Το εθνικό τραύμα και τα παυσίπονα
Το εθνικό τραύμα και τα παυσίπονα
.
________________________________________
Αλλά η πραγματικότητα είναι κάτι το δευτερεύον που διέκοψε για λίγο τα μεγάλα μας σχέδια... (Τάσου Λειβαδίτη Ταξίδι χωρίς τέλος, από τη συλλογή "Βιολέτες για μια εποχή")
Είμαι ένας ελλαδίτης κληρικός και ψυχίατρος. Έχω επισκεφθεί την "γλυκείαν χώραν" Κύπρον 14 φορές και έχω κάμει πολλούς καλούς φίλους. Ανήκω στη γενιά της οποίας το φυσικό αίσθημα δικαίου τραυματίσθηκε από την εισβολή. Έχω θαυμάσει την αγνή πίστη των νεαρών αγωνιστών του κυπριακού αγώνα και την έχω διηγηθεί στο κατηχητικό μου πολλές φορές. Τα μάτια μου γεμίζουν όταν βλέπω στην τηλεόραση να παρελαύνουν κατά τις εθνικές γιορτές οι επιγραφές των σχολείων στα κατεχόμενα. Και έχω ακόμη τη σύνεση να γνωρίζω ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να συμβουλεύσω τους Κυπρίους τι να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα. (Το άρθρο γράφτηκε πριν από αυτό). Ακόμη περισσότερο, δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους.
Μετά από αυτές τις εξηγήσεις (που ο αναγνώστης θα καταλάβει στη συνέχεια γιατί τις θεωρώ απαραίτητες), θα εκθέσω κάποιες σκέψεις με αφορμή το πρόβλημα που ονομάζεται "λύση του Κυπριακού" και το οποίο παρακολουθούμε με αγωνία. Ως μεγαλύτερο εμπόδιο γι' αυτό τον σκοπό θεωρώ, ας μου επιτραπεί, την απουσία νοοτροπίας συμβίωσης. Είναι φανερό ότι μεγάλο ποσοστό και από τις δύο κοινότητες αδυνατεί να συλλάβει την έννοια κράτους άλλου πλην του εθνικά καθαρού. Έτσι, αυτά τα τριάντα χρόνια πήγαν χαμένα από την άποψη της ψυχικής προετοιμασίας για λύση.
Και ως προς μεν το σύνοικον στοιχείον δεν είμαι αρμόδιος να αναλύσω το φαινόμενο. (Σίγουρα, αν το εισόδημα τους ήταν μεγαλύτερο, λιγότεροι θα ψήφιζαν "ναι"). Για το δικό μας έθνος, όμως, θα προσπαθήσω να διατυπώσω κάποιο λόγο, αφού και οι ελλαδίτες από την ίδια νόσο πάσχουμε. Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα έγκειται - μην παραξενευθείτε - στην ανικανότητα να πενθήσουμε.
Ικανότητα πένθους
Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται κάποιος το ψυχικό τραύμα του συμπίπτει με την ικανότητα του να πενθεί την απώλεια. Ναι, η ολοκλήρωση του πένθους δεν συνιστά κάτι το παθητικό, που λαμβάνει χώρα απλώς με το πέρασμα του χρόνου. Αποτελεί ενεργητική διαδικασία, η οποία απαιτεί συγκεκριμένες ικανότητες: θάρρος, ρεαλισμό, σοφία, απουσία ανώριμων εξαρτήσεων, κυρίως δε την ικανότητα να επενδύει κανείς σε καινούργιους στόχους ή αντικείμενα αγάπης, που θα αντικαταστήσουν τα απολεσθέντα. Αυτά μπορεί να μην υπάρχουν και να πρέπει να τα δημιουργήσει. Σημασία έχει πάντως να μην πέσει η σκιά του απολεσθέντος πάνω στον άνθρωπο, οπότε ο ψυχισμός του λιμνάζει.
Αν συμβεί αυτό, έχουμε τον ορισμό της μελαγχολίας όπως εύστοχα τον διατύπωσε η ψυχανάλυση. Όποιος δεν κατόρθωσε να πενθήσει υγιώς, προσκολλάται στο απολεσθέν και σιγά - σιγά κλείνεται σε ένα δικό του κόσμο, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις οι οποίες ραγδαία του απευθύνονται. Στη θέση του ατόμου μπορεί να βρεθεί και ένας λαός.
Ο ελληνισμός λοιπόν πάσχει από το σύνδρομο που περιέγραψα. Τραύμα μείζον γι' αυτόν υπήρξε η απώλεια της υπερχιλιετούς ισχυρής βυζαντινής αυτοκρατορίας, και μικρότερο αλλά τελειωτικό στη συνέχεια η μικρασιατική καταστροφή. Μεγάλη μερίδα συμπατριωτών μας δεν έχει συνέλθει ακόμη. Δεν έχει πενθήσει, γι' αυτό και στέκεται αμήχανα μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Ο ελληνισμός δεν έχει αποκτήσει νέο όραμα.
Νόημα στη μόνωση
Κάτι χειρότερο: τραυματισμένος και πονεμένος όπως ήταν, αναδιπλώθηκε στον εαυτό του και άρχισε να ζητά νόημα στη μόνωση. Αντέδρασε όπως κάθε ένας που εκτίθεται σε σοβαρή τραυματική εμπειρία η οποία του προκαλεί υπερευαισθησία για να μην ξανατραυματισθεί, τάσεις αποφυγής των άλλων από τον φόβο ότι μπορεί να ξαναπονέσει. Και ακόμη, φαντασιώσεις μεγαλείου και δικαίου προκειμένου να παρηγορήσει την πληγωμένη του αξιοπρέπεια.
Όταν αυτό συμβαίνει στον ελληνισμό (με τον γνωστό ρόλο οικουμενικού καταλύτη που έχει παίξει στην ιστορία), είναι θλιβερό. Αλλά όταν η αλλοίωση επεκτείνεται και στην Εκκλησία (που εκλήθη να λειτουργεί ως ζύμη μαρτυρίας της αγάπης και της αλήθειας στον κόσμο), τότε γίνεται καταστροφικό. Ο Γιώργος Θεοτοκάς ήδη από τη δεκαετία του '30 εντόπισε ως δυσλειτουργία της Εκκλησίας μας την καθήλωση της στον γνώριμο ρόλο που ήξερε να διαδραματίζει επί αιώνες: την προστασία του έθνους. Της επεσήμανε λοιπόν ότι σε καιρό ειρήνης χρειάζεται να βρει άλλο στόχο, άλλη ταυτότητα. Εβδομήντα χρόνια αργότερα η κατάσταση μένει σχεδόν απαράλλακτη.
Το Βυζάντιο
Το Βυζάντιο υπήρξε πολυεθνικό, αλλά και για αιώνες αργότερα ο ελληνισμός συνυπήρχε με άλλα έθνη (Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη, Αίγυπτος, Βαλκάνια, Ρωσία, Ιταλία). Τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά (πουριτανικά στη φύση τους) ψευδοδιλήμματα, γι' αυτό και η θεωρούμενη πλέον εκδυτικισμένη περιοχή, τα Επτάνησα, ανέδειξε τους εθνικούς ποιητές της Ελλάδας. Μετά την απώλεια όλων αυτών των πατρίδων η Κύπρος έμεινε μόνη, αδύναμη να αντισταθεί στον εθνικισμό μιας "καθαρής" Ελλάδας. Αυτό το τελευταίο οχυρό το αλλοτρίωσε και το κατάπιε ο μικρονοϊκός και παρανοϊκός εθνικισμός της δικτατορίας, με τους γηγενείς συνοδοιπόρους του. Το χειρότερο πραξικόπημα έλαβε χώρα στις συνειδήσεις.
Ο ελληνισμός συνυπάρχοντας με άλλους ανέδειξε ρωμαλέα ταυτότητα και κράτησε εθνική συνείδηση και πολιτισμό επί αιώνες. Τώρα το μοντέλο αυτό δεν είναι πια οικείο στον νεοέλληνα. Νομίζει ότι αν συνυπάρξει, υποχρεωτικά θα χαθεί η ελληνικότητα του, γι' αυτό και τόσο πλήθυνε η ξενοφοβία στην Ελλάδα. Και οι πιστοί φοβούνται ότι κινδυνεύει η χριστιανοσύνη τους από τους "άλλους", τους ξένους. Τόσο αδύναμη είναι, λοιπόν;
Έτσι, καταλήγουμε να οραματιζόμαστε λύσεις ανέφικτες, σα να θέλουμε να ακυρώσουμε την ιστορία και να υπερπηδήσουμε χρονικά τα ήδη συμβάντα. Διότι η πραγματική ιστορία μας φέρνει μελαγχολία. Και γι' αυτό προτιμούμε να μένουμε εγκλωβισμένοι στους μύθους οι οποίοι μας παρηγορούν. (Ο μύθος λεκτικά συγγενεύει με το παραμύθι). Και καλλιεργούμε εφησυχαστικά μεγαλομανιακά στερεότυπα για τη φυλή μας, δίχως ίχνος αυτοκριτικής. Αυτά κατ' ιδίαν διότι στην πράξη ενεργούμε αντίθετα: ανοιγόμαστε προς τους ξένους για να πάρουμε, όχι να δώσουμε. Κατεβαίνουμε από το κοινό λεωφορείο του κόσμου για να επιβιβαστούμε στο ιδιωτικό μας αυτοκίνητο μόνοι και "αμόλυντοι". Προτιμούμε να ιδιωτεύει η φαντασία μας δοξάζοντας τους προγόνους παρά να ξαναγράψουμε ιστορία. Αλλά στην ελεύθερη αγορά των ιδεών όπου προ πολλού εισήλθαμε, τίποτε δεν χαρίζεται και τίποτε δεν κληρονομείται, μόνο κερδίζεται. Η πραγματική ιστορία θέλει δουλειά.
Εθνικισμός
Όσο πιο εθνικιστής είναι ο Ελληνας, τόσο περισσότερο αισθάνεται το χαϊδεμένο παιδί της ιστορίας. Ο εγκλωβισμός μας στο παρελθόν είναι μοναδικός στον κόσμο και συγκρίνεται μόνο με εκείνον των Ισραηλινών. Και δίπλα μας περιμένουν Ευρωπαίοι διψασμένοι να δουν ήθος πολιτισμού και όχι ξενοδοχεία (τέτοια έχουν άφθονα), Τουρκοκύπριοι πρόθυμοι για όραμα ζωής που θα τους κερδίσει και όχι για συμπεριφορές που θα τους σπρώξουν σε επικίνδυνες αγκαλιές (που τους περιμένουν με λαχτάρα). Εν τω μεταξύ, τέτοια στάση δημιουργεί πάντα το αντίθετο της: η φοβία και το βόλεμα γίνονται τόσο απωθητικά ώστε αυξάνουν τον αριθμό των ψευτοπροοδευτικών διανοουμένων που προπαγανδίζουν μια ζωή απάτριδα και αποχρωματίζουν την εθνική συνείδηση.
Αυτό που αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς είναι ότι για να λυθεί επιτυχώς το κυπριακό, απαιτείται ένα νέο "παράδειγμα". Ευτυχώς και οι Έλληνες και οι Τούρκοι, ως απλός λαός, έχουν μακραίωνη εμπειρία του. Το ερώτημα είναι αν τελικά θα το αναστήσουμε. Ο Σεφέρης κάτι έγραψε για το βαρύ αρχαίο μάρμαρο που κουβαλάμε και μας κουράζει τα χέρια αλλά δεν ξέρουμε τι να το κάνουμε.
Είναι αλήθεια αυτό που συχνά λέγεται, πως η Κύπρος θα αποτελέσει πρόκριμα για ολόκληρο τον ελληνισμό, αλλά μήπως είναι καιρός να προσδώσουμε στη φράση αυτή και μια νέα σημασία; Ίσως σε σας, αδελφοί, να πέφτει ο ιστορικός κλήρος να βοηθήσετε και εμάς τους ελλαδίτες, αφού συγχωρέσετε πρώτα τις αμαρτίες μας. Είστε εκείνοι που έχετε πιο πρόσφατη από όλους μας την πείρα της συνύπαρξης και της πολιτισμικής επίδρασης. Οι προσευχές μας είναι μαζί σας. Και για τους πιστούς ειδικότερα μια ιδέα: Μήπως το "σύνταγμα" που εκφράζει εμάς καλύτερα είναι το ποίημα "Εν γαστρί" του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (από τη συλλογή "Θόλος").
* Διδάκτωρ Θεολογίας - Ψυχίατρος παιδιών, εφήβων και νέων
Σχόλια