι στη θέση του κλεμμένου φουστανιού έβαζε πάντα η αγαθή το δικό της ράκος. Μια φορά έτυχε να πάρει ένα πολύ ωραίο φόρεμα κάποιας γυναίκας που της το έστειλαν οι συγγενείς της από το εξωτερικό. Ήταν πολυτελείας ένδυμα, επίσημο και σπάνιο σχέδιο για τα κυπριακά συνηθισμένα. Όταν συνάντησε την Αλισαβού να περικαλλίνεται και να περιχαρίζεται μέσα σΆ αυτό στες στράτες του χωριού της έβαλε τις φωνές. Η Αλισαβού αμέσως το έβγαλε χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς να ταραχθεί ή να εντραπεί καθόλου και της λέγει: «να το, κόρη!» Αυτή εντράπηκε και συνάμα ελυπήθηκε την αγαθή και της το άφησε. Συχνά πολλοί είδαν την Αλισαβού ή την άκουσαν να μαλώνει με τους δαίμονες. Μια φορά την είδαν να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα λαχανιασμένη κι αγκομαχώντας εφώναζε: «χώρει τους, χώρει τους! πού με παίρνουν οι καταραμένοι;? Άλλη φορά πάλι πετροβολούσε τες χαρουπιές ουρλιάζοντας: «φύγετε οι καταραμένοι, φύγετε εις τα όρη, στους γκρεμμούς?».
Στο σχήμα η Αλισαβού ήταν μέτρια, αδύνατη, ξερακιανή. Το πρόσωπο είχε μελαμψό και τα μάτια της ήσαν μεγάλα, εκστατικά, τα μαλλιά της λευκά και κοντά, καταλήγοντας σε φοβερούς τεταμένους βοστρύχους. Τα τελευταία χρόνια είχε την κεφαλή ασκεπή και τα πόδια γυμνά, πάντα ανυπόδητα.
Αρχές του χειμώνα του Ά85 πέρασε μια γυναίκα από το ερείπιο της τρελής. Την είδε που εκοιμάτο πάνω σε σακκούλες και άλλα κουρέλια, βρεγμένα από τα νερά της βροχής που επλήμεναν το ερείπιο από την μισοπεσμένη στέγη. Πηγαίνοντας στην πλατεία του χωριού ανήγγειλε η γυναίκα εκείνη, το χάλι της φτωχής. Έσπευσαν τότε ο παπάς και άλλοι κι εμάζεψαν χρήματα κι εκατασκεύασαν μια πρόχειρη μπαράγκα, με τσίγκους, δίπλα από το ημιχαλασμένο κατάλυμα. Την έβαλαν λοιπόν εκεί μέσα δίνοντάς της και λίγα στεγνά σκεπάσματα.
ΜετΆ από λίγες μέρες πρόσεξαν οι χωριανοί πως η Αλισαβού δεν έμενε στην μπαράγκα, μόνο επήγαινε κι εκοιμάτο στο ερειπιό της. Εξάπλωνε πάλι πάνω σΆ εκείνα τα βρεγμένα κουρέλια, δίπλα από το τζάκι που φυσικά, δεν ήταν ποτέ αναμένο.
Να μην ήθελε τάχα το δώρο των χωριανών της; Να μην της άρεσε ίσως το τσίγκινο σπίτι; Να μην εκαταλάβαινε άραγε το καλό της; Να αισθάνετο μήπως κάποιο είδος φρικώδους θαλπωρής στο παλαιό σπίτι, στη γωνιά με το σβηστό τζάκι, στα υγρά ρούχα, στη βροχή που εισερχόταν από τη στέγη κι επλημμύριζε τον οικίσκο; Ποιος ξέρει;
Στις 22 του Γενάρη, του αυτού χειμώνα, το πρωί, την ηύραν νεκρή, με την κεφαλή στην πεζούλα της νεστιάς που την είχε ως προσκέφαλο. Άφησε την τελευταία της πνοή εκείνη τη βροχερή νύκτα του Γενάρη, όντας ολομόναχη, όπως πάντα. Έφυγε η πνοή η εσχάτη της σαλής Αλισαβούς κι άφησε τα βρεγμένα ράκη, τα ρημαγμένα ερείπια, τα ρέοντα νερά και όλη του κόσμου τούτου τη ρευστότητα. Δεν θα σταθεί τάχα κι αυτή η πνοή, η βρεγμένη, η υγρή, η λελουσμένη, έμπροσθεν του Κριτού για να κριθεί κι αυτή και για να κρίνει;
Σχόλια