Κέραμος και κάλαμος

ΜΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ Κέραμος και κάλαμος . ________________________________________ «Κάποτε μια παρέα μυρμήγκια βρήκαν στο δρόμο τους ένα πανύψηλο δέντρο, καταπράσινο, με πυκνά κλαδιά και γεμάτο φύλλα. Αφού συνεδρίασαν, τους φάνηκε καλό να το κάνουν σπίτι τους, για να μην κινδυνεύουν. Σκέφτηκαν πως μένοντας μέσα στα σπλάχνα αυτού του θεόρατου γίγαντα που πατά στη γη και ακουμπά τον ουρανό, θα εξασφάλιζαν μια ήσυχη και αμέριμνη ζωή. Πραγματικά, εργατικά και επιμελή καθώς ήταν, άρχισαν να σκαρφαλώνουν όσο ψηλότερα μπορούσαν. Λίγο ξαπόσταιναν για καμιά ανάσα και μετά δώστου πάλι αναρρίχηση. Αφού βρήκαν κάποια πυκνά κλαδιά, τους φάνηκε καλό να δοκιμάσουν εκεί ψηλά και κρυφά την τύχη τους. Λίγο λίγο ροκάνιζαν μία μικρή τρυπούλα στον κορμό του δέντρου. Πέρασαν μερικές μέρες και πράγματι το Όνειρο τους άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Έφτιαξαν τις αποθήκες τους, την τραπεζαρία τους, τα υπνοδωμάτια και ό,τι τους ήταν απαραίτητο. Ο χειμώνας καραδοκούσε και έπρεπε να βρουν προμήθειες. Τώρα πια είχαν πού να τις βάλουν. Όντως κι αυτό το τακτοποίησαν και πέρασαν κατά κοινή ομολογία έναν απίθανο χειμώνα! Μόλις εμφανίστηκε η άνοιξη πάλι συνεδρίαζαν για κανένα εξοχικό, λίγο πιο ψηλά στο δέντρο -λόγω καλοκαιριού- όταν ένας εκκωφαντικός θόρυβος έφτασε στ' αυτιά τους. Σκύβουν και τι να δουν! Κάτι μηχανήματα και άνθρωποι με πριόνια έκοβαν το δικό τους δέντρο. Τα μυρμήγκια μετά την πρώτη έκπληξη, είπαν: Δε βαριέσαι, ποιος θα μας πειράξει εμάς μέσα στη φωλιά μας; δε μας πείραξαν οι βροχές και τα χιόνια, θα μας πειράξουν τα πριόνια και οι άνθρωποι; Μπήκαν μέσα στη φωλιά τους και ζούσαν αμέριμνα. Μετά από λίγο ο ήχος από τα πριόνια ακουγόταν δίπλα τους. Ο φύλακας μύρμηγκας είπε πως κόβουν τα κλαδιά. Οι υπόλοιποι αδιαφόρησαν. Την άλλη μέρα ο φύλακας τους είπε πως ανεβάζουν το δέντρο σ ένα φορτηγό, οι υπόλοιποι πάλι τον αγνόησαν. Την άλλη μέρα, πως βάζουν το δέντρο μέσα στο ποτάμι -εκείνοι του είπαν να κλείσει την πόρτα και να βλέπει από το παράθυρο. Αρκετές μέρες έβλεπε ο φύλακας μύρμηγκας τα νερά του ποταμού, μετά άλλα φορτηγά και μετά είδε πάλι πριόνια. Άκουσε τους ανθρώπους να λένε πως η κορυφή του δέντρου θα πάει για ξύλα. Τους το είπε, αλλά τα μυρμήγκια συνέχιζαν μέσα να ζουν αδιαφορώντας για τα μηνύματα του. Σε λίγο βγήκε ο φύλακας έξω και έντρομος διαπίστωσε πως το σπίτι τους δεν ήταν πια σε ένα δέντρο αλλά σε ένα κούτσουρο ριγμένο σε μια σκοτεινή αποθήκη. Τους το είπε αλλά πάλι τίποτα οι φίλοι του. Μετά είδε πάλι φορτηγά, ανθρώπους, μια πιο μικρή αποθήκη και τη χθεσινή μέρα είδε το σπίτι τους δίπλα σ' ένα όμορφο χαλί μπροστά από ένα τζάκι. Τους το είπε αλλά τα άλλα μυρμήγκια απορροφημένα από τη ζωή τους δεν του έδιναν πια καμιά σημασία. Το βραδάκι ο φύλακας μύρμηγκας άνοιξε την πόρτα και χώθηκε μέσα στο χαλάκι. Σε λίγο είδε ένα κύριο να ρίχνει το κούτσουρο με το σπίτι τους γεμάτο από τους φίλους του μέσα στη φωτιά, στο τζάκι. Φώναζε, έκλαιγε, αλλά ο ήχος από τη φλόγα έπνιγε τις φωνές του». Πριν χρόνια κάπως έτσι άκουσα αυτή την ιστορία. Τώρα, για μυρμήγκια έλεγε, για ανθρώπους εννοούσε; Ποιος ξέρει; * Από το περιοδικό "Πανδοχείο" της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις