Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κάτι λείπει

Χαραλάμπης Θ. Επαμεινώνδας

 

Στην κορφή και στα γυροπλάγια του βουνού είχαν τις στάνες τους πολλοί βοσκοί. Το καλοκαίρι χαίρονταν το δροσερό αεράκι του βουνού και το χειμώνα κλείνονταν στις φτωχικές καλύβες των κι είχαν στα τζάκια τη φωτιά για συντροφιά κι έλεγαν παραμύθια. Τα ζωντανά τους στις στάνες έτρωγαν ξερονομή ως την άνοιξη που κατέβαιναν στες ρεματιές και τες προσινοχλοϊσμένες νάπες. Ζούσαν σαν άρχοντες οι φτωχοί βοσκοί, με απλότη, μ’ έρωτα, πότε με γέλια, πότε με κλάματα, σχεδόν σοφά.

Μια χρονιά, έναν χειμώνα ανέφανε πα’ στο βουνό ένας ξένος. Ήταν ομορφάνθρωπος, αψηλός κι ευγενικός, πολύτροπος, πολύλογος και καλοσύντυχος. Ήτανε μαθές πρίγκιπας από μακρινή χώρα. Σαν πέθανε ο πατέρας του βασίλεψε ο αδερφός του. Ήταν σκληρός, φιλόδοξος, απαίδευτος κι είχε σκοπό να τον σκοτώσει. Αυτός φοβήθηκε, έφυγε κρυφά για να γλιτώσει κι έτσι περιπλανώμενος έφτασε σε τούτο το βουνό. Οι βοσκοί τον έβαλαν έσω κι ό,τι είχαν του πρόσφεραν. Τον φιλοξενούσαν με τη σειρά και χαίρονταν τους τρόπους του και τα γλυκόλογά του. Ίσαμε να ’ρθει η άνοιξη  κέρδισε όλων τις καρδιές μα δεν αποκάλυψε ποιος ήταν. Εξάλλου, δεν είχε κανένα νόημα η καταγωγή του σ’ αυτό το βουνό.

Μια μέρα μάζεψε όλους τους βοσκούς και τους λέει: «Ωραία την περνάτε ’δωπάνω, καλοί μου βοσκοί, μα κάτι σας λείπει». «Και τι μας λείπει δάσκαλε μας σεβαστέ;» ρώτησαν οι βοσκοί. «Να, ένα σχολείο, για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά σας. Γουρουνόπουλα και κατσικόπουλα θ’ αναθρέφετε ή καθώς πρέπει ανθρώπους;» Κοιτάχτηκαν οι βοσκοί μεταξύ τους και δίχως να μιλήσουν συμφώνησαν. Είχανε δώσει τις καρδιές τους είπαμε, στον ευγενή άνθρωπο και του Θεού σταλμένο κι άκουγαν ό,τι τους έλεγε με θάμβος, μ’ ευλάβεια, κι άκουγαν ό,τι τους έλεγε με μ’ αποδοχή. Και τα ’λεγε τόσον ωραία ενώ αυτών βαρβάριζε η γλώσσα τους κι ήταν τραχιά η προφορά τους.

 

Το σχολείο

 

 

Και πώς κάνουν ένα σκολείο δάσκαλε;

Έτσι κι έτσι τους εξηγά ο πρίγκιπας κι αυτοί αρχινούν δουλειά. Εθελοντική εργασία, προσφορά χρημάτων και πραγμάτων και μάνι - μάνι έγινε το σκολείο. Με το μέλι και το γάλα το χτίσανε οι βοσκοί. Μαζώξανε και τα παιδιά τους από τες στράτες κι ο ξένος δάσκαλος έπιασε δουλειά. Κι όλα πηγαίναν μια χαρά.

Σε λίγο καιρό έκανε πάλι συγκέντρωση και τους είπε: «Καλό το σχολείο των παιδιών σας όμως κάτι λείπει ακόμα». «Τι μας λείπει, δάσκαλε, σοφέ;» «Να, και σεις οι μεγάλοι πρέπει να μάθετε να μιλάτε σωστά και να συμπεριφέρεσθε ευγενικά». «Ό,τι πεις, δάσκαλε». «Χρειαζόμαστε, λοιπόν, κι ένα νυχτερινό σχολείο για σας». «Μετά χαράς, δάσκαλε». Κι έκαμαν στο πι και φι το νυχτερινό σκολείο. Και μάθαιναν και οι γέροι και οι γριές να λένε συχνά τις μαγικές λεξούλες: ευχαριστώ, παρακαλώ, συγνώμη κλπ.

Δεν πέρασε πολύς καιρός: «Κάτι μας λείπει, λέει πάλι ο καλός δάσκαλος». «Ένα σπίτι του δασκάλου κι ένα γραφείο». «Πες το κι έγινε», είπαν πάλι οι καλοί βοσκοί. «Θέλουμε κι ένα μέγαρο συνεδριάσεων, ένα κοινοτικό κτίριο για τις εκδηλώσεις, ένα ναό για τις προσευχές, μια βιβλιοθήκη, μια γαλακτοβιομηχανία, ένα οινοποιείο, ένα στρατηγείο, στρατό, αστυνομία, παπά, Δεσπότη, δικαστές, βουλευτές κι ένα... παλάτι!» Κι όλα έγιναν πιστά κι υπάκουα από τους κατοίκους του βουνού που πλήθυναν στο μεταξύ γιατί κάθε κατεργάρης που έχανε τη στράτα του ερχόταν να κατοικήσει στο βουνό. Κι ο γλυκομίλητος ξένος έγινε ο βασιλιάς του πολυκατοικημένου πια βουνού και είχε τώρα το δικαίωμα να θυμώνει, να διατάζει και να τιμωρεί.

 

Η ησυχία

 

Όσο για τους βοσκούς έμαθαν να σέβονται και να προσκυνούν, έχασαν όμως την ησυχία τους και την ευτυχία τους, τα δροσερά καλοκαίρια και τους θερμούς χειμώνες, τα παραμύθια, την απλότη και τη χαρά. Τώρα πια τίποτα δεν έκαναν με την καρδιά τους. Σιχάθηκαν τις συνεδριάσεις, την εθελοντική εργασία και τις πανηγυρικές δοξολογίες. Δεν ήξεραν πια τι τους έφταιγε και τι τους ’φελούσε.

Για να μην αφήσουμε όμως την ιστορία μας με θλιβερό τέλος, θα σας πω και τούτο: μερικοί, ελάχιστοι άρχισαν να υποψιάζονται ότι αυτό που τώρα πραγματικά τους έλειπε ήταν η ελευθερία.


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα εγγόνια του «διαβόλου»

Τα εγγόνια του «διαβόλου» . «Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι», συνηθίζει να λέει ο λαός, περιγελώντας και κοροϊδεύοντας τα καμώματα των ανθρώπων, που ζουν δίπλα στο ιερατείο. Είναι γεγονός και συχνό φαινόμενο, τα παπαδοπαίδια μη αντέχοντας την καταπίεση από την αναγκαστική συμμετοχή στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, να οδηγούνται σε μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις. Η βίωση της καθημερινότητας με τα προβλήματα και τις παραξενιές της, οδηγεί σε απομυθοποίηση του ιερατείου. Το παιδί ξέρει πρώτα τον πατέρα του, που μπορεί να παίζει και να γελά και μετά τον παπά, που διδάσκει. Ακόμη οι άνθρωποι που ζουν δίπλα στο ιερατείο, αναγκαστικά δακτυλοδείχνονται ως κομμάτι του «εκλεκτού» και περικλείονται σε τείχη καθωσπρεπισμού. Τα δεδομένα γίνονται τραγικά όταν η απομυθοποίηση του ιερατείου, συνοδεύεται και από αμφισβήτηση της αξίας του. Ωστόσο, το κριτήριο αυτό είναι πολύ σχετικό αφού ακόμη και αποδεδειγμένα άγιες οικογένειες, όπως του Μεγάλου Βασιλείου, είχαν στους κόλπους τους παιδιά που κάθε άλλο π...

Μαζί στην γη, μαζί και στον ουρανό, ο Παναγής, ο Βασίλης και η Τρυφωνού

Μαζί στην γη, μαζί και στον ουρανό, ο Παναγής, ο Βασίλης και η Τρυφωνού ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ Μαζί στην γη, μαζί και στον ουρανό, σίγουρα θα βρίσκονται ο Παναγής, ο Βασίλης και η  Τρυφωνού, τα τρία άγια αδέλφια, τα οποία έζησαν μαζί, αγωνίστηκαν μαζί και θυσιάστηκαν μαζί για την αγάπη του Χριστού και την αγάπη των ανθρώπων. Ούτε ο ένας μπορεί να ξεχωρίσει από τον άλλο, ούτε και ο ένας θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον άλλο. Η ιδιόρρυθμη, κατ’ οίκον εκκλησία, λόγω των εκκλησιαστικών συγκρούσεων της εποχής καθώς και άλλων περιστάσεων της εποχής, λειτουργούσε με την ευλογία αγίων πνευματικών ανθρώπων και επισφραγίζονταν με πολλά θαύματα.   ΠΑΝΑΓΗΣ Ο Παναγής γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1905, γι’ αυτό και πήρε το όνομα του από την Παναγία. Πέθανε στις 30 Δεκεμβρίου του 1989 σε ηλικία 84 ετών. Ο Παναγής στα παιδικά του χρόνια ήταν άριστος μαθητής αλλά και σπουδαίος ηθοποιός. Επειδή απαγορευόταν να παίζουν θέατρο οι γυναίκες, ντύθηκε ακόμη και γυναίκα για κάποιο ρόλο, λόγ...

Ο «γουμάς» της Λύσης

. "Νάτουν η Σκάλα μάλι σου, τζαι να μου τη χαρίσης, εν την αλλάσω φίλε μου με ένα γουμάν της Λύσης", τραγουδά ο λαικός ποιητής Παύλος Λιασίδης, και οι αλλόθρησκοι αττίλες βάλθηκαν να κάνουν το "καμάρι της μεσαρκάς" κατά τον άλλο λαϊκό ποιητή της Λύσης Γιακουμή Ατσίκκο, από χώρο μεγαλοπρέπειας, ομορφιάς και λαμπρότητας σε πραγματικό χώρο κατοικίας άλογων ζώων.... Τα χρόνια πέρασαν και η εξιδανίκευση του χαμένου τόπου ήλθε και ο μύθος κάλυψε την πραγματικότητα. Η Λύση 25 χρόνια μετά, έγινε διεθνώς γνωστή για τις κλεμμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, ενώ και οι άνθρωποι της, διασκορπισμένοι σΆ όλη την Κύπρο, παινεύονται για την καταγωγή και τα χαμένα μεγαλεία της Λύσης? Η προσπάθεια να αγγίξω το φαινόμενο «Λυσιώτες» είναι σίγουρα υποκειμενική, αλλά ίσως θα πρέπει κάποτε να περάσουμε από τον «όμορφο μύθο της τελειότητας», στην κοινωνική ανάλυση και τη αντικειμενική μελέτη? αν βεβαίως θέλουμε να μην χαθούμε από την κούραση των αντικατοχικών και μά...