Αντιγόνη η μάγισσα
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ
.
Έπινε μονορούφι ο παπα-Μιχάλης τη ζιβάνα του κι εκάπνιζε πιντώνοντας το ένα τσιγάρο στο άλλο κι έβλεπε πέρα, προς τα κάτω, προς τη θάλασσα βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν πρωινό Κυριακής και καθόμασταν στο καφενείο πολείτουργα της εκκλησιάς. Μιλούσε βαριεστημένα και κάπως αφηρημένα, πού και πού διέκοπτε ωσάν να σκάλωνε ο νους του κάπου αλλού. Ύστερα κατέβαζε μια πινιά και συνέχιζε: «Το χωριό μας, που λες, είναι να πούμε ορεινό, θεμελιωμένο απάνω στην πέτρα μα θωρεί κατάντικρυ στη θάλασσα που τήνε θωρούμε μέρα-νύχτα και δεν ημπορεί να ησυχάσει η ψυχή μας». Στάθηκε λίγο και έπειτα συνήψε στον πρόλογο αυτό μια ιστορία, την ιστορία της Αντιγόνης της μάγισσας. Την καταγράφω όπως μου την εδιηγήθη.
Κάποτε, περί τας αρχάς του αιώνα, πολλοί κατέβαιναν στην άκρα της θάλασσας, εκατασκεύαζαν μια καλύβα κι έμεναν εκεί όλο το καλοκαίρι. Εκεί επερίμεναν αγναντεύοντας πέρα στη θάλασσα και άμα έβλεπαν πλοιάριο να περνά έκαμναν σινιάλο με μια σημαία. Όταν τους έβλεπαν από το πλοίο έπλεαν πλησίον της ακτής και τους έπαιρναν μαζί των, όπου αν επήγαιναν. Συνήθως στην Αίγυπτο ή στο Λίβανο. Ήθελαν να εύρουν την τύχη τους, μια καλύτερη ζωή ή ακόμη και να πάρουν τη βασιλοπούλα για γυναίκα τους, όπως λένε και τα παραμύθια.
Ενας λοιπόν χωριανός ονόματι Κωνσταντίνος έφυγε κατ’ αυτό τον τρόπο για την Αίγυπτο. Εκεί, στην Αλεξάνδρεια αρμάστηκε όχι τη βασιλοπούλα, μα μια κοπέλα που άξιζε παραπάνω από βασίλισσα. Την έλεγαν Αντιγόνη και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Ευτύχησε να ζήσει μετ’ αυτής αρκετά χρόνια μα απέθανε χωρίς να τεκνοποιήσει και τον έθαψαν εκεί στην Αλεξάνδρεια. Η Αντιγόνη ήρθε στην Κύπρο, και εγκαταστάθηκε στο χωριό του ανδρός της. Της έδωσε σπίτι, ένα δωμάτιο δηλαδή, η κουνιάδα της κι έμεινε για πάντα στο χωριό.
Ήταν σπουδαία γυναίκα, σπάνιος χαρακτήρας, ωραίος τύπος. Ήταν ψηλή και σωματώδης, ευσταλής, ευτραφής και εύμορφη, κοινωνική, γλυκομίλητη, ευχάριστη και αστεία γυναίκα. Ήταν εγγράμματη και είχε δικά της βιβλία μαζί και την Αγία Γραφή. Ιδιαιτέρως όμως ασχολείτο με την μαντική, ιατροσοφική, σολομωνική, χαρτομαντεία, καφεμαντεία και όλα τα σχετικά. Εκατασκεύαζε φάρμακα και εδιάβαζε τις ασθένειες διαβαστικά διάφορα, ελληνικά και αραβικά. Όλος ο κόσμος επήγαινε κοντά της για ποικίλες χρείες.
Πολλοί λέγουν πως την είδαν πολλές φορές να νυχτοξημερώνεται μέσα σε γκρεμμούς και φαράγκια, μέσα σε πηγάδια και κοντά σε πηγές, σε απόμερους τόπους, δύσβατους και έρημους.
Εκεί συναντούσε τους δαίμονες, όπως η ίδια έλεγε.
Κάποτε έτυχε να συνομιλεί με τον νεαρό τότε Μιχάλη – δεν είχε γίνει παπάς ακόμη – και του λέγει σε κάποια στιγμή: «Βλέπεις, Μιχάλη, την εκκλησία του Αρχιστρατήγου; Τριάντα τρία πόδια γύρω της βλέπω που μαζεύτηκαν μυριάδες δαιμόνων!» Ο νεαρός όμως φίλος της δεν επίστευε όλα αυτά και την επερίπαιζε: «Δεν υπάρχουν σατανάδες, της φαντασίας των ανθρώπων είναι. Και συ που λες πως τους κατεβάζεις να σου δώσω πενήντα λίρες, άμα τους κατεβάσεις και τους ιδώ!»
Ήταν, βέβαια, πράγμα αδύνατο η δήλωση αυτή, διότι ο φτωχός Μιχάλης ο οποίος εργάζετο ως τσαγγάρης τότε δεν ημπορούσε ούτε μια λίρα να οικονομήσει.
Μιαν ημέρα τον εφώναξε η μάγισσα στο σπιτάκι της. Έτυχε να λείπει ο θετός υιός της, διότι στο μεταξύ είχε πάρει ένα ορφανό παιδί ως αναγιωτό. Αυτό το αγόρι το εμεγάλωσε και το εσπούδασε ξενοδουλεύοντας συχνά για να βγάλει τα έξοδά του. Λέει μάλιστα ο κόσμος πως τον είχε σύνευνό της όταν ενηλικιώθηκε. Αργότερα τον επάντρεψε και τον επροίκισε. Λοιπόν, έλειπε εκείνη τη στιγμή κι εφώναξε τον Μιχάλη. Μάλλον του έγνεψε απλώς και τον έμπασε μέσα. Έκλεισε την πόρτα μα όχι τελείως, την άφησε κράνοιχτη. Το δάπεδο του σπιτιού ήταν από χώμα.’Εκαμε με το δάκτυλό της ένα τρίγωνο χαμαί και εμπήκε μέσα. Έγραψε μέσα και κάτι γράμματα ή σύμβολα που έμοιαζαν με αραβουργήματα κι επρόφερε ένα διαβαστικό: «Χάλλα, χούλλου, δεν εκατάλαβα τίποτε, λέει τώρα ο παπά-Μιχάλης, μόνο που συνάφερνε το όνομα του Σατανά».
Προηγουμένως όμως είπε στον Μιχάλη: «Κάθισε στην καρέκλα και βλέπε μόνο, εάν φοβηθείς άπλωσε το χέρι σου προς εμένα».
«Μετά το διαβαστικό, λοιπόν, διηγείται ο παπάς, κατέβησαν οι δαίμονες και τους είδα όπως βλέπω εσένα τώρα. Σαν να είναι τώρα εμπρός στα μάτια μου το θέαμα. Έγινε ένας χαμός, μια φασαρία, ένα σκότος κι εφάνησαν μια στρατιά μικρά ανθρώπινα πλάσματα, άσχημα, γυμνά, παραμορφωμένα… Ο ένας πίσω από τον άλλο, μάλλον ο ένας πάνω στον άλλον έκαμαν ένα γύρο μέσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας. Επροκαλούσαν ένα θόρυβο εκκωφαντικό κι ανακατεύοντο συναμεταξύ τους γελώντας απαίσια, τσιριλλώντας και ζαβώνοντας τες μασέλλες των προς εμένα. Ούρλιαζαν μάλιστα και τα πρόσωπά των εφαίνοντο φρικτά. Εκαμναν δε πελλάρες και ασχημοσύνες ο ένας πάνω στον άλλο. Ήταν ένα φοβερό θέαμα, θίασος ασχήμιας και δυσωδίας.
…Εγώ ότι και είδα έτσι πράμαν εφοβήθηκα πολλά και δεν ήθελα να βλέπω. Έκλεισα τα μάτια μου και άπλωσα το χέρι μου προς τη μάγισσα. Το χέρι μου έτρεμε μα και όλο μου το σώμα. Αυτή κάτι είπε τότε και εξαφανίστηκε η πομπή των πονηρών πνευμάτων αφήνοντας πίσω της μια βουή.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου με κρατούσε από το χέρι η Αντιγόνη, ενώ έτρεμα σύγκορμος. Δεν είπαμε τίποτε, σηκώθηκα και έφυγα. Θα ήμουν τότε περίπου δέκα οκτώ χρονών. Είμαι σήμερα εβδομήντα πέντε και αληθινά, δεν είδα έκτοτε τίποτε πιο φοβερό, τίποτε πιο αληθινό από αυτό το θέαμα».
Μια άλλη ημέρα ο Μιχάλης επισκέφθηκε πάλι την Αντιγόνη και την ηύρε να διαβάζει το Ευαγγέλιο. «Βρε Μιχάλη, του λέει, ξέρεις τι γράφει εδώ μέσα;» Πού να ξέρει ο Μιχάλης που μέχρι τότε δεν είχε πιάσει στα χέρια του καν τη Γραφή. «Γράφει, συνέχισε η Αντιγόνη, χωρίς να περιμένει απάντηση, πως «φανερά εστί τα έργα της σαρκός, μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθραι, έρεις, ζήλοι, θυμοί, εριθείαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τούτοις… Οι τα τοιαύτα πράσσοντες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν». Διάβασε όλον αυτόν τον κατάλογο αργά και με προσοχή δίνοντας έμφαση κυρίως στο «φαρμακεία» και προσέθεσε:
«Εγώ μέσα σ’ αυτούς είμαι, Μιχάλη, μέσα σ’ αυτούς που βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν» και κατέληξε: «Θα μου δώσει άραγε χρόνο ο Θεός να μετανοήσω, να ζητήσω συγνώμην εκ βάθους πριν αποθάνω;»
Σε λίγο καιρό οι δυο φίλοι χώρισαν, η Αντιγόνη η μάγισσα έφυγε από το χωριό, πήγε να γηροκομηθεί στην πόλη. Ο Μιχάλης νυμφεύθηκε και έπειτα επήγε στην Ιερατική Σχολή και έμαθε θεωρίες περί Θεού κι έγινε παπάς. Για πενήντα χρόνια τώρα κατεβάζει τους αγγέλους στη Θεία Λειτουργία. Στη μνήμη του έμεινε η Αντιγόνη ως η ωραία εκείνη γυναίκα που κατέβαζε τους δαίμονες που ωστόσο την αγαπούσε όλος ο κόσμος και που διαβάζοντας το Ευαγγέλιο εύρισκε τον εαυτό της έξω της Βασιλείας του Θεού. Δι’ αυτής αυτός είδε το αρνητικό της φωτογραφίας του Παραδείσου. Και αυτός ξέρει πως, ο ίδιος ποτέ δεν έκαμε το καλό μήτε με ψάλτη μήτε με επίτροπο. Δεν ημπορεί να ανεχθεί τη φασαρία που κάνουν τα μικρά παιδιά και μαλώνει τις μανάδες των να μην τα φέρνουν στην εκκλησία. Τελευταία θύμωσε σε κάποιο γέρο που ήρθε να μεταλάβει και ο γέρος κακοφανίστηκε και δεν ξαναπάτησε στην εκκλησία. Το χωρίο εκείνο της Γραφής που του διάβασε η μάγισσα δεν ξέρει πού είναι γραμμένο, γιατί ποτέ δεν διάβασε τη Γραφή πλην των περικοπών των Κυριακών. Ακόμη, πίνει πολύ και καπνίζει, όπως καλή ώρα τώρα στο καφενείο και ανήσυχος με σκοτεινό το βλέμμα κοιτάζει πέρα, τη θάλασσα.
Ποιος ξέρει τι απέγινε η Αντιγόνη και τι θα απογίνει ο Μιχάλης; Μετανόησε άραγε αυτή; Κι αυτός θα μετανοήσει τάχα; Μήπως και γνωρίζει κανείς την έκβαση της περιπέτειας του βίου εκάστου ανθρώπου και τι μετ’ αυτού τελικά κομίζει;
Κάποτε, περί τας αρχάς του αιώνα, πολλοί κατέβαιναν στην άκρα της θάλασσας, εκατασκεύαζαν μια καλύβα κι έμεναν εκεί όλο το καλοκαίρι. Εκεί επερίμεναν αγναντεύοντας πέρα στη θάλασσα και άμα έβλεπαν πλοιάριο να περνά έκαμναν σινιάλο με μια σημαία. Όταν τους έβλεπαν από το πλοίο έπλεαν πλησίον της ακτής και τους έπαιρναν μαζί των, όπου αν επήγαιναν. Συνήθως στην Αίγυπτο ή στο Λίβανο. Ήθελαν να εύρουν την τύχη τους, μια καλύτερη ζωή ή ακόμη και να πάρουν τη βασιλοπούλα για γυναίκα τους, όπως λένε και τα παραμύθια.
Ενας λοιπόν χωριανός ονόματι Κωνσταντίνος έφυγε κατ’ αυτό τον τρόπο για την Αίγυπτο. Εκεί, στην Αλεξάνδρεια αρμάστηκε όχι τη βασιλοπούλα, μα μια κοπέλα που άξιζε παραπάνω από βασίλισσα. Την έλεγαν Αντιγόνη και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Ευτύχησε να ζήσει μετ’ αυτής αρκετά χρόνια μα απέθανε χωρίς να τεκνοποιήσει και τον έθαψαν εκεί στην Αλεξάνδρεια. Η Αντιγόνη ήρθε στην Κύπρο, και εγκαταστάθηκε στο χωριό του ανδρός της. Της έδωσε σπίτι, ένα δωμάτιο δηλαδή, η κουνιάδα της κι έμεινε για πάντα στο χωριό.
Ήταν σπουδαία γυναίκα, σπάνιος χαρακτήρας, ωραίος τύπος. Ήταν ψηλή και σωματώδης, ευσταλής, ευτραφής και εύμορφη, κοινωνική, γλυκομίλητη, ευχάριστη και αστεία γυναίκα. Ήταν εγγράμματη και είχε δικά της βιβλία μαζί και την Αγία Γραφή. Ιδιαιτέρως όμως ασχολείτο με την μαντική, ιατροσοφική, σολομωνική, χαρτομαντεία, καφεμαντεία και όλα τα σχετικά. Εκατασκεύαζε φάρμακα και εδιάβαζε τις ασθένειες διαβαστικά διάφορα, ελληνικά και αραβικά. Όλος ο κόσμος επήγαινε κοντά της για ποικίλες χρείες.
Πολλοί λέγουν πως την είδαν πολλές φορές να νυχτοξημερώνεται μέσα σε γκρεμμούς και φαράγκια, μέσα σε πηγάδια και κοντά σε πηγές, σε απόμερους τόπους, δύσβατους και έρημους.
Εκεί συναντούσε τους δαίμονες, όπως η ίδια έλεγε.
Κάποτε έτυχε να συνομιλεί με τον νεαρό τότε Μιχάλη – δεν είχε γίνει παπάς ακόμη – και του λέγει σε κάποια στιγμή: «Βλέπεις, Μιχάλη, την εκκλησία του Αρχιστρατήγου; Τριάντα τρία πόδια γύρω της βλέπω που μαζεύτηκαν μυριάδες δαιμόνων!» Ο νεαρός όμως φίλος της δεν επίστευε όλα αυτά και την επερίπαιζε: «Δεν υπάρχουν σατανάδες, της φαντασίας των ανθρώπων είναι. Και συ που λες πως τους κατεβάζεις να σου δώσω πενήντα λίρες, άμα τους κατεβάσεις και τους ιδώ!»
Ήταν, βέβαια, πράγμα αδύνατο η δήλωση αυτή, διότι ο φτωχός Μιχάλης ο οποίος εργάζετο ως τσαγγάρης τότε δεν ημπορούσε ούτε μια λίρα να οικονομήσει.
Μιαν ημέρα τον εφώναξε η μάγισσα στο σπιτάκι της. Έτυχε να λείπει ο θετός υιός της, διότι στο μεταξύ είχε πάρει ένα ορφανό παιδί ως αναγιωτό. Αυτό το αγόρι το εμεγάλωσε και το εσπούδασε ξενοδουλεύοντας συχνά για να βγάλει τα έξοδά του. Λέει μάλιστα ο κόσμος πως τον είχε σύνευνό της όταν ενηλικιώθηκε. Αργότερα τον επάντρεψε και τον επροίκισε. Λοιπόν, έλειπε εκείνη τη στιγμή κι εφώναξε τον Μιχάλη. Μάλλον του έγνεψε απλώς και τον έμπασε μέσα. Έκλεισε την πόρτα μα όχι τελείως, την άφησε κράνοιχτη. Το δάπεδο του σπιτιού ήταν από χώμα.’Εκαμε με το δάκτυλό της ένα τρίγωνο χαμαί και εμπήκε μέσα. Έγραψε μέσα και κάτι γράμματα ή σύμβολα που έμοιαζαν με αραβουργήματα κι επρόφερε ένα διαβαστικό: «Χάλλα, χούλλου, δεν εκατάλαβα τίποτε, λέει τώρα ο παπά-Μιχάλης, μόνο που συνάφερνε το όνομα του Σατανά».
Προηγουμένως όμως είπε στον Μιχάλη: «Κάθισε στην καρέκλα και βλέπε μόνο, εάν φοβηθείς άπλωσε το χέρι σου προς εμένα».
«Μετά το διαβαστικό, λοιπόν, διηγείται ο παπάς, κατέβησαν οι δαίμονες και τους είδα όπως βλέπω εσένα τώρα. Σαν να είναι τώρα εμπρός στα μάτια μου το θέαμα. Έγινε ένας χαμός, μια φασαρία, ένα σκότος κι εφάνησαν μια στρατιά μικρά ανθρώπινα πλάσματα, άσχημα, γυμνά, παραμορφωμένα… Ο ένας πίσω από τον άλλο, μάλλον ο ένας πάνω στον άλλον έκαμαν ένα γύρο μέσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας. Επροκαλούσαν ένα θόρυβο εκκωφαντικό κι ανακατεύοντο συναμεταξύ τους γελώντας απαίσια, τσιριλλώντας και ζαβώνοντας τες μασέλλες των προς εμένα. Ούρλιαζαν μάλιστα και τα πρόσωπά των εφαίνοντο φρικτά. Εκαμναν δε πελλάρες και ασχημοσύνες ο ένας πάνω στον άλλο. Ήταν ένα φοβερό θέαμα, θίασος ασχήμιας και δυσωδίας.
…Εγώ ότι και είδα έτσι πράμαν εφοβήθηκα πολλά και δεν ήθελα να βλέπω. Έκλεισα τα μάτια μου και άπλωσα το χέρι μου προς τη μάγισσα. Το χέρι μου έτρεμε μα και όλο μου το σώμα. Αυτή κάτι είπε τότε και εξαφανίστηκε η πομπή των πονηρών πνευμάτων αφήνοντας πίσω της μια βουή.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου με κρατούσε από το χέρι η Αντιγόνη, ενώ έτρεμα σύγκορμος. Δεν είπαμε τίποτε, σηκώθηκα και έφυγα. Θα ήμουν τότε περίπου δέκα οκτώ χρονών. Είμαι σήμερα εβδομήντα πέντε και αληθινά, δεν είδα έκτοτε τίποτε πιο φοβερό, τίποτε πιο αληθινό από αυτό το θέαμα».
Μια άλλη ημέρα ο Μιχάλης επισκέφθηκε πάλι την Αντιγόνη και την ηύρε να διαβάζει το Ευαγγέλιο. «Βρε Μιχάλη, του λέει, ξέρεις τι γράφει εδώ μέσα;» Πού να ξέρει ο Μιχάλης που μέχρι τότε δεν είχε πιάσει στα χέρια του καν τη Γραφή. «Γράφει, συνέχισε η Αντιγόνη, χωρίς να περιμένει απάντηση, πως «φανερά εστί τα έργα της σαρκός, μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθραι, έρεις, ζήλοι, θυμοί, εριθείαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τούτοις… Οι τα τοιαύτα πράσσοντες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν». Διάβασε όλον αυτόν τον κατάλογο αργά και με προσοχή δίνοντας έμφαση κυρίως στο «φαρμακεία» και προσέθεσε:
«Εγώ μέσα σ’ αυτούς είμαι, Μιχάλη, μέσα σ’ αυτούς που βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν» και κατέληξε: «Θα μου δώσει άραγε χρόνο ο Θεός να μετανοήσω, να ζητήσω συγνώμην εκ βάθους πριν αποθάνω;»
Σε λίγο καιρό οι δυο φίλοι χώρισαν, η Αντιγόνη η μάγισσα έφυγε από το χωριό, πήγε να γηροκομηθεί στην πόλη. Ο Μιχάλης νυμφεύθηκε και έπειτα επήγε στην Ιερατική Σχολή και έμαθε θεωρίες περί Θεού κι έγινε παπάς. Για πενήντα χρόνια τώρα κατεβάζει τους αγγέλους στη Θεία Λειτουργία. Στη μνήμη του έμεινε η Αντιγόνη ως η ωραία εκείνη γυναίκα που κατέβαζε τους δαίμονες που ωστόσο την αγαπούσε όλος ο κόσμος και που διαβάζοντας το Ευαγγέλιο εύρισκε τον εαυτό της έξω της Βασιλείας του Θεού. Δι’ αυτής αυτός είδε το αρνητικό της φωτογραφίας του Παραδείσου. Και αυτός ξέρει πως, ο ίδιος ποτέ δεν έκαμε το καλό μήτε με ψάλτη μήτε με επίτροπο. Δεν ημπορεί να ανεχθεί τη φασαρία που κάνουν τα μικρά παιδιά και μαλώνει τις μανάδες των να μην τα φέρνουν στην εκκλησία. Τελευταία θύμωσε σε κάποιο γέρο που ήρθε να μεταλάβει και ο γέρος κακοφανίστηκε και δεν ξαναπάτησε στην εκκλησία. Το χωρίο εκείνο της Γραφής που του διάβασε η μάγισσα δεν ξέρει πού είναι γραμμένο, γιατί ποτέ δεν διάβασε τη Γραφή πλην των περικοπών των Κυριακών. Ακόμη, πίνει πολύ και καπνίζει, όπως καλή ώρα τώρα στο καφενείο και ανήσυχος με σκοτεινό το βλέμμα κοιτάζει πέρα, τη θάλασσα.
Ποιος ξέρει τι απέγινε η Αντιγόνη και τι θα απογίνει ο Μιχάλης; Μετανόησε άραγε αυτή; Κι αυτός θα μετανοήσει τάχα; Μήπως και γνωρίζει κανείς την έκβαση της περιπέτειας του βίου εκάστου ανθρώπου και τι μετ’ αυτού τελικά κομίζει;
Σχόλια